Το παγούρι και το σακίδιο της τέχνης
Μέσα στη γενική μαυρίλα των ημερών μας – παρότι για μας τους χριστιανούς το ζωηφόρο φως της Ανάστασης ήρθε, για άλλη μια φορά, να καταυγάσει τις ταλαιπωρημένες ψυχές μας – μέσα στην μπόχα της σήψης και της διαφθοράς, την χωρίς τελειωμό ηθική κατρακύλα του πολιτικού προσωπικού, μέσα στους εκκωφαντικούς ήχους των τυμπάνων του πολέμου και στο οργουελικό σύμπαν του «1984» με τον «τραμπισμό» πρωταγωνιστή τρόμου, έμεινε η Τέχνη, μοναδικό καταφύγιο, αποκούμπι και παραμυθία μας.
Με αφορμή, λοιπόν, την αναχώρηση από τη ζωή, πριν από ενάμιση περίπου χρόνο (9 Δεκέμβρη του 2024), πλήρη ημερών, μιας πολυσχιδούς πνευματικής προσωπικότητας, κριτικού θεάτρου (τα κριτικά του σημειώματα περίμεναν κάθε φορά με αγωνία οι άνθρωποι του θεάτρου), μεταφραστή (από τους πιο σπουδαίους του αρχαιοελληνικού δράματος) και συγγραφέα, γνωστού και με το ψευδώνυμο Κ.Χ. Μύρη, φιλόλογου με «πολλά κιλά γράμματα», Κώστα Γεωργουσόπουλου και ένα εξαιρετικό αφιέρωμα του Βαγγέλη Στεργιόπουλου στην έγκριτη εφ. ΤΑ ΝΕΑ με τίτλο «Κώστας Γεωργουσόπουλος: Μ΄ οδηγό ένα γραφιά... Το παγούρι και το σακίδιο της τέχνης», κατά βάση στηριγμένου στο προφητικό άρθρο του συγγραφέα, που έφερε τον τίτλο «Ποιοι βρίσκουν τη θάλασσα» και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Τα Νέα» την Τρίτη 2 Μαρτίου 1999, θα επιχειρήσουμε να αναλύσουμε τη συμβολή των ανθρώπων της τέχνης στον πολιτισμό μας και τον εθνικό μας βίο γενικότερα, σε αντιδιαστολή με όσα βλέπουμε να συμβαίνουν με το κυβερνητικό πολιτικό προσωπικό τόσο στη χώρα μας όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο, τον «τραμπισμό», τον «πουτισμό», τον «μητσοτακισμό» και κάθε λογής «-ισμό».
«Ο εθνικός βίος, το δημόσιο ήθος», σημειώνει ο αρθρογράφος, «δεν κινδυνεύει από τους καλλιτέχνες, όσο τολμηροί και αν είναι, όσο αιχμηροί, ακόμα και αντιφατικοί». Γι΄ αυτό και η εξουσία τούς «αποφεύγει», όπως ο διάβολος το θυμίαμα θα προσθέταμε εμείς. «Η ζωή του έθνους κινδυνεύει πάντα από πολιτικούς που στον βωμό της σκοπιμότητας (πολιτικής – κομματικής) και της προσωπικής τους καριέρας θυσιάζουν τα τιμαλφή. Τόσα χρόνια και κανένας δεν έχει διδαχτεί από τις πικρές διαπιστώσεις του Γ. Σεφέρη στο συνταρακτικό του «Τελευταίο Σταθμό», όπου χαρακτηρίζει σύσσωμη την πολιτική ηγεσία της εποχής του μετά τη λήξη του πολέμου «ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες» και καριερίστες που μόλις κοπάσει η χλαλοή έρχονται σαν τα κοράκια «να καρπωθούν το αίμα των άλλων» ( «ΤΑ ΝΕΑ», 2.3.1999, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ».
Ο μεγάλος ποιητής της Κύπρου Κώστας Μόντης, έχει γράψει ένα εκπληκτικό ποίημα. Τίτλος του «Κάθοδος των Μυρίων»:
Μας σκότωσαν τους αρχηγούς / κι επιστρέφουμε ακέφαλοι μ’ οδηγό (τι να κάναμε;) ένα γραφιά./ (Όμως η αλήθεια είναι πως αυτοί οι γραφιάδες / ξέρουν να βρίσκουν τη θάλασσα)». Επειδή κατά τον άλλο πρόσφατο νεκρό «γραφιά», τον Μιχάλη Κατσαρό, «το μέλλον μας θα έχει πολλή ξηρασία» και θα χρειαστεί να πάρουμε μαζί μας νερό, οι «γραφιάδες», ανεξάρτητα αν έπιασαν ή όχι όπλο, γνωρίζουν πού υπάρχουν αρτεσιανά ύδατα, πού πηγάδια, πού ποταμοί, γνωρίζουν τους δρόμους που οδηγούν στη θάλασσα· το παγούρι της τέχνης έχει το νερό που ξεδιψά και το σακίδιο της τέχνης έχει τον άρτο που χορταίνει. Ένας στίχος, μια θεατρική παράσταση, τρεις νότες τραγουδιών, τρεις αρμονικές πινελιές, μια χορευτική κίνηση, ένα κινηματογραφικό πλάνο έχουν μεγαλύτερο κύρος από ένα τανκ, ένα κανόνι και ένα βομβαρδιστικό. Όποιος λοιπόν διακονεί την τέχνη και αναλαμβάνει δημόσια την ευθύνη των λόγων του έχει ισότιμο λόγο με τον έμπορο, τον πολιτικό και τον στρατιώτη. Και νομίζω, διαρκέστερο. Ένας άλλος μακαρίτης ποιητής μας, ο Δημήτρης Χριστοδούλου, έχει γράψει τον κωδικό στίχο: «Η ποίηση είναι φίλτρο μετατροπής του τρόμου σε ρυθμό».
