Σημάδια κοινωνικής και εκπαιδευτικής παθογένειας!
Αναντίρρητα, η αξία του έργου του εκπαιδευτικού εξακολουθεί να είναι σημαντική και καθοριστική, μολονότι και, δυστυχώς, έχουν αλλάξει καταλυτικά και επιβαρυντικά οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ασκεί το εκπαιδευτικό του έργο. Και αυτό οφείλεται, χωρίς αμφιβολία, στις ραγδαίες μεταβολές των πολιτικών, κοινωνικών, οικονομικών, τεχνολογικών και πολιτισμικών συνθηκών, που αφήνουν τα αποτυπώματά τους σε όλους τους θεσμούς και με βεβαιότητα, στον θεσμό του σχολείου.
Αυτό σημαίνει ότι η κοινωνική πραγματικότητα έχει αλλάξει σημαντικά, γιατί έχει υποστεί αξιακές και θεσμικές διαβρώσεις, και έχει άλλους, πιο γρήγορους και πιεστικούς ρυθμούς, με αποτέλεσμα να επηρεάζονται, σε καθοριστικό βαθμό, τόσο η λειτουργία του κοινωνικού συστήματος όσο και η ίδια η ανθρώπινη συμπεριφορά και, ασφαλώς, και οι εργασιακές συνθήκες των εκπαιδευτικών. Επίσης, οι νέες αυτές διαφορετικές συνθήκες έχουν, πλέον, μεταβάλει, σε αισθητό βαθμό, τη μαθησιακή και κοινωνική συμπεριφορά των μαθητών, δημιουργώντας αναγκαίες συνθήκες εκπαιδευτικής, ψυχολογικής και κοινωνιολογικής παρέμβασης.
Δυστυχώς, αυτές οι ραγδαίες κοινωνικές αλλαγές έχουν αλλάξει προς το χειρότερο και τη στάση των γονέων. Έτσι, οι γονείς, ευτυχώς όχι όλοι, δημιουργούν προβλήματα με τις παρεμβάσεις τους, δυσχεραίνοντας τις σχέσεις τους με τους εκπαιδευτικούς. Συγκεκριμένα, ένας αριθμός γονέων, περισσότερο στα αστικά κέντρα, παρεμβαίνει άκριτα, υποτιμητικά, απαξιωτικά, χωρίς όρια και, γενικά, δυσλειτουργικά στη σχέση του με το σχολείο και τον ίδιο τον εκπαιδευτικό. Ή οι γονείς αυτοί δείχνουν πλήρη αδιαφορία για όσα αφορούν την εκπαίδευση του παιδιού τους, θεωρώντας ότι αυτά ανήκουν μόνο στην ευθύνη του εκπαιδευτικού.
Άλλο ένα πολύ ανησυχητικό φαινόμενο είναι ότι οι συντελούμενες ραγδαίες κοινωνικές μεταβολές έχουν επιφέρει και αλλαγές στη συμπεριφορά των μαθητών. Τα αίτια στην αισθητή αλλαγή της συμπεριφοράς των μαθητών οι ερευνητές τα αποδίδουν στις μεταβολές του οικογενειακού και του ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος, όπως για παράδειγμα τα καθημερινά φαινόμενα βίας, οι οποίες σχετίζονται, ασφαλώς, και με την υγειονομική (περίοδος πανδημίας), οικονομική και κοινωνική κρίση, που ταλάνισε τη χώρα μας τα τελευταία χρόνια.
Ερευνητικά δεδομένα από πολλές χώρες, και ανάμεσα σε αυτές και η χώρα μας, δείχνουν ότι παρατηρείται αύξηση του ποσοστού των ψυχοκοινωνικών διαταραχών στα παιδιά, τουλάχιστον την τελευταία εικοσαετία, και, ειδικότερα, μετά την οικονομική κρίση και την πανδημία. Ως εκ τούτου, στον χώρο του σχολείου τα σημερινά παιδιά δείχνουν να είναι πιο εσωστρεφή, πιο καταπιεσμένα, πιο οργισμένα, πιο απείθαρχα, πιο επιθετικά, πιο παρορμητικά και πιο παραβατικά. Η κοινωνικοποίηση των παιδιών στη βία και τη μίμηση είναι συνεχής, σταθερή και συστηματική. Βία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης-ψηφιακή βία, βία στις σχολικές μονάδες και σε άλλους χώρους κ.ο.κ.. Όπου και αν στρέψουν το βλέμμα τους κυριαρχεί η βία.
Η κοινωνικοποίηση στη βία και τη μίμηση, κυρίως μέσω των κοινωνικών δικτύων, δηλαδή της ψηφιακής βίας, διογκώθηκε με την οικονομική κρίση και τον εγκλεισμό λόγω κορωνοϊού. Οι σημερινοί έφηβοι προσηλωμένοι σε μια οθόνη, μεγάλωναν την περίοδο του κορωνοϊού χωρίς φυσικές δραστηριότητες, κοινωνική ζωή και φίλους. Με την έννοια αυτή, καθηλώθηκαν στο σπίτι και έλαβαν υπερβολική δόση εικονικής, ψεύτικης πραγματικότητας και βίας και σχημάτισαν την εντύπωση ότι έτσι λειτουργεί ο κόσμος. Αλλά, δυστυχώς, αυτή η κατάσταση συνεχίζεται και σήμερα. Τα σημερινά παιδιά είναι προσκολλημένα στην οθόνη (κινητά, τάμπλετ) για πολλές ώρες, χωρίς να ασκούνται σε φυσικές δραστηριότητες, σε αντίθεση με τις προηγούμενες γενιές.
