Η μορφή και το έργο του Μεγάλου Κωνσταντίνου…
Ο Μέγας Κωνσταντίνος υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες μορφές της παγκόσμιας ιστορίας. Η επίδραση του έργου του είναι εξ ίσου σημαντική με εκείνη του Μ. Αλεξάνδρου και του Καίσαρα. Έχοντας μεγάλα πολιτικά προσόντα, αναδιοργάνωσε ολόκληρο τον κρατικό του μηχανισμό και έδωσε στην Αυτοκρατορία του συνεκτική ιδεολογική σπονδυλική στήλη με τον τονισμό της ιερότητας του προσώπου του Αυτοκράτορα.
Η πολιτική του στα ζητήματα της θρησκείας ήταν μια σταδιακά εξελισσόμενη πλήρης ανατροπή της θρησκευτικής πολιτικής που είχαν ασκήσει έως τότε οι Ρωμαίοι Αυτοκράτορες. Αν και μέχρι τον θάνατό διατήρησε το αξίωμα του Μεγάλου Ποντίφικα, γενικού επόπτη της λατρείας των θεοτήτων της Αυτοκρατορίας του, το σημαντικότερο έργο του είναι ότι, αφενός μεν νομιμοποίησε την Χριστιανική Εκκλησία, αφετέρου προέβη σε καταλυτικές παρεμβάσεις στα εσωτερικά ζητήματα της δημιουργώντας για τις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας το πολιτικό δόγμα που ιστορικά αποκλήθηκε “καισαροπαπισμός”.
Το 306 μ.Χ. που πήρε το αξίωμα του Καίσαρα, υιοθέτησε πολιτική ανοχής προς τους Χριστιανούς, όπως και ο πατέρας του Κωνστάντιος. Το 312, όταν ξεκίνησε την εκστρατεία του κατά του Μαξεντίου, επέλεξε και ανέπεμψε προσευχές και στον Θεό των Χριστιανών, ικετεύοντας και παρακαλώντας τον να του δείξει την εύνοιά του. Όταν νικητής του Μαξεντίου εισήλθε θριαμβευτής στη Ρώμη, έκανε προς τον Θεό των Χριστιανών “ευχαριστήρια ευχή” θεωρώντας τον “υπαίτιο της νίκης” του.
Διαφοροποιώντας την πολιτική του σταδιακά, επέλεξε να στηριχθεί στην ραγδέως ανερχόμενη και συνεκτική δύναμη του Χριστιανικού κόσμου της Ανατολής. Επόμενο βήμα ήταν η επισημοποίηση της πολιτικής της ανεξιθρησκίας, που έγινε με το γνωστό “Διάταγμα των Μεδιολάνων” που εκδόθηκε το 31 μ.Χ. Το διάταγμα αυτό συνεκδόθηκε με τον Λικίνιο. Με το Διάταγμα των Μεδιολάνων η Εκκλησία αναγνωρίζεται ως νόμιμο σωματείο.
Από το 312–319 με διατάγματά του ο Κων/νος επέστρεψε τις περιουσίες που είχαν κατασχεθεί και επανέφερε τους εξόριστους. Απήλλαξε το χριστιανικό κλήρο από προσωπικούς φόρους και υποχρεωτικές δημόσιες υπηρεσίες. Το 314 αναμείχθηκε ενεργά στο εκκλησιαστικό ζήτημα που είχαν ανακινήσει οι δονατιστές τής Β. Αφρικής για την διατήρησης της κοινωνικής ειρήνης. Συγκάλεσε σύνοδο 44 Επισκόπων στην Αρελάτη της Γαλατίας. Ο Δονατισμός καταδικάστηκε από τη Σύνοδο αυτή.
Σημαντική πολιτική επιτυχία του Κων/νου ήταν και το γεγονός ότι, στους κανόνες της συνόδου αυτής ρυθμίζονταν προβλήματα σχετικά με τις υποχρεώσεις των χριστιανών σε σχέση με κρατικά αξιώματα. Κρίθηκε τότε ότι οι χριστιανοί να μπορούν να υπηρετούν στον ρωμαϊκό στρατό και να κατέχουν κρατικά αξιώματα της Αυτοκρατορίας, αρκεί ν’ απέχουν από ειδωλολατρικές τελετές. Την ανάληψη κρατικών αξιωμάτων την απέφευγαν έως τότε οι χριστιανοί, γιατί απαιτούσε υποχρεωτικά θυσία στους επίσημους θεούς της Ρώμης.
Το 316 προχώρησε ο Κων/νος σε περαιτέρω επέμβαση στα της διοίκησης της Εκκλησίας όταν πήρε θέση υπέρ του Επισκόπου Καρχηδόνας Καικιλιανού και διέταξε τους αυτοκρατορικούς αξιωματούχους της περιοχής να επιβληθούν δια της βίας στους δονατιστές. Το 318 θεσμοθέτησε με διάταγμά του δικαστικές αρμοδιότητες για τους Επισκόπους (την επισκοπική ακρόαση). Το 321 θεσμοθέτησε ημέρα ανάπαυσης (αργίας), την Dies Solis, για στρατιώτες, υπαλλήλους και πολίτες. Αυτή για λόγους πολιτικής ισορροπίας, συνδέθηκε με τη χριστιανική Κυριακή.
Το 325 ο Μ. Κων/νος προκειμένου να διασφαλίσει την κοινωνική ειρήνη με διάταγμά του συνεκάλεσε την Α’ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια της Βιθυνίας, για να αντιμετωπιστεί η αρειανική έριδα. Έλαβαν μέρος 318 Επίσκοποι. Η σύνοδος εξέδωσε το α’ μέρος του Συμβόλου της Πίστεως. Καταδίκασε τη διδασκαλία του Αρείου. Όρισε ο εορτασμός του Πάσχα να γίνεται ενιαία από όλους τους χριστιανούς την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας και εξέδωσε είκοσι κανόνες.
