Το δίλημμα…
Μέχρι πρόσφατα οι κυβερνώντες έθεταν στους πολίτες το δίλημμα: «Μητσοτάκης ή χάος». Και οι αντιπολιτευόμενοι απαντούσαν: «Ο Μητσοτάκης είναι το χάος». Στο πρόσφατο συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας ο Πρωθυπουργός τροποποίησε το δίλημμα και, απευθυνόμενος προς τους συνέδρους του κόμματος, πρόσθεσε: «Το δίλημμα είναι: Μητσοτάκης ή Ανδρουλάκης, Μητσοτάκης ή Φάμελος, Μητσοτάκης ή Κωνσταντοπούλου», και αν δεν κάνω λάθος, σταμάτησε εκεί. Ώστε, λοιπόν, εκεί καταντήσαμε; Μας έχουν φέρει σε δίλημμα αν θα αναλάβουν στα χέρια τους τις τύχες της χώρας μας ή αν θα συνεχίσουν αυτοί που μας έφεραν σ’ αυτό το κατάντημα, ώστε να ντρεπόμαστε να λέμε ότι είμαστε Έλληνες;
Βλέπω και ακούω όσα συμβαίνουν σήμερα σε τούτον εδώ τον δύσμοιρο τόπο και θυμάμαι μια φράση από την ομιλία του Μίκη Θεοδωράκη, κατά την ανακήρυξή του σε επίτιμο μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, το 2013, την οποία απηύθυνε στους ακαδημαϊκούς μας, χωρίς ασφαλώς να συγκινηθούν, και τους είπε:
«Πιστεύω πως το γεγονός ότι η Ελευθερία που μας παρέδωσαν οι αγωνιστές του 1821 δεν κατόρθωσε επί δύο σχεδόν αιώνες να στεφθεί με την απόκτηση της πλήρους Εθνικής Ανεξαρτησίας, μας έχει καταντήσει λαό ανάπηρο και ανίκανο να εκμεταλλευτεί και να αναδείξει όχι μόνον τον φυσικό μας πλούτο, αλλά κυρίως τον ανθρώπινο στους κρίσιμους τομείς της Κοινωνίας και του Πνεύματος. Για τον λόγο αυτό συμφωνώ με τον ποιητή Νίκο Γκάτσο, που επισημαίνει ότι η σύγχρονη Ελλάδα έγινε από τις εξαιρέσεις της».
Ας προσέξουμε όμως ότι ο κανόνας για τις συνήθεις ηγεσίες των πολιτειών είναι γνωστός από την αρχαιότητα. Τον διατύπωσε, κατά τρόπο σαφή, ο Αριστοτέλης. Τον αποδέχονται μέχρι σήμερα όλοι οι λαοί και μας λέει: «Οι πολιτικές ηγεσίες το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να καθρεπτίζουν το ήθος των πολιτών τους και δεν μπορούν να είναι καλύτερες από τους κατοίκους τους· το πολύ να είναι χειρότερες».
Το ζήσαμε αυτό τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια και το ζούμε και σήμερα. Δείτε την κατάσταση στην οποία βρίσκονται σήμερα τα κόμματα, τόσο αυτά που άσκησαν εξουσία όσο και αυτά που βρίσκονται στο πολιτικό προσκήνιο. Και για το πώς φτάσαμε ως εδώ, μπορούμε να το καταλάβουμε αν σχηματίσουμε μια πλήρη και αντικειμενική εικόνα της εποχής της λεγόμενης μεταπολίτευσης.
Επείγει όμως να πούμε ευθαρσώς ο καθένας τη γνώμη του, μήπως και προλάβουμε τα χειρότερα που μηχανεύονται οι διεκδικητές της εξουσίας, για το τι πρέπει να γίνει. Σε μια τέτοια προσπάθεια έρχεται αρωγός η πρόσφατη πολιτική ιστορία υπό την προϋπόθεση ότι έχουμε κατανοήσει πώς η Ιστορία δεν ασχολείται με το παρελθόν· απλούστατα αντλεί από το παρελθόν στοιχεία δημιουργικά, τα αφομοιώνει από το παρόν και, κατά τον «δημιουργικό ιστορισμό» του ο Δημήτρης Γληνός, τα εξυψώνει σε δικά του στοιχεία που ανταποκρίνονται στις δικές του ανάγκες.
Τα πολιτικά, άλλωστε, στοιχεία του παρελθόντος δεν είναι πρότυπα ούτε μοντέλα προς μίμηση. Μπορούν όμως να λειτουργήσουν για μας σαν γονιμοποιό σπέρμα, σαν κέντρισμα, για τις δικές μας επινοήσεις. Τότε μόνο έρχεται η σύγχρονη πολιτική ιστορία να δείξει τον δρόμο να ακολουθήσουμε και εμείς, για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα —το οποίο μπορεί να συμπίπτει με αυτό που προβλέπεται να γίνουν οι επόμενες εκλογές— το παράδειγμα που ακολούθησε, έπειτα από κοινή συμφωνία, η πολιτική ηγεσία της χώρας μας: ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και ο Χαρίλαος Φλωράκης το 1989, με τον σχηματισμό της κυβέρνησης Κυβέρνηση Ζολώτα, καθώς και η γειτονική Ιταλία το 2021, με την κυβέρνηση Μάριο Ντράγκι.
