Στην πρώτη μας γειτονιά…
Μετακομίσαμε από το χωριό στα Ιωάννινα τη δεκαετία του ’50, όταν η πατρίδα μας έβγαινε από τη λαίλαπα των πολέμων και της κατοχής, προσπαθώντας να ορθοποδήσει και, σιγά-σιγά, άρχιζαν να ανοίγουν δουλειές και η ανοικοδόμηση. Νοικιάσαμε στην οδό Ι. Γερβασίου, απέναντι από τη Μητρόπολη. Το σπίτι που νοικιάσαμε ήταν πολύ παλιό, χτισμένο επί Τουρκοκρατίας, δίπατο όπως και τα διπλανά, και μέναμε τέσσερις οικογένειες· εμείς με τον σπιτονοικοκύρη επάνω και οι άλλοι στο ισόγειο. Εκεί υπήρχε μια κοινή κουζίνα, ευάερη, με παράθυρο ξεχαρβαλωμένο και πόρτα στην ίδια κατάσταση, που έβλεπε σε έναν ανοιχτό διάδρομο – αυλή – όπου στο βάθος ήταν ο απόπατος.
Όποιος πήγαινε, θα έπρεπε να πάρει μαζί του και τον κουβά με το νερό. Ευτυχώς οι γυναίκες ήταν πολύ αγαπημένες και, προπαντός, τίμιες· δεν είχαν διενέξεις μεταξύ τους, όπως κι εμείς τα παιδιά δεν ήμασταν ατίθασα· ποτέ δεν μαλώναμε μεταξύ μας.
Το δωμάτιό μας, που έβλεπε στον δρόμο, είχε ένα μπαλκόνι που δεν εξείχε και προστατευτικά κάγκελα. Από όταν πήγαμε, στεκόμουν εκεί κρεμασμένος, βλέποντας να ξετυλίγονται μπροστά μου εικόνες πρωτόγνωρες για μένα.
Ο πρώτος που κατέφθανε κάθε πρωί ήταν ο γαλατάς, ο Κώστας Τάσσης από την Κατσικά, όπως έμαθα αργότερα, με ποδήλατο στην αρχή και μετά με μηχανάκι, με τα γκιούμια από εδώ κι από εκεί γεμάτα φρεσκοαρμεγμένο γάλα. Και έβγαιναν οι νοικοκυρές με τις καραβάνες: η γιαγιά Ιουλία η Γκίνου, η Αγγελική, το κορίτσι που φιλοξενούσε ο Θ. Νούσιας, ο παππούς του Θωμά του δημοσιογράφου, η Μερόπη η σπιτονοικοκυρά μας, η γιαγιά Κατίγκω, η κα Αθανασιάδη, η Τσουκανέλη, η Γεροντικού, στη σειρά των σπιτιών — «η γειτονιά με τις κουμπλιές», όπως αναφέρει ο Θ. Νούσιας στα «Γεγονότα».
Θα αναφερθώ στην Αγγελική, που έμεινε ορφανή. Θα ήταν 18-20 χρονών, πλην όμως είχε την τύχη να βρίσκεται σε καλά χέρια, στον παππού του Θωμά. Ο Θωμάς, μικρός τότε, όταν διάβαζε, εκείνη πήγαινε και διάβαζε κι αυτός, κι έτσι βελτίωσε τα λίγα γράμματα που ήξερε. Σήμερα η Αγγελική ζει στην Ελβετία με την οικογένειά της και επικοινωνεί με τον «δάσκαλό» της, τον Θωμά.
Ένα άλλο περιστατικό: Στην αυλή μας, κολλητά με της κας Ιουλίας, ήταν μια κορομηλιά. Μόλις έγιναν τα κορόμηλα, πήγε η μεγάλη κόρη της οικογένειας, δώδεκα χρονών, που έμενε στο ισόγειο, και έκοψε κορόμηλα. Έρχεται η μάνα της και, μόλις τη βλέπει, το πόσο ξύλο «έφαγε» δεν λέγεται, αφού ακόμη το θυμάται. Πόσο τίμιοι ήταν οι άνθρωποι τότε· δεν ήθελαν να πειράξουν κάτι ξένο.
Συνεχίζοντας, μετά περνούσε ο πλανόδιος μανάβης, ο Β. Βάρδας, με το κάρο του, που φόρτωνε από τα μποστάνια κάτω από τη Μάντρα της Καλούτσιανης και εκεί όπου είναι σήμερα το DU LAC, και διαλαλούσε τα ζαρζαβατικά, συνήθως από την άνοιξη και μετά. Τα ζύγιζε στη φορητή ζυγαριά, το καντάρι όπως το λέγανε.