Αμέσως μετά το πέρας της Συνόδου, ο Μέγας Κωνσταντίνος εξέδωσε διάταγμα που επικυρώνει και καθιστά δεσμευτικές τις αποφάσεις της Συνόδου. Έκτοτε, όλες τις Οικουμενικές Συνόδους τις συγκαλούσαν οι Αυτοκράτορες και με διατάγματά των κύρωναν τις αποφάσεις των και επέβαλαν την τήρησή των.
Μετά την σύνοδο της Νικαίας ο Κων/νος αρχικά εξόρισε στη Γαλατία, όσους Επισκόπους εναντιώνονταν στις αποφάσεις της, τον δε Άρειο τον εξόρισε στην Ιλλυρία. Η έριδα όμως γύρω από την αίρεση του Αρείου εξακολουθούσε. Το 327 σύνοδος Επισκόπων με πλειοψηφία Αρειανών αποφάσισε την αναίρεση του αφορισμού του Αρείου, τον οποίο όμως αρνήθηκε να δεχθεί στην Εκκλησία ο Επίσκοπος Αλέξανδρος της Αλεξάνδρειας και ο διαδεχθείς αυτόν Μ. Αθανάσιος.
Αρειανοί Επίσκοποι, εχθροί του Μ. Αθανασίου, τον κατηγόρησαν για πολιτική αντιπολίτευση στον Κων/νο. Ο Κων/νος τον κάλεσε σε ακρόαση. Αυτός πιστός στο ορθόδοξο δόγμα, με αποφασιστικό θάρρος αντιστάθηκε στην κοσμική εξουσία υπερασπιζόμενος την αυτονομία της Εκκλησίας, αλλά την πολιτική κατηγορία δεν μπόρεσε να αντικρούσει με πειστικότητα και ο Κων/νος τον εξόρισε στους Τρεβήρους της Γαλατίας.
Η νομισματική πολιτική του Κωνσταντίνου ήταν μία η πιο επιδραστική οικονομική μεταρρύθμιση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, με συνέπειες που επηρέασαν τη μεσαιωνική και ακόμη και τη νεότερη νομισματική ιστορία της Ευρώπης. Κληρονόμησε από την πολιτική των προκατόχων του του 3ου μ.Χ. αιώνα μεγάλο οικονομικό πρόβλημα που συνίστατο σε συνεχή υποτίμηση του νομίσματος, που είχε οδηγήσει σε πληθωρισμό και κατάρρευση εμπιστοσύνης στο νόμισμα.
Ο Κων/νος εισήγαγε από το 312 έως το 324 στην οικονομία νέο χρυσό νόμισμα, τον Solidus, που περιείχε σταθερά 4,5 γραμμάρια καθαρό χρυσό. Αποκατέστησε έτσι την εμπιστοσύνη στο νόμισμα.
Ήταν το πιο σταθερό νόμισμα της μεσαιωνικής ιστορικής περιόδου. Ο πληθωρισμός τιθασεύτηκε. Η τιμή του ψωμιού στην Κων/πολη από το 380 μ.Χ. έως τον 11ο αιώνα παρέμεινε σταθερή.
Το 315 με διάταγμα κατάργησε ως ποινή τον σταυρικό θάνατο και απαγόρευε να σημαδεύονται στο πρόσωπο με πυρωμένο σίδερο οι καταδικασμένοι σε καταναγκαστική εργασία στα μεταλλεία. Το 325 με άλλο απαγόρευσε τις αιματηρές μονομαχίες. Το 324 ο Κων/νος έγινε μονοκράτορας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και το 326 επέλεξε με γεωπολιτικά κριτήρια ως πρωτεύουσα του την τότε μικρή Ελληνική πόλη του Βυζαντίου στο Ανατολικό Τμήμα της Αυτοκρατορίας του. Στη νέα του πρωτεύουσα έδωσε χριστιανικό χαρακτήρα και διέταξε να χτισθεί ναός επισκοπικός προς τιμήν της “Αγίας Σοφίας” και ένας άλλος αφιερωμένος στην “Αγία Ειρήνη”. Το 330 έγιναν τα επίσημα εγκαίνια της νέας του Πρωτεύουσας, της Κωνσταντινούπολης.
Το 327 η μητέρα του Ελένη πραγματοποίησε προσκύνημα στους Αγίους Τόπους όπου βρήκε τον Τίμιο Σταυρό. Το 337 ο Κων/νος ασθένησε σοβαρά, ζήτησε και εξομολογήθηκε για τις αμαρτίες του σε Επίσκοπο και στη συνέχεια βαπτίστηκε από τον Επίσκοπο Ευσέβιο της Νικομηδείας. Η βάπτισή του ήταν η συνεπής κατάληξη μιας μακράς εξελεκτικής πορείας προς την Χριστιανική πίστη. Ωστόσο, πριν ακόμη βαπτισθεί θεωρούσε τον εαυτό του συνθεράποντα των Επισκόπων και διατήρησε ως το τέλος την πεποίθηση ότι “….ότι βουλήσει Θεού έσχε το βασιλεύειν”. Πέθανε στις 22 Μαϊου του 337 μ.Χ. Λίγο πριν πεθάνει διέταξε την ανάκληση από την εξορία του Μ. Αθανασίου.
* Ο Νικήτας Αποστόλου είναι πρώην Τμηματάρχης Υπουργείου Γεωργίας.


