«Τσαρούχι απ’ τον τόπο σου...»
Στην επιφάνεια της κοινωνίας μας αργοσαλεύει ακόμα τούτη η παροιμία «τσαρούχι απ’ τον τόπο σου κι ας είν’ και μπαλωμένο» και υποστηρίζεται από πολλούς και περισσότερο από ριζωμένους σε πάτρια χώματα, που πολύ λίγο ραντίζονται με δηλητήριο σύγχρονου πολιτισμού και ξοδεύεται με το σταγονόμετρο η πνευματική τροφή. Σ’ αυτή την κατηγορία εντάσσεται και η κ. Αφροδίτη. Άφησε στη Γερμανία τον Αλέκο, τον άντρα της, για να συμπληρώσει ένσημα και συντάξιμα χρόνια, πήρε τη δωδεκαετή μοναχοκόρη της, τη Ντίνα και γύρισε στο Καλαθοχώρι της, ένα χωριό ανάμεσα σε Καλαμά και Μουργκάνα, μ’ ένα και μοναδικό σκοπό:
Να γίνει περισσότερο Ελληνοπούλα η κόρη της, να τη γλιτώσει απ’ τη γερμανοποίηση, πηγαίνοντας εδώ στην Ελλάδα σε Γυμνάσιο και Λύκειο, κι αν έχει κότσια, να συνεχίσει ψηλότερες σπουδές. Είχε ακόμα και μια κρυφή σκέψη: Σα μεγαλώσει το κορίτσι να το παντρέψει με συντοπίτη.
Ο Αλέκος στην αρχή δίσταζε, τελικά όμως ασπάστηκε τούτα τα μακρόπνοα σχέδια της γυναίκας του και άναψε το πράσινο φως για τη διάλυση της οικογένειας του. Η κ. Αφροδίτη κουβάλησε στο χωριό το γερμανικό της νοικοκυριό. Νοικοκύρεψε τα πάντα, επιδιόρθωσε το παλιό σπίτι και με ζυγαριά ακρίβειας πορεύονταν στη ζωή της. Ζύγιζε όλες τις ενέργειες, τις κινήσεις, τις σκέψεις, τις χαρές, τις λύπες της και φυσικά τα οικονομικά της. Ένα μόνο δε ζύγιζε. Και αυτό ήταν το ατέλειωτο ενδιαφέρον για τη μόρφωση και την προκοπή της Ντίνας.
Την έγραψε λοιπόν στην πρώτη τάξη του κοντινού Γυμνασίου και πηγαινοέρχονταν με το λεωφορείο της γραμμής. Η Ντίνα δεν ήταν μόνο κόρη, καθώς μεγάλωνε, γινόταν και φιλενάδα με τη μάνα της. Απ’ τον πρώτο καιρό έδειξε έφεση για γράμματα, για πολλά γράμματα, όπως φαίνεται απ’ το πρωί η μέρα. Απ’ τα βιβλία δε σήκωνε κεφάλι. Και στον ύπνο της ακόμα έβλεπε αλγεβρικούς τύπους και θεωρήματα ή έλεγε απ’ έξω και παταμηδόν τους χρόνους αρχαίων ρημάτων.
Τελείωσε η Ντίνα το Λύκειο με άριστα, χωρίς φροντιστήρια, χωρίς παραπάνω έξοδα, και πέτυχε πρώτη στην ιατρική Ιωαννίνων. Με τη φοιτητοποίησή της ορφάνεψε η κ. Αφροδίτη. Φεύγοντας η κόρη απ’ το σπίτι για τη Σχολή φορτώθηκε, εκτός τις αποσκευές, και τις ευχές της μάνας για καλή πρόοδο, αλλά και μια άλλη ευχή ιδιαίτερου και "πονηρού" νοήματος, που της τσίμπησε λίγο την καρδιά της: "Κοίτα, Ντίνα, εκεί στην Σχολή να δεθείς μ’ ένα συντοπίτη μας συνάδελφό σου για το οικογενειακό σου μέλλον, και μη ξεχνάς την κουβέντα της γιαγιάς στον πατέρα σου: "τσαρούχι απ’ τον τόπο σου κι ας είν’ και μπαλωμένο".
Η Ντίνα δεν πήρε πολύ στα σοβαρά τούτη την τελευταία ευχή, τη δέχτηκε όμως με ελαφρύ μειδίαμα και την καταχώνιασε στο υποσυνείδητό της, όπου σιγανάπνεε όλα τα φοιτητικά της χρόνια. Η κ. Αφροδίτη, που πηγαινοέρχονταν συχνά στα Γιάννινα, της το υπενθύμιζε. Η Ντίνα όμως και ως φοιτήτρια συνέχιζε τις μαθητικές της νοοτροπίες και συνήθειες. Έτρωγε κυριολεκτικά και μεταφορικά μέρα-νύχτα, τα επιστημονικά της συγγράμματα. Δεν απουσίαζε ποτέ από καμιά παράδοση. Στα σπουδαστήρια, στα εργαστήρια, στις πρακτικές ασκήσεις πρώτευε πάντα. Όλοι οι καθηγητές της, από βοηθό μέχρι τον κορυφαίο, μιλούσαν γι’ αυτήν. Άλεθε με τη σκέψη της και διύλιζε κάθε ιατρική γνώση κι έφτιαχνε αρμάθα τα δικά της συμπεράσματα, που πολλές φορές προβλημάτιζε μ’ αυτά τους καθηγητές της και κυρίως της Χειρουργικής, που ’χαν μάλιστα πανελλήνια εμβέλεια.