Ώσπου να πάψουν οι πολιτικοί της σκοπιμότητας να είναι φίλτρα μετατροπής του ρυθμού σε τρόμο, ας αφήσουν ήσυχους τους δημιουργούς να συγκροτούν ελεύθεροι το μελλοντικό μας πρόσωπο.
Το μέλλον αυτού του τόπου το εγγυώνται ο Σολωμός, ο Παλαμάς, ο Σικελιανός, ο Σεφέρης ο Ελύτης, ο Παρθένης, ο Τσαρούχης, ο Θεοδωράκης, ο Χατζιδάκις, η Πράτσικα (ηγετική μορφή του χορού στη χώρα μας και πρωθιέρεια στην πρώτη τελετή αφής της ολυμπιακής φλόγας στον αρχαιολογικό χώρο της Ολυμπίας, το 1936), ο Παπαδιαμάντης, ο Τερζάκης, ο Βεάκης, ο Μινωτής, ο Καμπανέλλης, ο Αγγελόπουλος... Και αφήστε τους θυμοειδείς ίππους να κλωτσάνε την καρδάρα».
«Χωρίς μουσική η ζωή θα ήταν λάθος», έγραφε ο Φρειδερίκος Νίτσε και επεκτείνοντάς το θα λέγαμε πως «χωρίς την Τέχνη η ζωή θα ήταν λάθος», όπως ένα άγευστο και άνοστο φαγητό. Στη σημερινή σκληρή πραγματικότητα της ηγεμονίας των αριθμών και του οικονομισμού, της απληστίας και του καταναλωτισμού, της εξορίας των ηθικών και ανθρωπιστικών αξιών, του ατομισμού και της ιδιώτευσης, των δημοκρατιόσχημων δικτατοριών και του θεοκρατικού φανατισμού, η τέχνη και οι δημιουργοί της είναι το μοναδικό καταφύγιο της πολύπαθης ανθρώπινης ψυχής και του διωκόμενου κριτικού πνεύματος. Δεν είναι τυχαίο ότι η παντοειδής εξουσία την «αποφεύγει», όπως ο διάβολος το θυμίαμα, και τους δημιουργούς της, που τολμούν και την αμφισβητούν, χαρακτηρίζουν απαξιωτικά ως «ονειροπόλους» και «ουτοπιστές», σε αντίθεση με τον δικό τους «ρεαλισμό» (βλέπε κυνισμό).
Αν υπάρχει, ακόμη, ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο, για ένα ευοίωνο αύριο, αυτό είναι όχι γιατί οι σημερινοί «επαγγελματίες» πολιτικοί μπορούν να το πραγματώσουν, αλλά γιατί οι άνθρωποι του πνεύματος, της τέχνης και του πολιτισμού, όσοι ακόμα δεν μένουν στην ενοχική σιωπή τους, «τοις κείνων ρήμασι- και, δυστυχώς, αργυρίοις- πειθόμενοι», μπορούν να δείξουν τον δρόμο. Τον δρόμο που ο Πλάτωνας και οι άλλοι εκπρόσωποι του απαράμιλλου αρχαιοελληνικού πνεύματος υπέδειξαν: τη λειτουργία των πολιτικών ως «παιδαγωγών του λαού», υπηρετούντων δηλαδή με την συμπεριφορά και το παράδειγμά τους το συλλογικό και όχι το ατομικό συμφέρον, τις δημοκρατικές και ανθρωπιστικές αξίες: τη δικαιοσύνη και την ισοπολιτεία, τη διαφάνεια και την αξιοκρατία, την αριστεία και όχι την «αρεστεία»... Τον δρόμο του σκεπτόμενου και υπεύθυνου πολίτη, που συν-διαμορφώνει «τα κοινά», και όχι του «υπήκοου»- «αχρείου» κατά τον Θουκυδίδη στον αξεπέραστο «Επιτάφιο του Περικλή»- του πολίτη που δεν ψηφίζει με γνώμονα την παντοειδή προσωπική και οικογενειακή του εξυπηρέτηση, αλλά το συνολικότερο καλό και συμφέρον. Τον δρόμο του πολίτη που δεν ψηφίζει μια φορά στα τέσσερα κοινοβουλευτικά χρόνια και το υπόλοιπο διάστημα παρακολουθεί από τον καναπέ, αδιάφορος θεατής, τα πολιτικοκοινωνικά τεκταινόμενα, που όμως τον αφορούν άμεσα, αφού όχι απλά προσδιορίζουν, αλλά καθορίζουν τη ζωή του.
* * *
ΥΓ. «Χριστός Ανέστη - αληθώς» στους αναγνώστες της στήλης, αφού «ει Χριστός ουκ εγήγερται- κατά τον Απόστολο Παύλο- κενόν άρα το κήρυγμα ημών, κενή δε και η πίστις ημών», αν, δηλαδή, ο Χριστός δεν αναστήθηκε, μάταιο το κήρυγμά μας, μάταιη και η πίστη μας, ολόκληρο το οικοδόμημα του χριστιανισμού καταρρέει.


