353.000 ψυχές ακόμα ζητούν δικαίωση…
Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου αποτελεί μία από τις πλέον δραματικές και καθοριστικές στιγμές της νεότερης ιστορίας του ελληνισμού. Εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της βίαιης μετάβασης προς τη δημιουργία ενός εθνικά ομογενοποιημένου κράτους στην σημερινή Τουρκία.
Στο διάστημα 1914-1923, οι Έλληνες του Πόντου υπέστησαν συστηματικές διώξεις, εκτοπισμούς, βιασμούς και εξοντωτικές πρακτικές, που είχαν ως αποτέλεσμα τον αφανισμό ενός ιστορικού πληθυσμού με παρουσία χιλιάδων ετών. Ο Πόντος, στις νότιες ακτές του Εύξεινου Πόντου, υπήρξε για αιώνες χώρος ακμής του ελληνισμού. Οι κοινότητες αυτές διατήρησαν τη γλώσσα, την ορθόδοξη πίστη και τα πολιτισμικά τους χαρακτηριστικά, ακόμη και υπό οθωμανική κυριαρχία. Ωστόσο, οι πολιτικές ανακατατάξεις των αρχών του 20ού αιώνα και η άνοδος του τουρκικού εθνικισμού μετέβαλαν δραματικά τη θέση τους.
Καθοριστική υπήρξε η δράση του κινήματος το οποίο ανέλαβε την εξουσία με την εκδήλωση της λεγόμενης «επανάστασης των Νεότουρκων», τον Ιούλιο του 1908, με βασικό σύνθημα «Ελευθερία-Ισότητα-Αδελφοσύνη» και στόχο τον εκσυγχρονισμό της αυτοκρατορίας. Σύντομα όμως υιοθέτησε πολιτικές εθνοτικής ομογενοποίησης και εθνοκάθαρσης. Κεντρική μορφή του κινήματος υπήρξε ο στρατιωτικός Εμβέρ Πασάς, μέλος της ηγετικής τριανδρίας, ο οποίος συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση των πολιτικών εκκαθάρισης των μη μουσουλμανικών πληθυσμών. Οι άλλοι δύο που συμπλήρωναν την τριανδρία ήταν οι επίσης στρατιωτικοί Ταλαάτ Πασάς και Τζεμάλ Πασάς.
Η πρώτη φάση των διώξεων ξεκινά το 1914, με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι Έλληνες του Πόντου κατηγορούνται για συνεργασία με τη Ρωσία και μπαίνουν στο στόχαστρο. Με αρχηγό τους τον Τοπάλ Οσμάν (κουτσός Οσμάν), ο οποίος είχε πολεμήσει εναντίον των Ελλήνων στους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913, ένοπλα άτακτα σώματα (τσέτες) επιδίδονται σε πρωτοφανής αγριότητας εγκλήματα κατά των χριστιανών. Άλλωστε αυτό ήταν και το κυριότερο γνώρισμα των εκκαθαρίσεων. Στόχος τους ήταν οι χριστιανοί. Άνδρες οδηγούνται στα τάγματα καταναγκαστικής εργασίας (Αμελέ Ταμπουρού), όπου οι συνθήκες οδηγούν σε μαζικούς θανάτους, ενώ άμαχοι πληθυσμοί εκτοπίζονται σε πορείες θανάτου προς το εσωτερικό της Ανατολίας, στη διάρκεια των οποίων πεθαίνουν από τις κακουχίες. Πολλές γυναίκες βιάζονται ενώ τα παιδιά αρπάζονται δια της βίας και οδηγούνται στον τουρκικό στρατό. Η δεύτερη και πιο βίαιη φάση εκτυλίσσεται μετά το 1919, με την απόβαση του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα στις 19 Μαΐου.
Ο Κεμάλ δεν υπήρξε ποτέ ηγέτης των νεότουρκων, αλλά αναδείχθηκε μέσα από τον λεγόμενο τουρκικό πόλεμο ανεξαρτησίας. Η 19η Μαΐου θεωρείται ορόσημο, καθώς σηματοδοτεί την έναρξη της κεμαλικής εθνικιστικής εκστρατείας και την κλιμάκωση των διώξεων. Οι επιχειρήσεις αποκτούν πλέον πιο οργανωμένο χαρακτήρα, με στόχο την πλήρη εκκαθάριση των ελληνικών πληθυσμών. Για το λόγο αυτό υπήρξε στενή η συνεργασία του με τον Τοπάλ Οσμάν και τους τσέτες του, που πλέον είχαν την πλήρη ελευθερία κινήσεων και αυτάρκεια εφοδίων. Έτσι, επιδόθηκαν σε μαζικές σφαγές, καταστροφές χωριών και βιαιοπραγίες κατά αμάχων, συμβάλλοντας καθοριστικά στην τρομοκράτηση και εξόντωση του ελληνικού στοιχείου, με απώτερο στόχο ή την πλήρη εξόντωσή τους ή τον εκτοπισμό τους.