Η Ντίνα, εκτός απ’ τα Γερμανικά, που ήταν δεύτερη μητρική της γλώσσα, μιλούσε άπταιστα και τα Αγγλικά, ενώ τα Γαλλικά της θέλαν κάποια βελτίωση. Και ενώ με πολλή τέχνη φούσκωνε το επιστημονικό της κουβάρι και γέμιζε ικανοποίηση απ’ τις απανωτές επιτυχίες της, η μάνα της κατάπινε μελαγχολία και καίγονταν από αλάλητους καημούς, γιατί δεν έβλεπε σημάδια εκπλήρωσης εκείνης της "πονηρής" ευχής της για "το τσαρούχι απ’ τον τόπο σου...".
Η Ντίνα ούτε καν έδινε σημασία σε ερωτικά μικρόβια κι άλλα κοινωνικά βακτηρίδια, ούτε της φύτρωσαν όνειρα για οικογενειακή αποκατάσταση. Την απασχολούσε έντονα η επιστήμη και μόνο η επιστήμη.
Χωρίς καθυστερήσεις τελείωσε με άριστα την ιατρική και κατά την ορκωμοσία απάγγειλε τον όρκο του Ιπποκράτη. Η ορμή της για παραπέρα μάθηση δεν κόπασε ούτε στιγμή. Την επόμενη χρονιά βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη για ειδίκευση στην καρδιοχειρουργική. Και σ’ αυτή την τετραετή ειδίκευση διέπρεψε και ανοίχτηκε η όρεξη της για ακόμα παραπέρα μάθηση. Όταν ξεκινούσε για τη Θεσσαλονίκη η κ. Αφροδίτη άλλαξε λίγο την ευχή. Αντί "τσαρούχι απ’ τον τόπο σου..." της είπε "Κοίταξε να τυλίξεις κανέναν Ηπειρώτη και κατά προτίμηση Γιαννιώτη".
Ούτε και τούτη η ευχή έπιασε τόπο. Πέρασαν τα τέσσερα χρόνια με τη μάνα να κάθεται σ’ αναμμένα κάρβουνα, που την έκαψαν, όταν η Ντίνα της γνωστοποίησε πως θα συνεχίσει σπουδές και μάλιστα στο Λονδίνο γι’ άλλα τέσσερα χρόνια. Διάβηκε και τούτος ο καιρός και νέος δρόμος ανοίχτηκε για νέα ειδίκευση, βαθύτερη τώρα και υπερατλαντική. Θα ’φευγε απ’ την Αγγλία για τη Νέα Υόρκη. Η κ. Αφροδίτη τη συνόδεψε τώρα με την τελευταία της ευχή:
"Κοίταξε να δεθείς με Ευρωπαίο, ας είναι ακόμα και Τούρκος"!
Έφυγε η Ντίνα για Αμερική κι έμεινε εδώ στην Ελλάδα ορφανή η κ. Αφροδίτη και τρώγονταν με τα ρούχα της. Σκέφτονταν την τριχοτομημένη οικογένεια και της ανέβαινε καθημερινά η πίεση. Με τα χάπια τη ρύθμιζε και την κρατούσε σε σταθερή κλίμακα. Δεν είχε κανένα, για να αδειάσει τον πόνο της, για να ’βρει λίγη παρηγοριά. Μόνο ο άντρας της, ο Αλέκος, την καταλάβαινε, αλλά κι αυτόν τον έτρωγαν τα ξένα. Ξεσπούσε στο τηλέφωνο, αλλά και αυτό δε γιάτρευε τον πόνο της.
Τις περισσότερες φορές μαράγκιαζαν οι ελπίδες της για την οικογενειακή αποκατάσταση της κόρης της και συχνά μονολογούσε: "καλύτερα η Ντίνα μου να μη πήγαινε καλά στα γράμματα, θα ’μουν τώρα γιαγιά". Κι έτσι πράγματι θα γινόταν, αφού τώρα η Ντίνα πέρασε τα τριάντα της χρόνια. Και καθώς ήταν όμορφη και λυγερή με λευκορόδινα μάγουλα ήταν και ανάρπαστη νύφη. Όσοι την έβλεπαν, μαγνητίζονταν, τη νοστιμεύονταν…
* * *
Εκεί, στο Αμέρικα, η Ντίνα βρέθηκε σε ίλιγγο ιατρικής επιστήμης. Μαζί της ειδικεύονταν συνάδελφοι απ’ όλα τα μέρη του κόσμου. Ένα μωσαϊκό απ’ όλες τις φυλές του πλανήτη. Άσπροι, μαύροι, κίτρινοι, μελαμψοί, ξανθοί κι άλλες αποχρώσεις, δυσκολοπροσδιόριστης προέλευσης. Με μάτια σαν τον ήλιο, σαν το φεγγάρι, σαν κουμπότρυπες, με φρύδια τοξωτά, καγκελωτά, καραμανλικά. Ό,τι ήθελες έβλεπες ή έβρισκες, κι η μάνα έχανε κάποτε το παιδί της.
