Οι τελευταίες ημέρες του Λόρδου Βύρωνα… (Ιατρικές μαρτυρίες και ιστορικές καταγραφές)
Η ασθένεια που οδήγησε στον θάνατο τον Λόρδο Βύρωνα φαίνεται πως εκδηλώθηκε την άνοιξη του 1824, κατά την παραμονή του στο Μεσολόγγι, όταν ύστερα από ιππασία με τον Κόμη Πιέτρο Γκάμπα, εκτέθηκε σε έντονη καταρρακτώδη βροχή. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες της εποχής, παρέμεινε για αρκετή ώρα με τα βρεγμένα ρούχα του και αρνήθηκε να αλλάξει, παρά τις παραινέσεις των συνοδών του, επιμένοντας ότι όφειλε να επιδείξει την ίδια αντοχή και σκληραγωγία με έναν στρατιώτη. Οι πληροφορίες για την πορεία της ασθένειάς του προέρχονται κυρίως από τους θεράποντες ιατρούς του, ιδιαίτερα από τη χειρόγραφη αναφορά του Ιταλού ιατρού Φραγκίσκου Μπρούνο, καθώς και από μαρτυρίες Ελλήνων αγωνιστών.
Τα πρώτα συμπτώματα περιλάμβαναν έντονη ρίγη, υψηλό πυρετό και ισχυρή κεφαλαλγία. Στην ιατρική του παρακολούθηση συμμετείχαν ο Ιταλός Μπρούνο, ο αγγλοολλανδικής καταγωγής Τζούλιους Μίλινγκεν, ο Έλληνας Λουκάς Βάγιας, ο Ιταλός Φόρτι και ο Γερμανός Ερρίκος Τράιμπερ. Ωστόσο, οι γιατροί δεν κατόρθωσαν να συμφωνήσουν σε σαφή διάγνωση ούτε στην καταλληλότερη θεραπευτική αντιμετώπιση, γεγονός που οδήγησε σε σύγχυση και καθυστέρηση.
Οι θεραπευτικές πρακτικές που εφαρμόστηκαν αντανακλούσαν τις ιατρικές αντιλήψεις της εποχής: επανειλημμένες αφαιμάξεις, χρήση βδελλών, καθαρτικά και φαρμακευτικές ουσίες όπως αντιμόνιο, άνισο και κιγχόνη. Επιπλέον, του χορηγήθηκε κόκκινο κρασί Μπορντώ με κινά, καθώς και λάβδανο. Ο ίδιος ο Βύρωνας αντιδρούσε έντονα στις αφαιμάξεις, θεωρώντας αυτές ως εξαιρετικά εξαντλητικές, ενώ βασανιζόταν ψυχολογικά από μια παιδική προφητεία σύμφωνα με την οποία έπρεπε να προσέξει ιδιαίτερα το 37ο έτος της ηλικίας του.
Κατά την ημέρα του Πάσχα σημειώθηκε παροδική βελτίωση της κατάστασής του, γεγονός που αναπτέρωσε τις ελπίδες τόσο των ιατρών όσο και των κατοίκων του Μεσολογγίου, οι οποίοι παρακολουθούσαν με αγωνία την εξέλιξη της υγείας του. Η βελτίωση, ωστόσο, αποδείχθηκε προσωρινή. Ο ασθενής παρουσίασε παραλήρημα, σπασμούς των άκρων και τελικά κατέληξε στις 7/19 Απριλίου 1824, στις 17:40 το απόγευμα, λίγες μόλις ημέρες πριν συμπληρώσει τα 37 του χρόνια.
Την επομένη του θανάτου του πραγματοποιήθηκε νεκροτομή παρουσία των τεσσάρων θεραπόντων ιατρών και του Ιωάννη Ιακώβου Μάγερ. Σύμφωνα με την αναφορά του Μπρούνο, διαπιστώθηκαν συμφύσεις στη χοριοειδή μήνιγγα του εγκεφάλου, πρόωρη γήρανση των οστών του κρανίου, υπερτροφία της καρδιάς και ήπαρ μικρότερο του φυσιολογικού, πιθανότατα λόγω κίρρωσης. Οι πνεύμονες βρέθηκαν υγιείς, ενώ δεν παρατηρήθηκαν παθολογικές αλλοιώσεις στα έντερα ή στα νεφρά.