Μόνο έτσι μπορούν και πρέπει να γίνουν οι απαραίτητες αλλαγές που χρειάζεται ο τόπος. Αλλαγές που θα αρχίσουν από το Σύνταγμα, με μια επιτροπή κοινής αποδοχής που θα διαθέτει το ανάλογο πολιτικό κύρος· όχι αλλαγές σαν αυτές που εξήγγειλε και σκοπεύει να κάνει μια κυβέρνηση μειοψηφίας. Είναι δε παρήγορο το γεγονός ότι υπήρξαν ήδη οι πρώτες αντιδράσεις από τον διακεκριμένο συνταγματολόγο Γιώργο Σωτηρέλη, ο οποίος χαρακτήρισε τις προτεινόμενες συνταγματικές αλλαγές της κυβέρνησης «μηδαμινών προσδοκιών».
Η αντίδραση όμως πρέπει να είναι καθολική· όχι μόνο από την πνευματική ηγεσία της χώρας και από την αντιπολίτευση, αλλά κυρίως από την πρώην πολιτική ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας. Και αυτό γιατί, με συχνές καυστικές ομιλίες και συγκεκριμένες καταγγελίες, δύο πρώην πρόεδροι και πρωθυπουργοί αυτού του κόμματος και ένας πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας καταδικάζουν ολοκληρωτικά την ασκούμενη πολιτική της κυβέρνησης. Όταν, λοιπόν, ομαλοποιηθεί η κατάσταση με μια κυβέρνηση κοινής εμπιστοσύνης, τότε μπορούμε να πάμε στις εκλογές.
Δύο χρόνια μετά τις νικηφόρες εκλογές του 2007, ο πρώτος που είχε υποσχεθεί αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, οι οποίες θα πάνε τον τόπο μπροστά, μόλις διαπίστωσε την καλπάζουσα κατιούσα της οικονομίας, παραιτήθηκε και άνοιξε τον δρόμο για την εξουσία στον δεύτερο. Αυτός, με ύφος αλαζονικό, διαβεβαίωσε τον λαό πως «λεφτά υπάρχουν» και, όταν τον ενημέρωσαν με επίσημα στοιχεία πως λεφτά δεν υπήρχαν, θυμήθηκε το τροπάριο της «αλλαγής» και άλλαξε το σύνθημα: «Ή αλλάζουμε ή βουλιάζουμε». Και επειδή το σύνθημα «αλλάζουμε» είχε ξεθωριάσει από καιρό, μας «βούλιαξε» και άνοιξε τον δρόμο για τον επόμενο.
Εκείνος έστειλε, με «τα Ζάππειά» του, τα ανάλογα μηνύματα, τα οποία ήταν άσχετα με τη σκληρή πραγματικότητα, και αποχώρησε. Αυτός που τον διαδέχτηκε ξεκίνησε με τα ελκυστικά για τη λαϊκή ψήφο προγράμματα της Θεσσαλονίκης και με τη διαβεβαίωση πως «με ένα άρθρο, σε έναν νόμο» θα σβήσει όλα τα αντιλαϊκά οικονομικά μέτρα των προηγούμενων, για να συνεργαστεί τελικά με τους αντιπάλους του και να πάρουν από κοινού ακόμα πιο επαχθή οικονομικά μέτρα.
Η συνέχεια μας είναι γνωστή και ο λαός, πάλι με την ψήφο του, έφερε άλλον στην εξουσία, ο οποίος φιλοδοξεί να συνεχίσει να κυβερνά εδραιώνοντας «το επιτελικό του κράτος», τα «αγαθά» του οποίου πλουσιοπάροχα «απολαμβάνουμε» σήμερα.
Μήπως, λοιπόν, θα έχουμε τις ίδιες ή και χειρότερες περιπέτειες; Αυτές πιστεύω πως μπορούμε να τις αποφύγουμε με την πρόταση για μια μεταβατική κυβέρνηση κοινής εμπιστοσύνης, που θα πάρει όλα τα αναγκαία μέτρα —και δεν είναι λίγα— μήπως και αποφύγουμε και άλλα, πιο οδυνηρά, δεινά. Απόψεις, θα μου πείτε, που κινούνται στη σφαίρα του ανέφικτου. Συμφωνώ. Ας μην ξεχνάμε όμως και τη συμβουλή που μας έδωσε ο Νίκος Καζαντζάκης: «Για να επιτύχετε το εφικτό — μας είπε — πρέπει να ξεκινάτε, όταν χρειάζεται, και από το ανέφικτο».
Σπύρος Εργολάβος


