Τα λογοτεχνικά βραβεία των «ημετέρων»…

on .

Στους ανθρώπους των βιβλίων αρέσει να μιλάνε για ελευθερία, αισθητική και πνευματικότητα. Πίσω όμως από τις φωτισμένες σκηνές των βραβεύσεων, τις διθυραμβικές κριτικές και τις «αντικειμενικές» λίστες προτάσεων, λειτουργεί συχνά ένας μηχανισμός βαθιάς αναξιοκρατίας. Ένας μικρός, κλειστός κύκλος ανθρώπων όπως εκδότες, κριτικοί, πανεπιστημιακοί, δημοσιογράφοι και μέλη επιτροπών, που αποφασίζει ποιος αξίζει να ακουστεί, να συζητηθεί και ποιος θα παραμείνει «αόρατος».

Τα περισσότερα λογοτεχνικά βραβεία παρουσιάζονται ως θεσμοί κύρους. Στην πράξη, όμως, δεν είναι λίγες οι φορές που θυμίζουν οικογενειακή υπόθεση. Οι ίδιοι συγγραφείς ανακυκλώνονται στις ίδιες λίστες, οι ίδιες παρέες αλληλοβραβεύονται και οι ίδιες εκδοτικές “σφραγίδες” κυριαρχούν. Ένας νέος ή ανεξάρτητος συγγραφέας μπορεί να γράψει ένα σπουδαίο βιβλίο και να μη βρει ούτε μία σοβαρή αναφορά, όχι επειδή το έργο του υστερεί, αλλά επειδή δεν διαθέτει τις σωστές γνωριμίες και τις δημόσιες σχέσεις που απαιτούνται.

Ανάλογη είναι η κατάσταση και στις βιβλιοκριτικές. Πόσες κριτικές είναι πραγματικά ανεξάρτητες; Πόσοι κριτικοί διατηρούν σχέσεις με εκδοτικούς οίκους, συμμετέχουν σε επιτροπές, ανταλλάσσουν εξυπηρετήσεις ή αποφεύγουν να ασκήσουν ουσιαστική κριτική για να μη χαλάσουν ισορροπίες; Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά βιβλίου όπου η προβολή δεν καθορίζεται πάντα από την ποιότητα, αλλά από τη δικτύωση και την επιρροή.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σοβαρό όταν οι αναγνώστες πείθονται ότι αυτές οι επιλογές αποτελούν αντικειμενικό μέτρο αξίας. Έτσι δημιουργείται ένας τεχνητός “κανόνας” λογοτεχνίας. Συγκεκριμένα ονόματα προωθούνται διαρκώς, ενώ άλλες φωνές αποκλείονται πριν καν μαθευτεί το έργο τους. Η πολιτιστική ζωή μετατρέπεται σε κλειστό κλαμπ, όπου η πρόσβαση εξαρτάται λιγότερο από το ταλέντο και περισσότερο από τις δημόσιες σχέσεις.

Βεβαίως, δεν είναι όλοι ίδιοι. Υπάρχουν έντιμοι κριτικοί και αξιόπιστες επιτροπές που υπηρετούν πραγματικά το βιβλίο. Όμως η γενικευμένη αδιαφάνεια δηλητηριάζει συνολικά τον χώρο. Όταν δεν υπάρχουν σαφή κριτήρια, όταν οι συγκρούσεις συμφερόντων αποκρύπτονται και όταν οι πολιτιστικές σελίδες λειτουργούν ως προέκταση εκδοτικών μηχανισμών, η αξιοπιστία καταρρέει.

Η ελληνική λογοτεχνία δεν έχει ανάγκη από αυλές και ψεύτικους μηχανισμούς προβολής. Έχει ανάγκη από καθαρές διαδικασίες, πολυφωνία και πραγματική κριτική. Γιατί όταν τα βραβεία δίνονται “εκ περιτροπής” και οι προτάσεις βιβλίων μοιάζουν προαποφασισμένες, δεν υποτιμώνται μόνο οι συγγραφείς που μένουν απ’ έξω. Υποτιμάται και ο ίδιος ο αναγνώστης.

Ίσως τελικά το μεγαλύτερο θύμα αυτής της σιωπηλής συναλλαγής να μην είναι ο συγγραφέας που αγνοείται, αλλά η ίδια η λογοτεχνία. Γιατί η αληθινή γραφή δεν γεννιέται σε επιτροπές ούτε επιβιώνει χάρη σε δημόσιες σχέσεις. Γεννιέται στο περιθώριο, στην αγωνία, στην ανάγκη κάποιου να πει μια αλήθεια που δεν χωρά σε λίστες και βραβεύσεις.    

Κι όμως, κάθε φορά που ένα μέτριο βιβλίο προωθείται επειδή «πρέπει», ένα ουσιαστικό έργο χάνεται στα σκοτάδια. Και τότε ο πολιτισμός παύει να είναι χώρος ανακάλυψης και γίνεται απλώς βιτρίνα. Μια καλοφωτισμένη βιτρίνα, πίσω από την οποία όμως η σιωπή των «άξιων» και ταλαντούχων μεγαλώνει…

OSDEL DIGITAL STATIC BANNERS 900x300