Συνεπώς, η ψηφιακή παιδική ηλικία δημιουργεί μια νέα κουλτούρα μοναξιάς, όπου οι νέοι είναι καθηλωμένοι στην οθόνη και, ταυτόχρονα, κατά κανόνα, μόνοι. Συνεπώς, απομονωμένοι από γονείς, δασκάλους και την πραγματική ζωή οδηγούνται, αναπόφευκτα, σε μια μορφή απο-ανθρωποποίησης, χάνοντας το νόημα της ζωής και αντιμετωπίζοντας το διαδίκτυο ως υποκατάστατο ζωής.
Σε αυτό το περιβάλλον, προστίθεται και ένας ακόμη νέος, δυναμικός αλλά ασαφής και, εν πολλοίς, άγνωστος ρόλος, ο ρόλος της τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ), η οποία εισέρχεται δυναμικά στην εκπαιδευτική πράξη, και όχι μόνο, ενώ η εφαρμογή της προκαλεί ποικίλες αντιδράσεις, από ενθουσιασμό και περιέργεια μέχρι ανησυχία και αβεβαιότητα. Σε κάθε περίπτωση τόσο η ΤΝ όσο και οι ψηφιακές δυνατότητες (π.χ. τα κοινωνικά δίκτυα) δεν πρέπει να χρησιμοποιηθούν επί ζημία της αξιοπρέπειας και υπέρ της απαξίωσης και της κοινωνικής ταπείνωσης των εκπαιδευτικών αλλά και των συμμαθητών, γεγονός που ήδη παρατηρείται, σε έναν ανησυχητικό βαθμό (π.χ. ψηφιακή βία), από μερίδα μαθητών και όχι μόνο. Η ΤΝ επιβάλλεται να υπηρετεί τον άνθρωπο και όχι άλλους σκοπούς και, κυρίως, όχι την εξουσία.
Ως κατακλείδα στο θέμα αυτό τονίζουμε τα ακόλουθα. Τον τελευταίο καιρό διαπιστώνονται πολύ ανησυχητικά φαινόμενα, τα οποία αφορούν τη συμπεριφορά ενός ικανού αριθμού μαθητών, οι οποίοι εκδηλώνουν, σαφώς, παρεκκλίνουσα συμπεριφορά είτε εναντίον συμμαθητών τους είτε στοχευμένα σε βάρος των εκπαιδευτικών τους. Συνεπώς, η ευθύνη των γονέων και της πολιτείας στο θέμα αυτό είναι πολύ μεγάλη. Τονίζουμε ιδιαίτερα την ευθύνη των γονέων στη συμπεριφορά των παιδιών τους, δεδομένου ότι είναι ψυχολογικά αποδεδειγμένη η παραδοχή ότι η παιδική ηλικία καθορίζει τον χαρακτήρα του παιδιού.
Αυτό το απαιτητικό περιβάλλον μπορεί να οδηγήσει, δυστυχώς, τον εκπαιδευτικό όχι μόνο σε αναστάτωση, ανατροπή των δεδομένων και εξουθένωση, αλλά και σε μια σιωπηλή παραίτηση, σε μία ψυχική κατάπτωση, δηλαδή σε μια εσωτερική απόσυρση από τη δημιουργικότητα, τη χαρά και την πρωτοβουλία. Στο σημείο αυτό υπογραμμίζουμε εμφατικά ότι για να μπορέσει ο εκπαιδευτικός να ανταποκριθεί πληρέστερα στο έργο του χρειάζεται ένα ευνοϊκό περιβάλλον εργασίας σε ένα σχολείο δημιουργικό, που αναπτύσσει σωστές προσωπικότητες και εμπνέει, δίνοντας όραμα για τη ζωή των μαθητών του.
Στο πνεύμα αυτό, κρίνεται απαραίτητη η θεσμική προστασία των εκπαιδευτικών από παράγοντες (π.χ. μερίδα γονέων) που διαταράσσουν την εκπαιδευτική διαδικασία και την εύρυθμη λειτουργία του σχολείου, δημιουργώντας, ορισμένες φορές, καταπιεστικές καταστάσεις σε βάρος τους και οδηγώντας τους σε οδυνηρές επιλογές, αδυνατώντας να τις διαχειριστούν με ορθολογικό τρόπο.
Αναφορικά με το σχολείο, επισημαίνουμε ότι επιβάλλεται να δώσει βαρύτητα στη μόρφωση και την κοινωνική παιδεία και, προφανώς, να μην περιορίζεται στον ρόλο του απλού μεταδότη στείρων γνώσεων. Γιατί θέλουμε έναν μαθητή με υψηλό γνωστικό επίπεδο και ανεπτυγμένες δεξιότητες, όπως κριτική και δημιουργική σκέψη και ενισχυμένη αυτοπεποίθηση. Έναν μαθητή που σέβεται τις πανανθρώπινες αξίες, την ιστορία της χώρας, τον πολιτισμό και το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον. Έναν μαθητή που σέβεται τον συνάνθρωπό του και τη δημόσια και ιδιωτική περιουσία, μην βανδαλίζοντας κτήρια ή αναγράφοντας χυδαία και απαράδεκτα συνθήματα. Έναν μαθητή με αρχές υπέρ της δημοκρατίας και της ειρήνης και εναντίον της βίας.
*Ο Χαράλαμπος Κωνσταντίνου είναι Ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων - Αντιπρόεδρος Παιδαγωγικής Εταιρείας Ελλάδος.


