ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Περί αναθεώρησης του Συντάγματος…
Άρχισε στη Βουλή η συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Η διαδικασία αυτή έπρεπε να είχε γίνει το φθινόπωρο του 2023, αφού τότε είχε συμπληρωθεί η πενταετία από την προηγούμενη αναθεώρηση του 2019 και το πολιτικό κλίμα ήταν ευνοϊκό. Έστω και τώρα, θεωρώ αναγκαίο η διαβούλευση να μη γίνει μόνο στις επιτροπές της Βουλής, αλλά να επεκταθεί με τη συμμετοχή της πνευματικής ηγεσίας της χώρας και των πολιτών. Έτσι το εκλογικό σώμα θα μπορούσε να αξιολογήσει πλήρως τις προτάσεις των κομμάτων και να τις λάβει υπόψη του στις επόμενες βουλευτικές εκλογές.
19 Ιούν 2026 • 08:51
SHARE
Άρχισε στη Βουλή η συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Η διαδικασία αυτή έπρεπε να είχε γίνει το φθινόπωρο του 2023, αφού τότε είχε συμπληρωθεί η πενταετία από την προηγούμενη αναθεώρηση του 2019 και το πολιτικό κλίμα ήταν ευνοϊκό. Έστω και τώρα, θεωρώ αναγκαίο η διαβούλευση να μη γίνει μόνο στις επιτροπές της Βουλής, αλλά να επεκταθεί με τη συμμετοχή της πνευματικής ηγεσίας της χώρας και των πολιτών. Έτσι το εκλογικό σώμα θα μπορούσε να αξιολογήσει πλήρως τις προτάσεις των κομμάτων και να τις λάβει υπόψη του στις επόμενες βουλευτικές εκλογές.
Πιστεύω ότι υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ της ποιότητας των θεσμών και της προόδου ή της οπισθοδρόμησης μιας κοινωνίας. Γι’ αυτό η συνταγματική αναθεώρηση πρέπει να εξεταστεί σε συνδυασμό με την πορεία της χώρας από τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα και με τα γεγονότα που τη σημάδεψαν.
Το 1957 ιδρύθηκε η ΕΟΚ, με προοπτική τη σταδιακή εξέλιξή της σε πολιτική ομοσπονδία των ευρωπαϊκών κρατών. Το όραμα αυτό υιοθέτησαν όλοι οι πρωθυπουργοί της Μεταπολίτευσης. Το 1975 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής το διατύπωσε με τη φράση «ανήκομεν εις την Δύσιν» και με βάση αυτή τη στρατηγική ψηφίστηκε το Σύνταγμα του 1975.
Αποτέλεσμα ήταν να συνυπάρχουν δύο διατάξεις που, κατά την άποψή μου, βρίσκονται σε αντίφαση: από τη μία το άρθρο 1, που ορίζει ότι πηγή όλων των εξουσιών είναι ο λαός, και από την άλλη το άρθρο 28, που επιτρέπει τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων σε υπερεθνικούς οργανισμούς. Η αντίφαση αυτή παραμένει, ενώ το εκλογικό σώμα δεν κλήθηκε ποτέ να εγκρίνει με δημοψήφισμα ούτε το Σύνταγμα ούτε τις αναθεωρήσεις του 1986, 2001, 2008 και 2019.
Από το 2008, με την ενσωμάτωση της Συνθήκης της Λισαβόνας στο εθνικό δίκαιο μέσω του άρθρου 28, το ενωσιακό δίκαιο υπερισχύει του εθνικού. Κατά την περίοδο των μνημονίων αυτό αποτυπώθηκε με ιδιαίτερη ένταση, ακόμη και σε ζητήματα συνταγματικού χαρακτήρα.
Παρά ταύτα, το εκλογικό σώμα επέδειξε υπεύθυνη στάση, διασφαλίζοντας πολιτική σταθερότητα από το 1974 έως σήμερα. Ωστόσο, ως άμεσο όργανο της Πολιτείας ο λαός περιορίζεται ουσιαστικά στην εκλογή βουλευτών και αιρετών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, χωρίς να διασφαλίζεται πάντοτε η ισότητα της ψήφου μέσω του εκλογικού συστήματος.
