ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Εθνική και πολιτική κρίση…
Η ομιλία του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή, τις προάλλες, στην Παλιά Βουλή, σε εκδήλωση για την Ψαρούδα-Μπενάκη, αποτελεί ένα ακόμα στοιχείο – τρανταχτό μάλιστα – της βαθιάς εθνικής και πολιτικής κρίσης που διέρχεται η χώρα. Η ομιλία αυτή υπήρξε από κάθε άποψη άψογη, και θέλω να πιστεύω πως εκφράζει τις απόψεις σημαντικού τμήματος του Ελληνικού Λαού,
22 Οκτ 2025 • 08:25
SHARE
Η ομιλία του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή, τις προάλλες, στην Παλιά Βουλή, σε εκδήλωση για την Ψαρούδα-Μπενάκη, αποτελεί ένα ακόμα στοιχείο – τρανταχτό μάλιστα – της βαθιάς εθνικής και πολιτικής κρίσης που διέρχεται η χώρα. Η ομιλία αυτή υπήρξε από κάθε άποψη άψογη, και θέλω να πιστεύω πως εκφράζει τις απόψεις σημαντικού τμήματος του Ελληνικού Λαού,
ανεξάρτητα από τις πολιτικές απόψεις και τις κομματικές τοποθετήσεις του καθενός μας. Ποιο είναι το σημείο εκείνο στο οποίο συμπίπτουν οι απόψεις; Το γεγονός ότι η χώρα μας σήμερα διέρχεται μια πρωτοφανή πολιτική κρίση – μείζονα, κατά τον ομιλητή – η οποία, αν δεν παρθούν τα αναγκαία μέτρα, κατά τομείς οι οποίοι επισημαίνονται στην ομιλία, «η μείζων αυτή κρίση, ολοταχώς μάλιστα, θα εξελιχθεί σε κρίση πρώτου μεγέθους». Αυτό το σημείο της ομιλίας, καθώς προέρχεται από έναν πρώην πρωθυπουργό, πρέπει όλους να μας προβληματίσει.
Τώρα, θα μου πείτε πως ο Κώστας Καραμανλής υπήρξε πρωθυπουργός της χώρας από το 2004 μέχρι το 2009, και είναι και αυτός υπεύθυνος για την υφιστάμενη κρίση. Και τούτο γιατί, επί των ημερών του, εκδηλώθηκε έλλειμμα πάνω από το προβλεπόμενο –για το οποίο μάλιστα καταβλήθηκε προσπάθεια για απόκρυψή του– καθώς επίσης και αύξηση του δημόσιου χρέους, το οποίο διογκώθηκε από τους διαδόχους του. Ευθύνεται επίσης για τη λειτουργία των θεσμών που, όπως λέει στην ομιλία του, «είναι προαπαιτούμενο για την πολιτική ομαλότητα και για την Κοινοβουλευτική Δημοκρατία». Αυτοί οι θεσμοί είναι η διάκριση των εξουσιών και η λαϊκή κυριαρχία. Και οι δύο αυτοί θεσμοί δεν λειτούργησαν επί των ημερών του, αφού και στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις –του 2004 και του 2007– έλαβε 45% στην πρώτη και 41% στη δεύτερη, δηλαδή ποσοστά μειοψηφίας, τα οποία με τους γνωστούς καλπονοθευτικούς νόμους μετατράπηκαν σε ποσοστά πλειοψηφίας: είχε 165 βουλευτές στην πρώτη και 152 στη δεύτερη, με συνέπεια να έχει πλειοψηφία και στη Βουλή και στην Κυβέρνηση, και να καταπατούνται έτσι οι βασικοί θεσμοί της Δημοκρατίας, που είναι η διάκριση των εξουσιών και η λαϊκή κυριαρχία.
Λάθη και σκάνδαλα συνέβησαν και επί των ημερών του. Αναγνωρίζεται όμως το γεγονός ότι, όταν στις ευρωεκλογές του 2009 τα ποσοστά του κόμματός του κατέβηκαν στο 32%, παραιτήθηκε από πρωθυπουργός και έγιναν εκλογές. Επίσης, το γεγονός ότι ήδη έχει παραιτηθεί από βουλευτής, αφού στην τελευταία περίοδο που ήταν βουλευτής δεν πατούσε στη Βουλή, και – το σπουδαιότερο – ότι δεν φαίνεται να έχει βλέψεις να επανέλθει στην ενεργό πολιτική και να διεκδικήσει νέα πρωθυπουργία, ούτε προχώρησε στην ίδρυση νέου κόμματος.
