Αιχμές και Νύξεις
Πόσο καθυστερημένοι…
Για πρώτη φορά στη γειτονική και «φίλη» Τουρκία πήγα εν έτει 1998 από την είσοδο/έξοδο των Καστανέων. Μόλις το λεωφορείο έφτασε στο Τοπ Καπί στο επάνω μέρος της Αδριανουπόλεως, ο οδηγός σταμάτησε δίπλα σε ένα μηχανισμό, πάτησε ένα κουμπί, ωστήριο το έλεγαν στο στρατό και ο μηχανισμός του έδωσε ένα σημείωμα στο οποίο αναγραφόταν ώρα, ημερομηνία και ο κωδικός της εισόδου. Σύνορα από το Τοπ Καπί ως την Κωνσταντινούπολη 250 χιλιόμετρα τα διανύσαμε χωρίς καμία στάση για διόδια και φθάνοντας στην Πόλη , σταμάτησε ο οδηγός, έδωσε το σημείωμα από το Τοπ Καπί και ο υπάλληλος του έδωσε το λογαριασμό, πλήρωσε και συνεχίσαμε για το ξενοδοχείο, που βρίσκονταν στην πλατεία τουλιπών και το ταξίδι τελείωσε. Οι γείτονές μας Βούλγαροι κατασκεύασαν τον εθνικό δρόμο Θράκη από την Κουλάτα (Ρούπελ) ως την Μαύρη Θάλασσα χωρίς διόδια. Κατασκεύασαν σταθμούς εστίασης ανά 30 χλμ. όπου οι οδηγοί μπορούν να σιτίζονται επί πληρωμή και να διανυκτερεύουν, αφού πλήρωσαν για την είσοδό τους στη Βουλγαρία το σχετικό αντίτιμο για κάθε όχημα, χωρίς διόδια. Εμείς; Ε, εμείς πληρώνουμε διέλευση κάθε 30 με 40 χιλιόμετρα, καταναλώνοντας ο οδηγός άσκοπα βενζίνη ή άλλα καύσιμα. Δεν πρωτοτυπούμε; Σίγουρα πρωτοτυπούμε.
Παραδοσιακά εδέσματα…
Μας έχουν καραφλιάσει με τα παραδοσιακά εδέσματα, τα οποία προβάλλουν, αφού δεν έχουν άλλο τι να προβάλλουν από τέχνη, ποίηση, λογοτεχνία κλπ. Έτσι, αφουγκρασθήκαμε ότι στα Γιάννενα τρώγαμε ρύζι με γιαούρτι. Τρώγαμε, ναι, όχι ρύζι με γιαούρτι, αλλά παράγωγα αυτών, όπως θα πληροφορηθούμε από τον διάλογο συμπολίτη μας, Σιαραβ’ νου που επισκέφθηκε, επίσης Σιαραβ’ ασθενή στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» στην Αθήνα. Τον ρώτησε λοιπόν τον ασθενή αν έφαγε και τι έφαγε για μεσημεριανό εκείνη την ημέρα και η απάντηση απλή, σαφής και αυτή σιαραβ’ νή. Τσιότσιο πλι και λίγο πλιάφ. Είχε γευματίσει με λίγο κρέας από πουλερικό (πλί) και λίγο πιλάφι από ρύζι. Ήτο συνήθεια στα Γιάννενα παλιότερα να μαγειρεύουν πιλάφι από ρύζι είτε με κρέας. Μάλιστα, επειδή παλιότερα δεν υπήρχαν ψυγεία, ο κάθε κρεοπώλης έσφαζε ένα ζωντανό, γίδα ή προβατίνα, που ήθελαν και πολύωρο βράσιμο. Πήγαιναν αποβραδίς στο φούρνο το κρέας, ώστε τη νύκτα να βράσει. Φυσικά τα ζώα ήταν άπαχα, γι’ αυτό έβαζαν λίγο βούτυρο όταν πήγαιναν το κρέας στο φούρνο, πρόσθετο βούτυρο όταν πήγαιναν το ρύζι και τέλος άλλο βούτυρο, όταν θα έπαιρναν το φαγητό από το φούρνο. Τόσο πολύ βούτυρο; Διότι ο ψηστικός χώρος του φούρνου είχε δυο ανοίγματα και ο σημιτζής (φούρναρης) αφαιρούσε το βούτυρο από το έτερο άνοιγμα. Άλλωστε, οι Σιαραβ’ νοι έλεγαν: Το μπριάμ (πιλάφι) θέλει βούτυρο όταν πας το κρέας στο φούρνο, βούτυρο όταν θα πάρεις το έτοιμο φαγητό.
Τι μου θυμίζει;
Εν έτει 1957 υπηρετούσα στρατιώτης και ένα χρόνο τον πέρασα στη Νέα Σάντα του Κιλκίς. Οι κάτοικοι της Νέας Σάντας ήταν πρόσφυγες από την Σάντα του Πόντου, όπως και αυτοί της Νέας Σάντας της Ροδόπης και οι ηλικιωμένοι δεν μιλούσαν καλά τα ελληνικά. Οπόταν, λοιπόν, ήμασταν εξοδούχοι καταφεύγαμε στην ταβερνούλα του μπάρμπα Κυριάκου, εξηκοντούτη την ηλικία για να «δειπνήσουμε» και να γευτούμε ντόπιο ρακί παραγωγής Κιλκισίου. Δίναμε την παραγγελία στον μπάρμπα Κυριάκο και αυτός την μεταβίβαζε στην «σεφ» την γυναίκα του, λέγοντας: -Ένα σαλάτα και μία αυγό. Κάτι παρόμοιο αφουγκράζομαι και από την ΕΡΤ, όπως -Είκοσι ένα χιλιάδες πρόβατα εσφαγιάσθησαν. Και η ομοιότης με τον μπάρμπα Κυριάκο συνίσταται στο γένος των λέξεων, δηλαδή, μια αυγό και ένα χιλιάδες. Όπως αφουγκράσθηκα ότι στην γέφυρα του Κηφισού πραγματοποιήθηκαν εκατόν σαράντα ένα χιλιάδες παραβάσεων και αυτός/τη που μας καράφλιασε με τις σαράντα μία χιλιάδες των παραβάσεων εξυπακούεται, ότι είναι τουλάχιστον, απολυτηριούχος Λυκείου, ενώ ο μπάρμπα Κυριάκος γεννήθηκε στον τουρκοκρατούμενο Πόντο, όπου ομιλούσαν τουρκικά και έφθασε στην Ελλάδα πρόσφυγας σε ηλικία κάπου 15 με 20 ετών, Αυτόν μου θυμίζει η ΕΡΤ και με γυρίζει 68 χρόνια πίσω.