Το Σύνταγμα κατοχυρώνει την αρχή ότι οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν το έθνος και νομοθετούν στο όνομά του. Πιστεύω όμως ότι θα έπρεπε να προβλέπεται ρητά πως οι βουλευτές δεσμεύονται πολιτικά και ηθικά από το πρόγραμμα με το οποίο εξελέγησαν.
Ο θεσμός του δημοψηφίσματος λειτουργεί με αυστηρούς περιορισμούς, καθώς εξαρτάται από αποφάσεις της κυβέρνησης και της Βουλής. Έτσι, ο λαός δεν αποφάσισε άμεσα για κορυφαίες επιλογές, όπως η ένταξη στην ΕΟΚ, η συμμετοχή στην Ευρωζώνη, τα μνημόνια, το PSI ή το ζήτημα της ονομασίας των Σκοπίων.
Από το 1975 μέχρι σήμερα μόνο μία φορά, τον Ιούλιο του 2015, ο ελληνικός λαός κλήθηκε να αποφανθεί με δημοψήφισμα για ένα κορυφαίο πολιτικό ζήτημα, αυτό του τρίτου μνημονίου. Η απόφασή του, όμως, δεν εφαρμόστηκε πολιτικά.
Στο Σύνταγμα του 1975 τα πολιτικά κόμματα αναγνωρίστηκαν ρητά ως θεσμικοί παράγοντες της πολιτείας. Η ρύθμιση αυτή ήταν ορθή, αλλά ελλιπής, αφού δεν συνοδεύτηκε από επαρκείς εγγυήσεις για την οικονομική και πολιτική ανεξαρτησία τους από οργανωμένα συμφέροντα.
Αν και το άρθρο 26 καθιερώνει τη διάκριση των εξουσιών, στην πράξη αυτή αποδυναμώθηκε από άλλες διατάξεις και παραλείψεις. Δεν θεσπίστηκε ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργικής και βουλευτικής ιδιότητας, ενώ η αναθεώρηση του 1986 ενίσχυσε υπέρμετρα τις εξουσίες του πρωθυπουργού.
Αντί για ισορροπία εξουσιών, διαμορφώθηκε ένα σύστημα στο οποίο ο εκάστοτε πρωθυπουργός συγκέντρωνε υπερβολική ισχύ.
Την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης επηρεάζει επίσης η διάταξη του άρθρου 90, σύμφωνα με την οποία η ηγεσία των ανωτάτων δικαστηρίων επιλέγεται από το Υπουργικό Συμβούλιο. Παράλληλα, δεν προβλέφθηκαν επαρκείς περιορισμοί για την ανάληψη διοικητικών θέσεων από συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς, γεγονός που δημιουργεί περιθώρια διαπλοκής μεταξύ πολιτικής και δικαστικής εξουσίας.
Επιπλέον, με το άρθρο 86, όπως αναθεωρήθηκε το 2001 και το 2019, σημαντικές αρμοδιότητες για την ποινική μεταχείριση υπουργών και βουλευτών παρέμειναν στη Βουλή και δεν ανατέθηκαν αποκλειστικά στη Δικαιοσύνη.
Τέλος, οι δανειακές συμβάσεις και τα μνημόνια οδήγησαν, κατά την άποψή μου, σε σημαντικό περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας και σε μεταφορά κρίσιμων αρμοδιοτήτων σε υπερεθνικά κέντρα λήψης αποφάσεων. Οι εξελίξεις αυτές ενισχύουν την ανάγκη μιας ουσιαστικής συνταγματικής αναθεώρησης, με στόχο την ενίσχυση της δημοκρατικής νομιμοποίησης, της λαϊκής συμμετοχής, της διάκρισης των εξουσιών και της εθνικής ανεξαρτησίας.
* Ο Νικήτας Αποστόλου είναι πρώην Τμηματάρχης του τέως Υπουργείου Γεωργίας