Η στάση της Ελλάδας απέναντι στα γεγονότα υπήρξε σύνθετη και περιορισμένη από τις γεωπολιτικές συνθήκες της εποχής. Η ελληνική κυβέρνηση, δεν κατάφερε να παρέμβει ουσιαστικά στον Πόντο, παρά τις εκκλήσεις των τοπικών πληθυσμών για βοήθεια . Η γεωγραφική απομόνωση της περιοχής και οι στρατιωτικές προτεραιότητες καθόρισαν αυτή τη στάση. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος πίστευε πως ο Πόντος ήταν μακριά από τις τότε δυνατότητες της εμπόλεμης Ελλάδας, γι’ αυτό άλλωστε προέκρινε την δημιουργία ενός ομόσπονδου πόντο-αρμενικού κράτους, το οποίο θα είχε μακροπρόθεσμα την δυνατότητα ενσωμάτωσης στην μητέρα-πατρίδα, εφόσον η Μικρασιατική εκστρατεία θα είχε θετική έκβαση για την Ελλάδα. Όμως οι όποιες ελπίδες εξανεμίστηκαν με την Μικρασιατική καταστροφή.
Η κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου το 1922 σήμανε την αρχή του τέλους για τον ελληνισμό της Ανατολής. Οι διώξεις κορυφώθηκαν, οδηγώντας σε μαζικό ξεριζωμό. Ο αριθμός των θυμάτων υπολογίζεται σε περίπου 353.000 ανθρώπους. Πέρα από τις ανθρώπινες απώλειες, η γενοκτονία σήμανε την απώλεια μιας μακραίωνης πολιτισμικής παρουσίας. Η οριστική κατάληξη ήρθε με τη Συνθήκη της Λωζάννης το 1923, η οποία καθιέρωσε την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Έτσι, οι επιζώντες Πόντιοι εγκαταστάθηκαν κυρίως στην Ελλάδα, μεταφέροντας μαζί τους τις μνήμες της τραγωδίας.
Ο ερχομός των προσφύγων προσέφερε μία σειρά από θετικά στην μητέρα πατρίδα. Εγκαταστάθηκαν κυρίως στην Μακεδονία και τη Θράκη, προσφέροντας έτσι εθνική ομογενοποίηση του κράτους. Έφεραν μαζί τους τεχνογνωσία σε γεωργία και καλλιέργειες, όπως επίσης εμπειρία σε εμπόριο και βιοτεχνία. Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, σημειώθηκε ανάπτυξη στην αγροτική παραγωγή, ενισχύθηκε η βιομηχανία και η αστική οικονομία, ενώ δημιουργήθηκαν και νέα επαγγέλματα. Οι πρόσφυγες επηρέασαν βαθιά τον σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό μέσω της μουσικής τους, της κουζίνας τους , των ηθών και των εθίμων τους.
Η διεθνής αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ποντίων αποτελεί μέχρι σήμερα ζητούμενο. Η Ελλάδα την αναγνώρισε επίσημα το 1994 και καθιέρωσε την 19η Μαΐου ως ημέρα μνήμης. Παράλληλα, η Κύπρος έχει επίσης προχωρήσει σε αναγνώριση, ενώ αποφάσεις έχουν ληφθεί από κοινοβούλια ή πολιτειακά όργανα χωρών όπως η Αρμενία, η Σουηδία και η Ολλανδία, καθώς και από επιμέρους πολιτείες στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και στην Αυστραλία. Ωστόσο, η αναγνώριση δεν είναι μόνο πολιτική πράξη· αποτελεί και ηθική υποχρέωση απέναντι στην ιστορική αλήθεια.
Η διατήρηση της μνήμης των γεγονότων, μέσα από την έρευνα, την εκπαίδευση και τη δημόσια ιστορία, συμβάλλει στην αποτροπή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον. Η Γενοκτονία των Ποντίων εντάσσεται στο ευρύτερο φαινόμενο των γενοκτονιών του 20ού αιώνα, αναδεικνύοντας τις καταστροφικές συνέπειες του εθνικισμού, της μισαλλοδοξίας και της πολιτικής βίας. Η μελέτη της δεν αφορά μόνο το παρελθόν, αλλά και το παρόν και το μέλλον της ανθρωπότητας.


