Με αφορμή την παρουσίαση του νέου παιδικού βιβλίου «Το Μικρό Πάπιγκο» στα Αρσάκεια Σχολεία Ιωαννίνων αύριο Σάββατο, ο συγγραφέας και δημοσιογράφος (αρθρογραφεί στην «Καθημερινή») Θοδωρής Γεωργακόπουλος, μιλά στον «Π.Λ» για την έμπνευση πίσω από την ιστορία, τη σχέση δημοσιογραφίας και μυθοπλασίας, αλλά και για το μήνυμα που θέλει να κρατήσουν μικροί και μεγάλοιαναγνώστες.
Όπως κι ο ίδιος λέει, με αφετηρία μια αληθινή οικογενειακή εμπειρία στα Ζαγοροχώρια πριν από μερικά χρόνια, το βιβλίο μετατρέπεται σε μια τρυφερή ιστορία για τα όνειρα, την αποδοχή και τη διαφορετικότητα…
Η συνέντευξη
Ερ.: Τι σας οδήγησε στο «Μικρό Πάπιγκο» ως σκηνικό ενός βιβλίου;
Η αφορμή ήταν μια μικρή περιπέτεια που ζήσαμε στην περιοχή πριν από μερικά χρόνια. Είχαμε έρθει, όπως τόσες και τόσοι, για να επισκεφτούμε τα όμορφα χωριά και να απολαύσουμε τη φύση. Στην τελευταία ημέρα της επίσκεψής μας στο Πάπιγκο, η μαμά της οικογένειας, η Στέλλα, έφυγε νωρίς το πρωί για να πάει να τρέξει στο Zagori Run. Η υπόλοιπη οικογένεια, εγώ και τα δύο κορίτσια, ηλικίας 3 και 9 ετών τότε, θα μαζεύαμε τα πράγματα, θα κάναμε check out από το κατάλυμα και θα πηγαίναμε με το αυτοκίνητο να την συναντήσουμε στο τέλος της διαδρομής. Αυτό που δεν είχαμε υπολογίσει ήταν ότι το κινητό μου τηλέφωνο, μετά από μια βουτιά στις κολυμπήθρες που είχε προηγηθεί, θα έπαυε να λειτουργεί. Οπότε πήραμε τους δρόμους με το παλιό αυτοκινητάκι μας (που βεβαίως δεν είχε οθόνες και ίντερνετ και όλα αυτά τα μοντέρνα), χωρίς χάρτη και χωρίς Spotify. Καθώς έψαχνα το δρόμο διαισθητικά (ούτε χάρτινο χάρτη είχαμε), άρχισα να τους λέω παραμύθια, για να περνάει η ώρα. Κάποια στιγμή είδαμε την πινακίδα «Μικρό Πάπιγκο», οπότε δύο πράγματα συνέβησαν. Πρώτον, κατάλαβα ότι είχαμε χαθεί εντελώς και πήγαινα προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν που έπρεπε. Και δεύτερον, άρχισα να τους λέω ένα παραμύθι για ένα μικρό χωριό, που ήθελε να γίνει μεγάλη πόλη.
Ερ.: Πώς μεταφράστηκε το Ηπειρωτικό στοιχείο στην παιδική γλώσσα για τις ανάγκες του βιβλίου;
Νομίζω ότι το μεγαλύτερο βάρος αυτής της μετάφρασης το σηκώνει η εικονογράφηση. Η Μαριάνα Ρίο που έχει ζωγραφίσει τις εικόνες είναι Πορτογαλίδα και δεν έχει επισκεφτεί ποτέ τα Ζαγοροχώρια. Μολαταύτα νομίζω ότι κατάφερε, με την παλέτα των χρωμάτων και τις μορφές και την αισθητική της, να αποτυπώσει την ατμόσφαιρα και το τοπίο αξιοθαύμαστα. Αν πέρασε κάτι το «ηπειρώτικο» στο κείμενο, ίσως είναι μέρος της ιδιοσυγκρασίας του Μικρού Πάπιγκου. Είναι αρκετά, πώς να το πω κομψά, πεισματάρικο στις πεποιθήσεις και την αναζήτησή του. Δεν το βάζει κάτω με τίποτε.
Ερ.: Επηρεάζει η δημοσιογραφική σας ματιά τον τρόπο που γράφετε ένα λογοτεχνικό βιβλίο; Πόσο μάλλον ένα βιβλίο για παιδιά;
Αυτή είναι μια δύσκολη ερώτηση. Φυσικά υπάρχουν μεγάλες διαφορές ανάμεσα στη δημοσιογραφία και τη μυθοπλασία. Το μόνο κοινό τους είναι ότι αποτυπώνονται με λέξεις στο χαρτί, θα έλεγε κανείς. Αλλά υπάρχει κι ένα άλλο κοινό νήμα: οι δομές και οι τεχνικές ανάπτυξης μιας ιστορίας, ειδικά σε κάποια παρακλάδια της δημοσιογραφίας, στις μεγάλες, μακροχρόνιες δημοσιογραφικές έρευνες, που αναλύουν και συνθέτουν γεγονότα, πρόσωπα και πτυχές της πραγματικότητας χρησιμοποιώντας εργαλεία της μυθοπλασίας. Μου αρέσουν πολύ αυτά τα κείμενα και έχω επιδιώξει να γράψω τέτοια πολλές φορές στο παρελθόν. Στον πυρήνα και των με και των δε, βεβαίως, είναι η αρχιτεκτονική των ιστοριών. Έτσι έχουμε μάθει να επικοινωνούμε και να καταλαβαίνουμε τον κόσμο και να υπάρχουμε, άλλωστε, μικροί και μεγάλοι. Μέσα από ιστορίες, αληθινές ή φανταστικές.
Ερ.: Τελικά, το «Μικρό Πάπιγκο» είναι μια ρομαντική επιστροφή στη φύση ή έμμεση κριτική στη σύγχρονη πόλη και στη ζωή των ανθρώπων σε αυτές; Και ποιο είναι το βασικό μήνυμα που θέλετε να κρατήσουν οι αναγνώστες -μικροί και μεγάλοι- από το βιβλίο σας;
Τίποτα από τα δύο. Ίσα ίσα, είναι αναγνώριση της ποικιλομορφίας των απόψεων και των στάσεων. Ότι είναι όλες θεμιτές. Μπορεί να σου αρέσει το χωριό ή να σου αρέσει να ζεις σε πόλη, και είναι ΟΚ. Είναι όλα αποδεκτά. Το Μικρό Πάπιγκο ήθελε να γίνει μεγάλη πόλη, και όλοι τριγύρω του έλεγαν ότι αυτό το όνειρο είναι άκυρο, ότι δεν πρέπει να υπάρχει, είτε επειδή δεν αναγνωρίζεται από τους άλλους ως αποδεκτό, είτε επειδή είναι πολύ δύσκολο. Αλλά πρέπει να είναι αποδεκτό. Όπως και το να μην θέλει κανείς να αλλάξει τίποτε. Ή όπως και το ότι μια μεγάλη πόλη μπορεί να θέλει, στην πραγματικότητα, να γίνει χωριουδάκι στα βουνά. Αυτό, νομίζω, είναι το βασικό μήνυμα του βιβλίου.