Το Μεγαλοβδόμαδο των παιδικών μας χρόνων…

on .

Ολόκληρο το Μεγαλοβδόμαδο των παιδικών μας χρόνων το θυμόμαστε ακόμα, όσα χρόνια κι αν περάσουν. Τη Μεγάλη Δευτέρα, ένιωθες  πως κάτι διαφορετικό πλανιόταν στον αέρα. Άρχιζε η εξέλιξη του Θείου Δράματος και η προσμονή του χαρμόσυνου αγγέλματος της Ανάστασης.  Η αίσθηση αυτή ήταν διάχυτη παντού. Προετοιμασίες στο σπίτι, έτσι φτωχικές, καθημερινός εκκλησιασμός με τις αγρυπνίες, με τα φαναράκια να φωτίζουν στα μονοπάτια για την εκκλησία, οι λαμπάδες που αγοράζονταν για όλη την εβδομάδα, καφέ σκούρες από τη Μεγάλη Δευτέρα μέχρι την Μεγάλη Παρασκευή και ολόασπρες για το Μεγάλο Σάββατο.

Τη Μεγάλη Τρίτη ψαλλόταν το τροπάριο της Κασσιανής, της «Εν πολλαίς αμαρτίες περιπεσούσης γυνής». Το τροπάριο της καλλίστης αυτής παρθένου, η οποία κατά την κρίση του αυτοκράτορα Θεοφίλου θεωρήθηκε επιπόλαιη, επειδή απάντησε εύστοχα  και με εξυπνάδα σε παρατήρησή του, με αποτέλεσμα να μην την επιλέξει  ως σύζυγο.  Η Κασσιανή  αποτραβήχθηκε σε μοναστήρι, ντύθηκε το μοναχικό σχήμα και εκεί συνέθεσε το περίφημο ιδιόμελο ομώνυμο τροπάριο, που αργότερα  η Ορθόδοξη Εκκλησία καθιέρωσε ως Δοξαστικό του Όρθρου της Μεγάλης Τετάρτης. Λέγεται  ότι το εμπνεύστηκε από τα Ευαγγέλια, όπου αναφέρουν μια ανώνυμη μοιχαλίδα που ο Ιησούς είχε σώσει από λιθοβολισμό της από πλήθος, με την αθάνατη ρήση Του: «ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω».

Την Μεγάλη Τετάρτη, γινόταν ευχέλαιο στην εκκλησία. Μας πήγαινε η γιαγιά όλα τα εγγόνια και ο παπάς μας μύρωνε στο μέτωπο και στις παλάμες. Μετά βγαίναμε και παίζαμε στο προαύλιο της εκκλησίας. Τη Μεγάλη Πέμπτη, οι γυναίκες έβαφαν τα αυγά. Από το πρωί,  αγόρια και κορίτσια, γυρίζαμε στις γειτονιές και λέγαμε τα κάλαντα: «Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα. Σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται. Κι ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι, να λάβει Δείπνο Μυστικό, να τον συλλάβουν όλοι»… 

Νωρίς το απόγευμα πηγαίναμε στην εκκλησία, για να μη χάσουμε ούτε ένα ευαγγέλιο. Θυμάμαι έξω από την Ωραία Πύλη τοποθετούσαν μια μπρούτζινη αψίδα με 12 θήκες για 12 αναμμένα κεριά. Μετά την ανάγνωση του κάθε Ευαγγελίου, ο νεωκόρος έσβηνε από ένα κερί και έτσι το εκκλησίασμα γνώριζε ποιο Ευαγγέλιο έπεται. Μετά την ανάγνωση των έξι πρώτων Ευαγγελίων, ακολουθούσε η έξοδος του παπά από το Ιερό με τον Τίμιο Σταυρό, τον περιέφερε και τον τοποθετούσε στο κέντρο, ενώ απήγγειλε: «Σήμερον  κρεμάται επί ξύλου ο εν’ ύδασι την γην  κρεμάσας. Στέφανον εξ ακανθών περιτίθεται ο των Αγγέλων Βασιλεύς».

