Ρουσφέτι ανεξαρτήτως πολιτικού χρώματος!
Η συζήτηση περί «κράτους της Δεξιάς» που δήθεν εισήγαγε ή μονοπώλησε τα ρουσφέτια στην Ελλάδα επανέρχεται συχνά στον δημόσιο λόγο, κυρίως από κόμματα της Αριστεράς. Πρόκειται, ωστόσο, για μια απλουστευτική ανάγνωση μιας βαθύτερης και διαχρονικής παθογένειας του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Αν δει κανείς τη μεγάλη εικόνα της Μεταπολίτευσης, δύσκολα μπορεί να στηρίξει μια τέτοια μονοδιάστατη ερμηνεία.
Στα 52 χρόνια που ακολούθησαν την πτώση της δικτατορίας, οι δεξιές ή φιλελεύθερες κυβερνήσεις άσκησαν εξουσία για περίπου 23 χρόνια. Στα υπόλοιπα 29, τη διακυβέρνηση είχαν άλλες πολιτικές δυνάμεις. Είναι προφανές ότι το φαινόμενο των εξυπηρετήσεων, των διορισμών και της πελατειακής λογικής δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά σε έναν ιδεολογικό χώρο. Αντίθετα, διαπερνά οριζόντια το πολιτικό σύστημα, ανεξαρτήτως χρώματος.
Ιδιαίτερα μετά το 1981, όταν το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου ανέλαβε την εξουσία με ισχυρή λαϊκή εντολή, υπήρχε η ιστορική ευκαιρία για μια ριζική αναμόρφωση του κράτους και της δημόσιας διοίκησης. Αντί όμως να οικοδομηθεί ένα σταθερό πλαίσιο αξιοκρατίας και θεσμικής συνέχειας, κυριάρχησε μια διαφορετική εκδοχή του ίδιου μοντέλου: η διεύρυνση του κράτους με όρους κομματικής επιρροής. Το φαινόμενο δεν περιορίστηκε εκεί. Σε διαφορετικές περιόδους και υπό διαφορετικές κυβερνήσεις, συμπεριλαμβανομένων και πιο πρόσφατων, καταγράφηκαν αντίστοιχες πρακτικές, έστω και με διαφορετική ένταση ή μορφή.
Η αλήθεια είναι ότι τα ρουσφέτια δεν αποτελούν απλώς πολιτική επιλογή αλλά είναι σε μεγάλο βαθμό προϊόν της ίδιας της δυσλειτουργίας του κράτους. Όταν οι διαδικασίες είναι χρονοβόρες, πολύπλοκες και συχνά αδιαφανείς, ο πολίτης αναζητά διέξοδο. Και αυτή η διέξοδος, διαχρονικά, ήταν η «γνωριμία», η «παρέμβαση» και η προσωπική εξυπηρέτηση. Έτσι αναπαράγεται ένας φαύλος κύκλος, στον οποίο πολίτες και πολιτικοί εγκλωβίζονται αμοιβαία.
Η ψηφιοποίηση των υπηρεσιών προβάλλει ως μια πιθανή διέξοδος από αυτό το μοντέλο. Περιορίζοντας την άμεση επαφή με τον ανθρώπινο παράγοντα, μειώνει τα περιθώρια αυθαίρετων παρεμβάσεων. Ωστόσο, ακόμη και αυτή η μετάβαση δεν είναι χωρίς προβλήματα. Η γραφειοκρατία δεν εξαφανίζεται απαραίτητα και συχνά μετασχηματίζεται σε ψηφιακή γραφειοκρατία, μεταφέροντας το βάρος στον πολίτη, ο οποίος καλείται να επαναλαμβάνει αιτήσεις και διαδικασίες, ακόμη και για δεδομένα που το κράτος ήδη διαθέτει.
Το ζητούμενο, συνεπώς, δεν είναι απλώς η τεχνολογική αναβάθμιση αλλά μια ουσιαστική αλλαγή φιλοσοφίας στη λειτουργία του κράτους. Ένα κράτος πραγματικά φιλικό προς τον πολίτη δεν θα απαιτεί διαρκείς παρεμβάσεις για τα αυτονόητα. Θα λειτουργεί με κανόνες, διαφάνεια και ταχύτητα, χωρίς να αφήνει χώρο για «διευκολύνσεις».
Σε αυτό το πλαίσιο, είναι κρίσιμο να γίνει και μια σαφής διάκριση: άλλο οι κοινωνικές παροχές που θεσμοθετούνται με συγκεκριμένα κριτήρια και άλλο οι παράνομες πρακτικές ή η διαφθορά, που υπονομεύουν το δημόσιο συμφέρον. Η συχνή σύγχυση μεταξύ των δύο δεν βοηθά στον δημόσιο διάλογο.
Τελικά, το πελατειακό κράτος που δεν είναι μόνο ευθύνη των πολιτικών, είναι μια βαθιά ριζωμένη κουλτούρα που συντηρείται αμφίδρομα. Οι πολιτικοί το αξιοποιούν για να διατηρήσουν επιρροή και οι πολίτες καταφεύγουν σε αυτό για να ξεπεράσουν τα εμπόδια ενός αναποτελεσματικού μηχανισμού. Το αποτέλεσμα είναι μια ιδιότυπη στασιμότητα αφού έχουμε μια χώρα που εξωτερικά μοιάζει σύγχρονη, αλλά εσωτερικά λειτουργεί συχνά με όρους περασμένων εποχών.
Η υπέρβαση αυτού του μοντέλου δεν μπορεί να έρθει με έξυπνες ατάκες στην Βουλή, τηλεοπτικά σποτάκια ή με την απόδοση ευθυνών αποκλειστικά στον «άλλο πολιτικό πόλο». Απαιτεί θεσμική συνέπεια, πολιτική βούληση και κυρίως μια νέα σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ κράτους και πολιτών. Μόνο τότε το ρουσφέτι θα πάψει να θεωρείται «αναγκαίο κακό» και θα καταστεί οριστικά περιττό.