Σε λίγο περνούσε με το καρότσι ο Ηλίας — Αρβανίτης θα ήταν — πανύψηλος, φορώντας κάτι σαντάλια 55-60 νούμερο, θαρρώ, χειμώνα-καλοκαίρι. Μάζευε τις κοπριές από τον δρόμο και τις έριχνε στον πάντα περιποιημένο και μοναδικό κήπο της γειτονιάς της κας Ιουλίας. Τους καλοκαιρινούς μήνες πρωινός ήταν και ο παγοπώλης, που κουβαλούσε τις παγοκολόνες, τις οποίες έκοβε με σιδεροπρίονο. Τις έπιανε με μια μεταλλική δαγκάνα και τις τοποθετούσε στο δίχτυ των αγοραστών.
Περνούσε και ο ψαράς από το Νησί με το πανέρι, με γλήνια, κυπρίνους και τσίμες, και τα ζύγιζε με το καντάρι. Κάπου - κάπου περνούσε και ο γανωτζής, με το τσουβάλι στον ώμο, που επισκεύαζε τα φθαρμένα μαγειρικά σκεύη, που ήταν χάλκινα, φωνάζοντας: «Χαλκώματα γανώνωωω…». Επίσης ο σαλεπιτζής, με τη φουφού και το χάλκωμα συνταιριασμένα να κουβαλιούνται μαζί, με έναν γύρο ξύλινο στη μέση που ήταν ποτηροθήκη, και ολόκληρο το μαγαζί ήταν κινητό. Μαλάκωνε ο βήχας στους μεγάλους και το σαλέπι ήταν σαν γιατρικό.
Αυτοκίνητα λίγα εκείνη την εποχή. Θυμάμαι κάτι ταξί σαν λιμουζίνες, τα παϊτόνια με τα όμορφα χαϊμαλιά των αλόγων και τη χαρακτηριστική κόρνα, επίσης τα κάρα και τους χαμάληδες. Να θυμηθούμε έναν χαρακτηριστικό τύπο, τον Ράκια, πανύψηλο χαμάλη, που πούλησε το κάρο του και το ψαρί του και πάλευε για το μεροκάματο με ένα τρίκυκλο, το οποίο είχε αγοράσει το διοικητικό συμβούλιο του ΠΑΣ Γιάννινα ως αντάλλαγμα των άμισθων υπηρεσιών του στη θρυλική ομάδα, ως μασέρ και φροντιστής.
Ο Ράκιας, οδηγώντας το τρίκυκλο, φανταζόταν από συνήθεια ότι οδηγούσε το κάρο του. Πατώντας ασυναίσθητα το γκάζι, τραβούσε το τιμόνι στο στήθος του, λες και τραβούσε τα γκέμια του ψαριού του, και φώναζε απελπισμένα: «Πρου-πρου, σι-σι!». Ευτυχώς δεν σκοτώθηκε. (Πάνος Δημ. Τζιόβας, «Κάποτε, κάποια μέρα»).
Για μας τα παιδιά, ο δημοφιλέστερος πλανόδιος ήταν ο παγωτατζής με το τελάλησμά του: «Είναι παγωμένο και από τον Όλυμπο φερμένο». Με το καρότσι μπροστά, όπου ήταν το παγωτό, και πίσω η σέλα, περιδιάβαινε όλους τους δρόμους της πόλης.
Εκείνο που χάζευα περισσότερο το καλοκαίρι ήταν η ποτιστήρα του δήμου, που δρόσιζε τους χωματόδρομους για να μη μας τρώει η σκόνη. Εμείς τρέχαμε ξωπίσω και, όσο περισσότερο μουσκευόμασταν, τόσο περισσότερο αλαλάζαμε από χαρά.
Απέναντι από την είσοδο της Μητρόπολης, ο πάτερ Αθανάσιος, κατά κόσμον Σωτήρης Χατζής, που εργαζόταν στο ξυλουργείο με τον αδερφό του, είχε νοικιάσει ένα μικρό διαμέρισμα όπου φιλοξενούσε άπορα και ορφανά παιδιά, για να βρίσκουν ζεστασιά και ένα πιάτο φαγητό. Αυτή, λοιπόν, ήταν η αρχή για να δημιουργήσει αργότερα οικοτροφείο και σχολείο στη Μονή Δουραχάνης.
Στο σταυροδρόμι που ενώνει τις οδούς Μητροπόλεως και Αβέρωφ ήταν το βαρέλι όπου στεκόταν ο τροχονόμος και ρύθμιζε την κυκλοφορία των λίγων οχημάτων, κι εγώ καθόμουν και χάζευα τις κινήσεις των χεριών του.
Τις Κυριακές, το απόγευμα στις πέντε, έβλεπα να συρρέουν πολλοί πιστοί για να παρακολουθήσουν το κήρυγμα του μακαριστού Σεβαστιανού, ιεροκήρυκα τότε. Έτσι κι εγώ, από περιέργεια, ξεκίνησα να παρακολουθώ τα κηρύγματά του και από τότε δεν έλειψα ποτέ, συνεχίζοντας στον Απόστολο Παύλο, χαρούμενος αγωνιστής δίπλα του.
Δεν θα μπορούσα να μην αναφέρω τον καθηγητή γαλλικών και γείτονά μου, Αρσένη Γεροντικό, που μας συμβούλευε πάντα, αυτός ο ευχάριστος δάσκαλος.


