«Λάζαρε, δεύρο έξω…»
Το γεγονός της Ανάστασης του Λαζάρου κατέχει εξέχουσα θέση στην εκκλησιαστική παράδοση, όχι μόνο ως ένα θαυματουργικό γεγονός, αλλά κυρίως ως θεολογική αποκάλυψη της εξουσίας του Χριστού επί της ζωής και του θανάτου. Ο Λάζαρος, φίλος του Κυρίου και αδελφός της Μαρίας και της Μάρθας, ασθενεί βαρέως και τελικώς πεθαίνει, πριν ακόμη ο Ιησούς φθάσει στη Βηθανία, παρά την έγκαιρη ειδοποίηση των οικείων του.
Η εκούσια καθυστέρηση του Χριστού δεν αποτελεί ένδειξη αδιαφορίας, αλλά εντάσσεται στο σωτηριολογικό σχέδιο της φανερώσεως της θείας δόξης. Η φράση Του προς τους μαθητές ότι «ο φίλος ημών Λάζαρος κεκοίμηται» αποκαλύπτει την οπτική της Εκκλησίας περί του θανάτου ως προσωρινού ύπνου, τον οποίο ο Θεός δύναται να ανατρέψει. Η άφιξή Του στη Βηθανία συνοδεύεται από ανθρώπινη συγκίνηση –«εδάκρυσεν ο Ιησούς»– γεγονός που καταδεικνύει τη συνύπαρξη της θείας και της ανθρώπινης φύσεως στο πρόσωπό Του.
Η Ανάσταση του Λαζάρου, τέσσερις ημέρες μετά την ταφή του, πραγματοποιείται ενώπιον πλήθους μαρτύρων, ενισχύοντας τη βεβαιότητα του θαύματος. Η προσταγή «Λάζαρε, δεύρο έξω» συνιστά λόγο δημιουργικό και ζωοποιό, προαναγγέλλοντας την καθολική Ανάσταση των νεκρών. Ο χαρακτηρισμός «Τετραήμερος» υπογραμμίζει την πλήρη επικράτηση του θανάτου, η οποία όμως αναιρείται από τη θεία ενέργεια.
Η μεταγενέστερη εκκλησιαστική και λαϊκή παράδοση περιβάλλει το πρόσωπο του Λαζάρου με στοιχεία που αποτυπώνουν την υπαρξιακή εμπειρία του θανάτου. Η εικόνα του μετά την Ανάσταση του ως σιωπηλού και αγέλαστου ανθρώπου ερμηνεύεται ως συνέπεια της γνώσεως των εσχάτων, ενώ η μοναδική φορά που χαμογέλασε ήταν όταν είδε κάποιον να κλέβει ένα πήλινο αγγείο σε συνδυασμό και με την φράση του την στιγμή εκείνη περί της ματαιότητας των υλικών («το ένα χώμα κλέβει το άλλο») φανερώνει βαθιά συνείδηση της φθαρτότητας.
Μετά την Ανάστασή του, ο Λάζαρος καθίσταται ζωντανό τεκμήριο της θείας δυνάμεως, γεγονός που προκαλεί την εχθρότητα των αρχόντων των Ιουδαίων. Αναγκάζεται να καταφύγει στην Κύπρο, όπου, σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, χειροτονείται από τους αποστόλους Παύλο και Βαρνάβα ως πρώτος επίσκοπος Κιτίου. Η μαρτυρία του δεν περιορίζεται στο θαύμα που έζησε, αλλά επεκτείνεται σε ποιμαντική διακονία και αποστολικό έργο.
Κατά την παράδοση που διασώζει ο Άγιος Επιφάνιος, ο Λάζαρος έζησε περίπου τριάντα έτη μετά την Ανάστασή του, ολοκληρώνοντας τον επίγειο βίο του εν ειρήνη. Η διπλή εμπειρία του θανάτου και της ζωής τον καθιστά μοναδική μορφή στην εκκλησιαστική ιστορία, ενώ το Σάββατο του Λαζάρου λειτουργεί ως προοίμιο της Μεγάλης Εβδομάδος και προανάκρουσμα της ενδόξου Αναστάσεως του Χριστού.
Εν τέλει, το γεγονός αυτό δεν αποτελεί απλώς ανάμνηση ενός θαύματος, αλλά θεμελιώδη ομολογία πίστεως: ότι ο Χριστός είναι «η Ανάστασις και η Ζωή», ο οποίος καλεί κάθε άνθρωπο από τον θάνατο της φθοράς στη ζωή της αφθαρσίας.
Παναγιώτης Γεωργούλας


