Μάνα και πατέρας…

on .

Το λειτούργημα του γιατρού, που υπηρετώ πολλά χρόνια σε περιοχές όπως εδώ που δραστηριοποιούμαι, σε ζυμώνει με τους κατοίκους, μιας και βλεπόμαστε καθημερινά. Πέρα από την ιατρική προσφορά, δένεσαι και συναισθηματικά με τους ασθενείς και με τους οικείους τους, όπως με τον δάσκαλο τον Γιώργο, συνταξιούχο, που με κάλεσε να επισκεφτώ τον υπερήλικα πατέρα του.

«Κάθισε, γιατρέ», μου είπε, «να σε κεράσω και να τα πούμε, μιας και σήμερα είναι Κυριακή και δεν έχεις ιατρείο. Θα σου πω για τους γονείς μου, που τώρα κάθομαι εγώ εδώ στο χωριό να τους “γεραματίσω”, που λέμε στα χωριά» και συνέχισε: 

Οι γονείς μου, όπως ξέρεις, υπήρξαν ξωμάχοι. Όργωναν τα λίγα χωράφια που είχαμε για τα απαραίτητα του σπιτιού, το αμπέλι, βοσκούσαν τα γιδοπρόβατα και πουλούσαν το γάλα στον τυροκόμο και έπαιρναν τα χρήματα για να ζήσουμε. Ποιος να το φανταζόταν πως οι γονείς, ύστερα από τόση δουλειά, που θα περίμεναν να ξεκουραστούν στα γεράματά τους και να χαρούν τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους —και τόση καλοσύνη που είχαν γύρω τους σκορπίσει— θα είχαν τέτοια χρόνια στα στερνά τους. Η μάνα καθηλωμένη στο αναπηρικό καρότσι και ο πατέρας μες στο σκοτάδι (τυφλός) να ψηλαφίζει τους τοίχους, τα σκεύη και ό,τι άλλο θυμόταν από τότε που έβλεπε, για να μπορεί να φανταστεί τον χώρο και να κινείται μέσα στο σπίτι. Πόσες φορές τα μάτια τα δικά μου, του αδελφού μου και των γυναικών μας δεν δάκρυσαν από στεναχώρια και συμπόνια για την εικόνα τους.

Βλέπω τα μάτια της μάνας μου, τα μαύρα σαν κάρβουνο, που καμιά φορά τα καρφώνει στον αέρα —ποιος ξέρει τι εικόνες περνάνε μπροστά της— και τα ’χω ιδεί σαν μάτια χαράς και αγάπης, σαν τότε στις αρρώστιες μας, σαν μάτια αγρύπνιας και προστασίας, μάτια της αλήθειας, αληθινά. Όσες φορές την έβρισκα μόνη, με ιερή συγκίνηση ατένιζα τη μορφή της. Ήταν η μικρή μας Παναγία. Μια ιαπωνική παροιμία λέει: “Επειδή ο Θεός δεν ήθελε να τα κάνει όλα μόνος Του, έπλασε τη μητέρα”.

Αν και δεν ήξερε γράμματα, με αλάνθαστο ένστικτο, με απλή καρδιά, ήταν η καλύτερη παιδαγωγός, όπως την έκρινα αργότερα από τη θέση του δασκάλου. Η μάνα είχε την ευθύνη για το μεγάλωμά μας, το σωστό μεγάλωμα. Και είχε την ευθύνη όλων των εργασιών: το μαγείρεμα, το ζύμωμα, το φούρνισμα, το πλύσιμο των ρούχων στη “Βρυσούλα” με την αλισίβα, το μπάλωμα, τη φροντίδα των ζώων, των πουλερικών, τη λάτρα του φτωχόσπιτου, το γνέσιμο και τον αργαλειό… Με τη ρόκα στο χέρι, μαζί με τον πατέρα στο χωράφι, με την αξίνα να σπάει τα μεγάλα κομμάτια από το χώμα που άφηνε πίσω το αλέτρι που τραβούσε το ζευγάρι των ζώων, που το κρατούσε ο πατέρας.

Στα χωράφια να βοτανίζει και να θερίζει με το δρεπάνι, στο αλώνισμα, στο λίχνισμα. Να ζαλικώνεται τη βαρέλα με το νερό, ξύλα, χορτάρι, το σακί με το αλεύρι, τις βελέντζες για πλύσιμο πριν το Πάσχα, στις “βίρες”… Παντού μπροστά, δίπλα στον πατέρα, σαν αντρογυναίκα. Κι ύστερα μου έρχονται στη μνήμη οι μέρες των γιορτών. Τα Χριστούγεννα με τα σπάργανα του Χριστού στην πλάκα, το χοιρινό. Τ’ Αϊ-Βασιλειού την Πρωτοχρονιά με τη βασιλόπιτα. Απόκριες με το χάσκα, το Πάσχα με το αρνί στον φούρνο, στα πανηγύρια τον Δεκαπενταύγουστο. Χόρευε το “Ξενιτεμένο μου πουλί και παραπονεμένο, η ξενιτιά σε χαίρεται κι εγώ έχω τον καημό σου” για τον μετανάστη στη Γερμανία αδελφό.

Από την άλλη, ο πατέρας ζει μέσα στο σκοτάδι, κυλώντας τις μέρες με τις αναμνήσεις, και δεν περνά μέρα να μην αναφέρεται στο παρελθόν, στις μέρες των πολέμων και στου χωριού τις μέρες. 