Οι βιογραφικές αναφορές που απέδιδαν τον θάνατό του σε τυφοειδή πυρετό φαίνεται να μην επιβεβαιώνονται από τα νεκροτομικά ευρήματα, καθώς απουσίαζαν εντερικές αλλοιώσεις χαρακτηριστικές της νόσου. Αντίστοιχα, το ενδεχόμενο ελονοσίας θεωρείται λιγότερο πιθανό, καθώς η νόσος ήταν γνωστή και διαδεδομένη, ενώ ο Βύρωνας είχε ήδη λάβει κιγχόνη, βασικό θεραπευτικό μέσο της εποχής. Η πνευμονία επίσης αποκλείεται, δεδομένης της καλής κατάστασης των πνευμόνων. Η επικρατέστερη εκτίμηση είναι ότι επρόκειτο για οξεία λοίμωξη που οδήγησε τελικά σε ουραιμία.
Ο Ερρίκος Τράιμπερ αναφέρει ότι ο Βύρων ακολουθούσε άστατο τρόπο ζωής, με κατανάλωση αλκοόλ και περιορισμένη συμμόρφωση στις ιατρικές οδηγίες, ενώ η ψυχική του ένταση επιβάρυνε περαιτέρω την κατάσταση της υγείας του. Λίγο πριν τον θάνατό του φέρεται να δήλωσε πως είχε αφιερώσει στην Ελλάδα τον χρόνο, την περιουσία, την υγεία και τελικά τη ζωή του, θεωρώντας αυτή την προσφορά ως την ύψιστη θυσία. Οι τελευταίες του λέξεις, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, ήταν το όνομα της κόρης του Άντας και της Ελλάδας.
Ο θάνατός του προκάλεσε βαθιά συγκίνηση και εθνικό πένθος. Ο Διονύσιος Σολωμός απέτισε φόρο τιμής με την περίφημη «Ωδή εις τον θάνατον του λόρδου Μπάιρον», αποτυπώνοντας ποιητικά τη συλλογική θλίψη του ελληνικού λαού. Η κηδεία του πραγματοποιήθηκε στις 10/22 Απριλίου 1824 στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου στο Μεσολόγγι, παρουσία πλήθους κόσμου, με 36 κανονιοβολισμούς όσα και τα χρόνια της ζωής του και επικήδειο λόγο από τον Σπυρίδωνα Τρικούπη.
Η σορός του μεταφέρθηκε μέσω της Ζακύνθου στην Αγγλία και ενταφιάστηκε στην εκκλησία κοντά στα πατρικά του κτήματα. Σε έλεγχο του τάφου το 1938 επιβεβαιώθηκε η παρουσία της σορού του στο φέρετρο, καθώς και η ύπαρξη ληκύθου που περιείχε την καρδιά και τον εγκέφαλό του.
Η ελληνική πολιτεία και ιδιαίτερα το Μεσολόγγι τίμησαν διαχρονικά τη μνήμη του. Ανδριάντες, μνημεία και αναμνηστικές στήλες ανεγέρθηκαν προς τιμήν του, ενώ συνοικισμός στην Αθήνα έλαβε το όνομά του το 1924, ο γνωστός σε όλους Βύρωνας. Η διαχρονική αυτή τιμή επιβεβαιώνει ότι ο Λόρδος Βύρων δεν καταγράφηκε μόνο ως σπουδαίος ποιητής του ρομαντισμού, αλλά και ως σύμβολο φιλελληνισμού και αυταπάρνησης, του οποίου η ζωή και ο θάνατος συνδέθηκαν άρρηκτα με τον αγώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας.