Τη Μεγάλη Παρασκευή και αφού είχε γίνει η Αποκαθήλωση, ο ουρανός σχεδόν πάντοτε συννεφιασμένος, λες και η φύση συμμετείχε στο Θείο Δράμα. Η καμπάνα χτυπούσε αδιάκοπα πένθιμα όλη την ημέρα. Είχαμε κανονίσει όλα τα παιδιά να χτυπά με την καμπάνα με τη σειρά να μην κουραζόμαστε, αλλά και το αποζητούσαμε από μέσα μας να προσφέρουμε στον  Σταυρωθέντα  Ιησού. Το βράδυ συμμετείχαμε στα Εγκώμια. Έπονταν στη συνέχεια η περιφορά του Επιταφίου εκτός εκκλησίας υποβασταζόμενος από παιδιά του χωριού που υπηρετούσαν στο στρατό ή στη χωροφυλακή. Ακολουθούσαμε κι εμείς, ντυμένα «παπαδάκια» όπως και οι χωριανοί την Ιερά πομπή με αναμμένες λαμπάδες και τα παιδιά με φαναράκια.

Το Μεγάλο Σάββατο ένιωθες ότι κάτι είχε αλλάξει. Πρωί μεταλαβαίναμε λίγο οι ετοιμασίες σε κάθε σπίτι για τη μαγειρίτσα, για το ψήσιμο του αρνιού, το κοκορέτσι, τα κουλούρια, που θα τρώγαμε μετά την νηστεία που κάναμε, άλλαζε τη διάθεσή μας. Γύρω στα μεσάνυχτα, ξανά για την εκκλησία, οικογενειακώς, με άσπρες λαμπάδες, λόγω του χαρμόσυνου γεγονότος, παρακολουθούσε με κατάνυξη τη Θεία Λειτουργία της Ανάστασης. Σε λίγο έβγαινε ο παπάς στην Ωραία Πύλη ύψωνε το Άγιο  Φως και αναφωνούσε: «Δεύτε λάβετε Φως  εκ του ανεσπέρου Φωτός…» κι όλοι οι πιστοί έσπευδαν ποιος θα ανάψει  πρώτος τη λαμπάδα. Στη συνέχεια το εκκλησίασμα έβγαινε στο προαύλιο όπου ο παπάς αναφωνούσε το πολυπόθητο: «Χριστός  Ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας  και τοις εν τη μνήμασι, ζωήν  χαρισάμενος».   

Με το άκουσμα της χαρμόσυνης είδησης, άρχιζε να χτυπά θριαμβευτικά η καμπάνα. Οι οικογένειες άρχιζαν αγκαλιές, γέλια φιλιά, ευχές με τους συγχωριανούς, αναφωνώντας χαρούμενοι «Χριστός Ανέστη», «Αληθώς Ανέστη». Μετά φεύγαμε  από την εκκλησία, παρά την παρότρυνση του παπά να παραμείνουμε. Ποιος τον άκουγε. Φεύγαμε για τα σπίτια μας όπου μας περίμενε το γιορτινό τραπέζι. Το τσούγκρισμα των αυγών και τα τραγούδια.

Ξημέρωνε η Κυριακή του Πάσχα. Κάθε σπίτι έψηνε, το τραπέζι στρωμένο με τα κεράσματα κι από παντού ακουγότανε γέλια τραγούδια και χαρές. Τις τρεις μέρες της Λαμπρής τα μεσημέρια μετά τη Δεύτερη Ανάσταση στήνονταν τα Πασχαλινά χοροστάσια με τραγούδια αναστάσιμα που συμμετείχαν όλοι οι χωριανοί, όπως: «Κάτω στα Ιεροσόλυμα μα το Χριστός Ανέστη και τ’  Αληθώς Ανέστη» και την τρίτη μέρα έκλειναν  με τις «κύκλες» τα γνωστά «καγκέλια». 

Αξέχαστες οι Άγιες μέρες αυτές, ανεξίτηλες έχουν μείνει στο νου μου. 

Χριστός Ανέστη και χρόνια πολλά!

Γιάννης Τσόδουλος

OSDEL DIGITAL STATIC BANNERS 900x300