* * * 

Με ερωτήσεις και παρεμβάσεις μου ζωντανεύω την κουβέντα, όπως τότε ο παππούς μου συνδαύλιζε στο τζάκι τη φωτιά για να λαμπαδιάσει. Του μεταφέρνω όσα γίνονται στο χωριό… «Ποιο χωριό, γιατρέ μου; Βλέπεις, τρεις κι ο κούκος, που λένε». Με ρωτάει για παλιούς φίλους και συνομήλικους· οι περισσότεροι έχουν πεθάνει, αλλά δεν του το μαρτυράω.

Ο πατέρας γεννήθηκε τον αιώνα των πολέμων —αλλά και τούτος δεν πάει πίσω, μην είναι και χειρότερος. Έλαβε μέρος σε όλους τους πολέμους, σύνολο επτά - οκτώ χρόνια. Η επιστροφή θύμιζε ομηρική Οδύσσεια: “Βρήκαμε γεφύρια γκρεμισμένα και περάσαμε ποτάμια με βάρκες, κάπου βρίσκαμε κανένα τρένο ή κανένα αυτοκίνητο μέχρι εκεί που έφταναν τα καύσιμα και τα παρατούσαν”, έλεγε. Μετά τον πόλεμο, η ειρήνη μού θυμίζει τον Ρωμαίο ιστορικό Τάκιτο, που έγραψε: “Ερημώνουν τα πάντα και αυτό το ονομάζουν ειρήνη”. Τελικά γύρισε σώος απ’ τον πόλεμο του ’40, όχι όμως και ο τρίτος από την τριάδα που στρατεύτηκαν μαζί, και του στοίχισε πολύ· το έλεγε και το ξαναλέει.

Ο πατέρας ήταν γερό σκαρί. Δοκιμασμένος από μικρός και σκληραγωγημένος στα κατοπινά χρόνια και, ξεπερνώντας τις δύσκολες μέρες του στρατιωτικού, είχε βγει νικητής σε όλα. Είχε γερή κράση και δεν ήξερε τι θα πει γιατρός. Απ’ αυτή τη στιγμή και ύστερα, έχανε την ομορφιά του κόσμου, έχανε την επαφή με τα χωράφια που τόσο αγαπούσε από μικρό παιδί, τα ζώα, τα σκυλιά. “Στεναχωριέμαι που νυχτώνει”, έλεγε. “Τώρα… δεν έχω ανάγκη το φαΐ, όσο έχω ανάγκη από κουβέντα. Με τη μάνα σου δεν ξαναμιλήσαμε από τότε που τη βρήκε το κακό”.

Πώς ν’ αφήσεις, γιατρέ, τέτοιους γονείς, που και τι δεν μας έδωσαν, στερούμενοι αυτοί. Πρώτα το θείο δώρο της ζωής και ύστερα τα προς το ζην για να μεγαλώσουμε, αλλά κι όλα τα εφόδια για να αντιμετωπίσουμε τις παγίδες της ζωής, ακολουθώντας τον δύσκολο αλλά τίμιο δρόμο της αρετής. Τους ήμαστε για όλα αυτά ευγνώμονες. Για αυτούς τους ανθρώπους, που είχαν ταπεινή καταγωγή, τεράστια όμως αποθέματα σωματικής και ψυχικής αντοχής, πάλεψαν και νίκησαν στο στίβο της ζωής, αφήνοντας σε μας ανεξίτηλο το στίγμα τους.

Η ιστορία των γονιών μου θα έλεγα πως ταυτίζεται με την ιστορία και άλλων οικογενειών του καιρού τους, που είχαν ν’ αντιμετωπίσουν ίδιες δύσκολες συνθήκες. Αλλά κι εμείς είμαστε η προέκτασή τους, η συνέχειά τους, τα κλαδιά του δέντρου τους, ενός δέντρου που φυτεύτηκε από τους δυο τους την ημέρα που η ζωή τους ένωσε και τους έκανε ζευγάρι. Ανασύροντας από τα σεντούκια της μνήμης, χαίρομαι και δακρύζω μαζί, νιώθοντας ένα αίσθημα χαρμολύπης, καθώς διαπιστώνω πως όλα φεύγουν —“τα πάντα ρει”, κατά τον Ηράκλειτο.

Αναρωτιέμαι αν οι νέοι σήμερα γνωρίζουν πώς ήταν η ζωή των παππούδων ή και των γονιών τους, όταν δεν ζητούσαν τίποτα και τα είχαν όλα… Άλλαξαν οι εποχές, γιατρέ μου. Τα νέα ζευγάρια σήμερα εργάζονται και οι δυο. Να μεγαλώσουν τα παιδιά, ποιος να φροντίσει τους υπερήλικους γονείς; Αναγκάζονται να βάλουν γυναίκα να τους φροντίζει, με το υστέρημά τους. Σοκάρει όμως η κακοποίηση των ανήμπορων υπερηλίκων από γυναίκες-ύαινες. Πόσους να χωρέσουν τα γηροκομεία; Και μη μου πεις για οίκους ευγηρίας· βλέπουμε καθημερινά τι γίνεται εκεί. Μόνο τα χρήματα θέλουν, καμία περιποίηση.

* * * 

Βλέποντας τον δάσκαλο να δακρύζει κι ενώ ήμουν έτοιμος να του ειπώ κάτι για όσα μου ανέφερε, να τον συγχαρώ γιατί μου θύμισε τον Αινεία, αφήνοντας την πόλη που έμενε και ήρθε στο χωριό να φροντίσει τους υπερήλικες γονείς του, μου ήρθε κατά νουν ο επίλογος του διηγήματος του Γεώργιος Βιζυηνός «Το αμάρτημα της μητρός μου»: «Οι οφθαλμοί της επληρώθησαν δακρύων κι εγώ εσιώπησα».

OSDEL DIGITAL STATIC BANNERS 900x300