Αξίζει να δούμε, στη συνέχεια, τη συμπεριφορά των διαδόχων του: Ήρθε δεύτερος, ο Γιωργάκης. Κέρδισε τις εκλογές με δύο συνθήματα: «λεφτά υπάρχουν» και «ή αλλάζουμε ή βουλιάζουμε». Και όταν διαπίστωσε πως λεφτά δεν υπήρχαν, μας βούλιαξε, μας έφερε το πρώτο μνημόνιο και αναγκάστηκε να παραιτηθεί, αφήνοντας πίσω του ερείπια, που ανάγκασαν τη Βάσω Παπανδρέου να δηλώσει πως «ο Καραμανλής διέλυσε την οικονομία και εμείς –δηλαδή το ΠΑΣΟΚ – διαλύσαμε το κράτος». Ίδρυσε μάλιστα και νέο κόμμα –θυμάται κανείς το ΚΙΔΗΣΟ;– εκλέγεται βουλευτής χωρίς ψήφο, ως πρώην πρωθυπουργός, δεν πατάει ποτέ στη Βουλή και κάνει κάτι κινήσεις που δείχνουν ότι φλερτάρει ακόμα με την ενεργό πολιτική. Για να μας προσφέρει τι; Είναι και αυτός ένας από τους άνεργους πολιτικούς που απολαμβάνουν άφθονα τα αγαθά από την πολιτική, σε βάρος του Ελληνικού Λαού. Ανήκει και αυτός σε εκείνους που, κατά τον Σουρή, «έχουν ως επάγγελμα τη σωτηρία της Ελλάδας, αλλά αποφεύγουν επιμελώς να τη σώσουν, γιατί τότε δεν θα έχουν επάγγελμα».
Ακολούθησε, μετά από μια σύντομη διακοπή με την κυβέρνηση Παπαδήμου, επί της οποίας ψηφίστηκε το δεύτερο μνημόνιο, με τη συγκατάθεση όλων των κομμάτων που τη στήριζαν, ο τρίτος της παρέας, ο Σαμαράς. Γνωστές οι προ της πρωθυπουργίας του πολιτικές δραστηριότητες. Αυτές, όπως είναι γνωστό, ξεκίνησαν μέσα από «το μαντρί», όπως έλεγε ο Αβέρωφ, δηλαδή τη Ν.Δ., ως νεαρός υπουργός. Έφυγε –ή τον έδιωξαν– από το μαντρί, ίδρυσε πολιτικό κόμμα (δεν ξέρω αν θυμάστε την Πολιτική Άνοιξή του). Αυτό «το αρνί» όμως «το έφαγε ο λύκος», ξαναγύρισε στο ίδιο «μαντρί» και έγινε πρωθυπουργός. Οι παλιότεροι ίσως θυμάστε τα «Ζάππεια» του –το πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο– με τα οποία παρουσίαζε στον Ελληνικό Λαό μια εικονική πραγματικότητα. Γρήγορα όμως, μόλις ανέλαβε την πρωθυπουργία, αυτός και οι συνεργάτες του προσγειώθηκαν στη σκληρή πραγματικότητα από το Σόιμπλε και τη Μέρκελ, που πρόβαλαν, ως δανειστές, τις απαιτήσεις τους, στις οποίες δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν, και παραιτήθηκαν. Καλό θα είναι να ακούσει τη συμβουλή του φίλου και συνεργάτη του, του Βενιζέλου, και να αποσυρθεί από την ενεργό πολιτική. Δεν έχει τίποτε να της προσφέρει ή να του προσφέρει.
Ήρθε, έτσι, ο τέταρτος της παρέας, ως ανατροπέας, ο Αλέξης. Αυτός, με τη συμπαράσταση δύο μεντόρων, του Αλαβάνου και του Κωνσταντόπουλου, συνένωσε έξι-εφτά αριστερίστικες συνιστώσες και έφτιαξε τη συνισταμένη ΣΥΡΙΖΑ. Προχώρησε σε «δυναμικές» ενέργειες και σε υποσχέσεις που δεν μπορούσαν να υλοποιηθούν, σχημάτισε κυβέρνηση, συνεργούντος και του ακροδεξιού Καμμένου, με τον εύηχο τίτλο «πρώτη φορά αριστερά» και αποδείχτηκε – καλώς ή κακώς – πρωθυπουργός μιας χρήσης, αφού έχασε στη συνέχεια τρεις εκλογικές αναμετρήσεις: δύο εθνικές και μία ευρωπαϊκή. Παρέδωσε την εξουσία στον Μητσοτάκη και το κόμμα στον Κασσελάκη, το οποίο διεσπάσθη εις τα εξ ων συνετέθη. Δεν πρόκειται να μιλήσω και να κρίνω τα πεπραγμένα του, που είναι άλλωστε γνωστά.
