Ποικίλα… Ο φίλος Μετσοβίτης κ. Μιχάλης Τρίτος, ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου, σε διάφορες εκδηλώσεις έχει παρουσιάσει τον κτηνοτρόφο από την Μηλιά Μετσόβου, Γιάννη Χασιώτη. Ο Γιάννης Χασιώτης, τελειωμένος από το Δημοτικό, γνωρίζει απ’ έξω ολόκληρη την Καινή Διαθήκη και το Α’ Κεφ. της Π. Διαθήκης. Αναφέρουμε ότι η Καινή Διαθήκη αποτελείται από 27 βιβλία. Το καταπληκτικό είναι αν τον ρωτήσης για παράδειγμα, πώς αρχίζει η τάδε επιστολή του Αποστόλου Παύλου, απαντά αμέσως, αναφέροντας ολόκληρη την περικοπή. Επίσης αντίστροφα, δηλ. αν ερωτηθή πού είναι η παραβολή του Ασώτου, η απάντηση είναι στο τάδε Κεφ. στον τάδε στίχο. Το σπουδαιότερο είναι η γνώση του νοήματος, καθώς και το κριτικό πνεύμα του κτηνοτρόφου. Μέχρι τώρα την επανέλαβε 3.000 φορές! Ο καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Στέργιος Σάκκος έλεγε ότι πρόκειται «περί παγκοσμίου χαρισματικού φαινομένου». Είναι ο φόβος και ο τρόμος των Χιλιαστών, τους οποίους αντιμετωπίζει με εξαιρετική επιτυχία. «Θα έπρεπε η Εκκλησία να τον αξιοποιήση στον αντιαιρετικό αγώνα». Ο Γ. Χασιώτης έχει χάσει το φως του και ως παρηγοριά του έχει την Καινή Διαθήκη, αφού δεν γνωρίζει να διαβάζη με το σύστημα των τυφλών. Είναι 74 ετών. Μένει στα Γρεβενά τον χειμώνα και το καλοκαίρι στο χωριό του, την Μηλιά. Σε μια από τις αναβάσεις μας με τον Ορειβατικό Ιωαννίνων πριν πολλά χρόνια, παραμένει έντονη η εικόνα από την ανάβαση στην κορυφή της Ολύτσικας (υψομ. 1.974 μ.). Το βουνό Τόμαρος ή Ολύτσικα είναι γνωστό από τα πανάρχαια χρόνια, αφού στους πρόποδές του ήταν το αρχαιότερο μαντείο του κόσμου η Δωδώνη. Με την άγρια μεγαλοπρέπειά του κέντριζε την φαντασία των ανθρώπων, αλλά και ο Ζεύς ο Δωδωναίος ήταν «νεφεληγερέτης» (αυτός που εγείρει, σηκώνει τα σύννεφα και φέρει τη βροχή). Η Ολύτσικα το ψηλότερο βουνό σ’ αυτή την περιοχή, αμέσως μετά το Ιόνιο πέλαγος, ήταν φυσικό να δέχεται και πολλούς κεραυνούς. Ο θαυμάσιος καιρός εκείνη την ημέρα και η καταπληκτική διαύγεια στην ατμόσφαιρα, που σπάνια συναντάμε, πρόσφερε στους ορειβάτες ένα εξαίσιο θέαμα. Ολόκληρη η οροσειρά της Πίνδου, ανάγλυφη, πραγματικό τείχος, οι κορυφές του Σμόλικα πασπαλισμένες με τα πρώτα χιόνια, η Γκαμήλα, η οροσειρά του Ζυγού, το Περιστέρι, τα σκληρά Τζουμέρκα, μέχρι που χανόταν το μάτι στα βουνά της Αιτωλοακαρνανίας. Δεξιά ένα αστραφτερό Ιόνιο με τους Παξούς και τη νοτιώτερη άκρη της Κέρκυρας. Ολόκληρη η Λευκάδα, αλλά και παραπέρα! Όμορφος ο Αμβρακικός με τα νησάκια του, την Κορωνησία και η γλώσσα της Πρέβεζας. Μια εικόνα φανταστική, που στις τόσες αναβάσεις μου στην Ολύτσικα, πρώτη φορά έβλεπα. Ολόκληρη η Ήπειρός μας στα πόδια μας, με τα κακοτράχαλα βουνά και την χιλιοτραγουδισμένη της ιστορία! *Και κάποιο γεγονός από πολύ παλαιά: Ο Αλκιβιάδης Λούλης (1884-1953), από τα Κατσανοχώρια (Αετοράχη), ήταν από την μεγάλη οικογένεια των αλευροβιομηχάνων Βόλου, εκλεγόταν πάντοτε βουλευτής με το Βενιζελικό κόμμα. Εκτός από τις σπουδές του στην Ελλάδα, είχε σπουδάσει και στη Γερμανία. Ήταν ο μόνος, που όταν βρισκόταν στην Ήπειρο σε ηπειρωτικό γάμο ή πανηγύρι, πετούσε τα παπούτσια του και χόρευε, έπινε και έτρωγε και γλεντούσε με τους χωρικούς σαν να ήταν πάντοτε μαζί τους. Έτσι έγινε ο πιο δημοφιλής πολιτικός της Ηπείρου με μια απέραντη οικειότητα. Μια μέρα, τον συνάντησε ένας χωρικός, ο οποίος είχε ένα πρόβλημα. Εξήγησε το πρόβλημά του στον Αλκιβιάδη, που αναφερόταν στο Υπουργείο Γεωργίας. Ο Αλκιβιάδης του είπε ότι πρέπει να κάνη αναφορά. - Πήγαινε στο περίπτερο και αγόρασε μια κόλλα χαρτί αιτήσεως, με τα σχετικά ένσημα. Στη στιγμή γύρισε ο χωρικός από το περίπτερο, έβαλε την κόλλα στο τραπέζι και με κάποια στενοχώρια, αμηχανία και αφέλεια ρώτησε: «Ποιος θα μας συντάξη την αίτηση;». Με την ίδια αφέλεια ο Αλκιβιάδης του απάντησε: «Εγώ φυσικά». Μεγάλη η έκπληξη στο πρόσωπο του χωρικού. «Μα ξέρεις γράμματα Αλκιβιάδη;»… Ε, τότε ο Αλκιβιάδης Λούλης δεν βάσταξε πια. Τούδωσε πέντε μούντζες και δίνοντας κι άλλες δέκα στον εαυτό του, ξέσπασε: «Να πέντε μούντζες σε σένα και δέκα σε μένα, που έχω φιλίες και κάνω παρέα με γαϊδούρια σαν και σένα!»…