Ολοκληρωτική κάθαρση στην πολιτική ζωή!

on .

 Άκουγα τις προάλλες συζητήσεις πολιτικών που περιλαμβάνονται στη δικογραφία της Ευρωπαίας Εισαγγελέως, με την οποία ζητάει την άρση ασυλίας βουλευτών, πρώην και νυν υπουργών, για τυχόν διαπραχθέντα αδικήματα. Συνειρμικά γύρισα κάμποσα χρόνια πίσω, στα χρόνια τα φοιτητικά. Θυμήθηκα τον καθηγητή Ιωάννη Σταματάκο, έναν γνήσιο Μανιάτη, που δεν έχανε, κάθε τόσο, την ευκαιρία να μας υπενθυμίζει: «Μην ξεχνάτε», μας έλεγε, αποκαλώντας μας «νεοέλληνες», «πως από τη μακροχρόνια σκλαβιά κληρονομήσαμε τρία σακατιλίκια: τον ραγιαδισμό, το ραχατιλίκι και το ρουσφέτι». Και τα τρία αυτά, πρόσθετε, η σύγχρονη πολιτική ζωή όχι μόνο δεν τα εξάλειψε, αλλά, μεταλλάσσοντάς τα επί τα χείρω —σε κομματισμό και σε λαϊκισμό— τα διατήρησε και, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα επαύξησε.

Το ξαναθυμήθηκα λίγα χρόνια αργότερα, παρακολουθώντας την κινηματογραφική ταινία «Υπάρχει και φιλότιμο», με πρωταγωνιστή τον πολιτικό «Μαυρογιαλούρο», ένα πολιτικό λαϊκιστή, με πελατειακές σχέσεις και ψεύτικες υποσχέσεις, που παρουσιαζόταν αφελής με τις απάτες των συνεργατών του, που δεν αργούσαν όμως να γίνουν αντιληπτές από τα θύματά τους. Όλα αυτά τα επανέφερα στη μνήμη μου και σκέφτηκα πως, αν δεν υπήρχε η Ευρωπαία Εισαγγελέας να τα αποκαλύψει, ο λαϊκισμός και ο κομματισμός, με τον οποίο μας έχουν ποτίσει οι πολιτικοί μας, θα συνέχιζε το ολέθριο έργο του και η εποχή μας δεν θα διέφερε σε τίποτε από την εποχή του «Μαυρογιαλούρου».

Να ελπίσουμε ότι, επί τέλους, θα απαλλαγούμε από την ευπιστία που μας διακρίνει; Αυτό όμως, για να γίνει, πρέπει να κατανοήσουμε πως η ευπιστία, που, κάτω από την καταλυτική επίδραση του κομματισμού και του λαϊκισμού που ενσπείρουν οι εκάστοτε κυβερνώντες, δεν είναι απλή πλάνη, αλλά, όπως μας έχουν προειδοποιήσει οι αρχαίοι πρόγονοί μας, είναι πραγματική ανανδρία που δεν μας επιτρέπει να παραδεχτούμε τα λάθη μας και τις προτιμήσεις μας.

Να κατανοήσουμε επίσης και να παραδεχτούμε πως, μέσα σε μια Πολιτεία, οι συνηθισμένοι πολιτικοί ηγέτες, όπως αυτοί τους οποίους ζήσαμε τα περισσότερα χρόνια της λεγόμενης μεταπολίτευσης, δεν ήταν τίποτε περισσότερο ή τίποτε λιγότερο από εμάς τους ίδιους, και το μόνο βέβαιο γεγονός ήταν να γίνονται χειρότεροι από εμάς, γιατί αυτοί ήξεραν τα όσα έπρατταν σε βάρος μας, τα οποία εμείς δεν ξέραμε. Και δεν το ξέραμε, γιατί είμαστε επηρεασμένοι από την πολιτική, όπως αυτή, κατά κανόνα, ασκείται στον κόσμο και, συνεπώς, και στον τόπο μας.

Αυτό όμως δεν είναι το γνήσιο πρόσωπο της πολιτικής· είναι το προσωπείο της, που διψάει για κυριαρχία, για φτηνούς εγωισμούς και για άνομα συμφέροντα. Αυτό το είδος της πολιτικής, το οποίο ζήσαμε και ζούμε όλα αυτά τα χρόνια, έχει συνηθίσει —και μας έχει συνηθίσει— προεκλογικά να δίνει υποσχέσεις που, όταν πάρει την εξουσία, δεν τις εφαρμόζει, και, μετεκλογικά, ασκώντας προς ίδιον όφελος την εξουσία, να μη λέει αυτά που κάνει και να μη κάνει αυτά που λέει.