Το μόνο κοινό, που έδενε τους ειδικευόμενους, ήταν η αγγλική γλώσσα και η κοινή επιστημονική έρευνα. Σ’ όλα τ’ άλλα διέφεραν. Σε τούτο το τυποποιημένο περιβάλλον η Ντίνα δε μπορούσε να προσαρμοστεί, γι’ αυτό και αφάνταστα στενοχωριόταν.
Τη μόνη χαρά, που δοκίμαζε, ήταν όταν βρισκόταν στα ιατρικά εργαστήρια με τα νυστέρια ανάμεσα στα λεπτεπίλεπτα δάχτυλά της ή όταν μελετούσε με το μικροσκόπιο το μικρόκοσμο ή το μακρόκοσμο. Και σε τούτο το χώρο πρώτευε κι άφηνε άναυδους τους Αμερικανούς. Όμως τους τελευταίους μήνες της παρουσιάστηκε ένα αλλιώτικο καρδιακό νόσημα, που θεραπεύονταν με αλλαγή περιβάλλοντος. Τσιμπούσε την καρδιά της εκείνη η ευχή της μάνας της: "τσαρούχι απ’ τον τόπο σου..." και της ανέβαζε πολύ τους παλμούς της. Το τσίμπημα έγινε σουβλιά, έγινε μαχαίρωμα από δράστη συνάδελφό της στα ίδια εργαστήρια. Ένας συνάδελφος Έλληνας καθόλα και Ηπειρώτης. Είχε σώμα Κατσαντώνη, μουστάκι Καραϊσκάκη και πνεύμα Κοραή.
Άκουγε στο όνομα Ντίνος Καλτσοκώστας κι ήταν και αυτός γόνος μεταναστών στα ανθρακωρυχεία του Βελγίου και με προγονικές ρίζες στα άξενα Τζουμερκοχώρια. Και αυτός ως δολιχοδρόμος ανέβηκε τα σκαλιά του πνεύματος, τις ανηφόρες της ιατρικής επιστήμης, ώσπου αντάμωσε με τη Ντίνα. Με τη Ντίνα αλληλομαγνητίστηκαν, συγκρούστηκαν και ραγίστηκαν οι καρδιές τους, κι ας ήταν κι οι δυο τους κορυφαίοι καρδιολόγοι, και ενώθηκαν οι υπάρξεις τους. Με την ολοκλήρωση των σπουδών τους όλα πήραν το δρόμο του ορθόδοξου θεού και σύμφωνα με την πρώτη ευχή της κ. Αφροδίτης, δηλ. "τσαρούχι απ’ τον τόπο σου...". Και τι τσαρούχι, ηπειρώτικο και μάλιστα εντελώς αμπάλωτο!
Βρε πώς τα φέρνει η μοίρα…
Και πριν κοινολογήσουν τις τελεσίδικες αποφάσεις στα συγγενικά τους στρατόπεδα, κανόνισαν και τις τελευταίες λεπτομέρειες του γάμου τους.Ευδόκιμα τέλειωσαν τις σπουδές τους και γύρισαν πακέτο στην Ελλάδα. Αλλά ως προάγγελός τους είχε καταφθάσει η επιστημονική τους φήμη και ανεμπόδιστα προσλήφθηκαν απ’ το πιο σύγχρονο καρδιοχειρουργικό κέντρο των Αθηνών.
...Χωρίς επισημότητες χόρεψαν το χορό του Ησαΐα και πριν καλά-καλά περάσει εξάμηνο η Ντίνα γέννησε τις δίδυμες κόρες της. Η "παράνομη" και πρόωρη σπορά δυσαρέστησε κάπως τις συμπεθέρες, αλλά η χαρά τους απ’ τα αίσια επακόλουθα έδιωξε τη λύπη.Τώρα κάθε απόγευμα βγάζουν βόλτα με ξεχωριστά καροτσάκια τις συνονόματες εγγονούλες τους: Αφροδίτη και Μελπομένη και συναγωνίζονται, σα νεανίζουσες, ποια θα καλοστρώσει τις ροζ κουβερτούλες τους και οι συμπέθεροι, συνταξιούχοι πλέον και πατριδογυρισμένοι, σκοτώνουν το χρόνο ταβλίζοντας και αναπολώντας τις μεταναστευτικές τους περιπέτειες. Όσο για το ιατρικό ζευγάρι, αυτό χάνεται στον επιστημονικό του στίβο, χωρίς πονοκέφαλο για τις βιοτικές ανάγκες της οικογένειας…
Χριστόφορος Λεοντάρης