Περιορίζομαι όμως να παραθέσω, χωρίς να τις κρίνω, τις πρόσφατες δηλώσεις των δύο μεντόρων του. Ο πρώτος δήλωσε πως «ο Τσίπρας δεν ήταν ούτε αριστερός ούτε κεντροαριστερός, και το μόνο που έχει να κάνει είναι να ζητήσει συγγνώμη». Ο δεύτερος πρόσθεσε πως «τον εμπιστεύτηκα γιατί δεν κατάλαβα τα στοιχεία του αμοραλισμού του». Τώρα εμφανίζεται στο προσκήνιο, επιστρέφει –όπως λέει στο υπό έκδοση βιβλίο το – στην «Ιθάκη», προφανώς «γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις», αφού ίδρυσε και σχετικό «ινστιτούτο», προκειμένου να μας διδάξει, «έτσι σοφός που έγινε με τόση πείρα, Ιθάκες τι σημαίνουν».
Στη θέση του, από το 2019, ο Κυριάκος με τους άκρο-δεξιούς, δεξιούς, κεντρώους και «σοσιαλιστές» συνεργάτες του. Αυτούς τους ζούμε τώρα, επί έξι χρόνια, και είναι γνωστοί σε όλους, με τα πεπραγμένα τους, τα οποία είναι επίσης γνωστά.
Πιο γνωστά όμως είναι στους δύο πρώην πρωθυπουργούς και προέδρους του κόμματος της Ν.Δ., στο όνομα του οποίου κυβερνάει, δηλαδή του Σαμαρά και του Καραμανλή. Και οι δύο, τον τελευταίο καιρό, επικρίνουν με δριμύτητα την πολιτική της κυβέρνησής του. Ο πρώτος, με συνέντευξή του στο «ΒΗΜΑ», τα είπε όλα με μία φράση. Ρωτήθηκε από το δημοσιογράφο: «Δεν αναγνωρίζετε τίποτε θετικό στην κυβέρνησή του;» Και αυτός απάντησε: «Τίποτε απολύτως». Και ο Μητσοτάκης τον διέγραψε. Ο δεύτερος, με την αναφερόμενη στην αρχή ομιλία του, αφού εξέθεσε τα βασικά σημεία της ασκούμενης πολιτικής, κατέληξε: «Η κρίση – εθνική και πολιτική – είναι μείζων, και αν δεν αντιμετωπιστεί ή αγνοηθεί, ολοταχώς θα εξελιχθεί σε κρίση πρώτου μεγέθους».
Αυτό αντιλαμβάνεστε τι σημαίνει! Ο δε Μητσοτάκης αντέδρασε, βάζοντας τον κυβερνητικό εκπρόσωπό του να χαρακτηρίσει, με τις συχνά ασυνάρτητες αερολογίες του, τους επικρίνοντες προκατόχους του στο κόμμα «υπερπατριώτες του καναπέ»!
Ας λάβουμε υπόψη μας και την κατάσταση των άλλων πολιτικών κομμάτων, όπως παρουσιάζονται στην παρατιθέμενη τελευταία δημοσκόπηση. Μην λαμβάνετε υπόψη σας τα ποσοστά του κόμματος που κυβερνάει, γιατί αυτά συνδέονται με την εξουσία και το κομματικό κράτος. Να λάβουμε υπόψη μας πως εφτά στους δέκα Έλληνες, δηλαδή η συντριπτική πλειοψηφία, ζητάνε πολιτική αλλαγή. Στη δε καταλληλότητα για το αξίωμα του πρωθυπουργού, κυριαρχεί ο «κανένας».
Χρειαζόμαστε άμεσα πολιτική αλλαγή. Αυτή θα επιτρέψει στη χώρα μας να ασκήσει εθνική πολιτική, από μια κυβέρνηση που θα στηρίζεται στην πλειοψηφία του Ελληνικού Λαού, σε μια εποχή μάλιστα που έχουμε απέναντί μας ακόμα και «φίλους» στο ΝΑΤΟ και στην Ε.Ε., που δεν διστάζουν να θυσιάσουν αρχές και αξίες που προβλέπουν οι οργανισμοί τους, στο βωμό του συμφέροντός τους. Ας αναλογιστούμε, λοιπόν, ως Λαός και ως Έθνος, τις ευθύνες μας.