Αυτή όμως η τακτική δεν έχει σχέση με την ουσία της πολιτικής, που, από την εποχή του Αριστοτέλη έχει καθιερωθεί ως «η φυσική και αναγκαία απόληξη κάθε γνήσιας ηθικής πράξης, κάθε μορφής της αρετής». Στα πλαίσια αυτά, οι νομοθέτες και οι ηγέτες των λαών είναι, κρινόμενοι με όσα λένε και πράττουν, κατ’ εξοχήν παιδαγωγοί. Παιδαγωγός ήταν ο Περικλής του «Επιταφίου» και των ηγετικών γνωρισμάτων που του αναγνωρίζει ο Θουκυδίδης, με τα οποία εδραίωσε το μεγαλείο της Αθηναϊκής Πολιτείας, σε σημείο που του έδωσε το δικαίωμα να καυχιέται: «την τε πάσαν πόλιν παίδευσιν κοινήν της Ελλάδος είναι».

Πρέπει όμως να έχουμε το θάρρος να παραδεχτούμε πως τέτοιους πολιτικούς, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, δεν αξιωθήκαμε να έχουμε, επειδή οι ίδιοι, σύμφωνα με τη διαβεβαίωση του Οδυσσέα Ελύτη, «από άποψη ελληνικής παιδείας και πνευματικής καλλιέργειας βρίσκονται σε μαύρα μεσάνυχτα». Συνεπώς, σκόπιμα έχουν οδηγήσει την παιδεία μας σ’ αυτό το κατάντημα, για να μην μπορούν οι πολίτες να συνειδητοποιούν το κατάντημά τους και να είναι σε θέση να μπορούν να επιπλέουν.

Πάρτε για παράδειγμα τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Πρόκειται, μας λένε σήμερα, μετά τις αποκαλύψεις, για ένα φαινόμενο του «βαθέος κράτους» και για μια «δική μας αστοχία». Ούτε το ένα συμβαίνει ούτε το άλλο. Πρόκειται για μια ενσυνείδητη κακουργηματική πράξη των υπεύθυνων πολιτικών και των συνεργατών τους, με την οποία εξασφάλιζαν τις ψήφους των πελατών τους, αλλοίωναν την ουσία της Δημοκρατίας, αδικούσαν τίμιους αγρότες παραγωγούς που πάλευαν να επιβιώσουν και έθεταν δυναμίτιδα στα θεμέλια της αγροτικής παραγωγής, που αποτελεί για χώρες όπως είναι η Ελλάδα το θεμέλιο της εθνικής οικονομίας.

Έτσι κατάντησαν τη χώρα μας την πιο καταχρεωμένη χώρα της Ευρώπης, με οικονομία στην οποία, τελευταία, μας έχει ξεπεράσει και η Βουλγαρία. Και να λάβουμε υπόψη ότι ο ΟΠΕΚΕΠΕ δεν αποτελεί μοναδικό φαινόμενο. Τα ίδια, ασφαλώς, συνέβαιναν με τα «μεσογειακά ολοκληρωμένα προγράμματα», με τα «προγράμματα ευρωπαϊκής στήριξης» και με το «ταμείο ανάκαμψης». Γι’ αυτό η κάθαρση στην πολιτική ζωή πρέπει να είναι ολοκληρωτική και όσοι ασχημόνησαν σε βάρος του ελληνικού λαού, εκόντες ή άκοντες, πρέπει να εξαφανιστούν από το πολιτικό προσκήνιο.

Και πώς θα γίνει αυτό; Ασφαλώς όχι με την τακτική του «ωχαδερφισμού», που ακολουθήσαμε μέχρι σήμερα, αλλά με την προτροπή του ποιητή, που, από καιρό, μας έστειλε το μήνυμά του και μας προειδοποίησε: «Το Γένος βουλιαγμένο μες στον αιώνα να λυτρωθεί μονάχο του μπορεί, μα να ξυπνήσει πρέπει η πλέρια μνήμη, βαθιά του αδάμαστη και τρομερή».

Αυτή «η πλέρια μνήμη» θα μας επιβάλει την υποχρέωση να θέσουμε στον εαυτό μας μερικά αμείλικτα ερωτήματα: Είναι η πατρίδα που φτιάξαμε όπως την ονειρεύτηκαν οι πατέρες μας, που κάηκαν στη φωτιά των μεγάλων αγώνων για να τη θεμελιώσουν με το αίμα τους; Είναι η Πολιτεία μας πολιτεία λευτεριάς και δικαιοσύνης, κράτος του νόμου και της αρετής; Έχει εδραιωθεί βαθιά στην ψυχή μας η πίστη στη δυνατότητα του λαού μας να προσδιορίζει μόνος του τη ζωή του και τη μοίρα του, ώστε «μπροστά καινούριος κόσμος να βαδίσει, όταν ξυπνήσουν κάποτε οι λαοί»;

Σ’ αυτό το ξύπνημα του λαού μας πολύτιμη μπορεί να αποβεί η μνήμη όσων αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν για τη λευτεριά μας. Αυτή η μνήμη ας καταυγάζει τις ψυχές μας και ας φωτίζει τη συνείδησή μας, γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι: «Λαός χωρίς μνήμη είναι λαός χωρίς ιστορία, και λαός χωρίς ιστορία παύει να είναι λαός».

OSDEL DIGITAL STATIC BANNERS 900x300