Των δειλινών οι καμπάνες στους Χαιρετισμούς…

on .

Φέτος το Πάσχα ήρθε πρώιμα, κι ο Μάρτης που δεν λείπει από τη Σαρακοστή, που λέει ο θυμόσοφος λαός μας, δεν μπήκε σαν Μάρτης ‘’γδάρτης’’ αλλά ήπιος και δημιουργεί μια ευωδιαστή ατμόσφαιρα ανοιξιάτικου ελληνικού δειλινού. Όταν ηχούν οι καμπάνες και καλούν τους πιστούς οι χτύποι τους αντηχούν και ειδικά στην ύπαιθρο, σαν νότα ψυχικής ευφροσύνης που μας ανακουφίζει το αυστηρό πλαίσιο κλίμα των ακολουθιών της Μ. Τεσσαρακοστής.       

 Το  δειλινό πέφτει  ανάλαφρο, μενεξεδένιο χαμόγελο στις πλαγιές και τα ριζά των βουνών, τα  μακρινά ρουμάνια ισκιώνουν και στα μέτωπα των απόκρημνων βράχων ακουμπά το βραδινό σύθαμπο και τους δίνει την όψη γιγάντων, που στέκονται βουβοί με κατεβασμένα τα δασιά τους φρύδια. Μια γλυκιά γαλήνη απλώνεται παντού, που παίρνει στα φτερά του το βραδινό αγέρι, για να γεμίσει τα πυκνά δάση και τις βαθιές  ρεματιές με τη  μυστηριακή σιωπή της. Στην άγια τούτη σιωπή γλυκολάλητος φτερουγίζει ο αχός της καμπάνας, που τον παίρνει σε χίλιους αντίλαλους η πλαγιά κι ανεβαίνει σιγά-σιγά προς τον ουρανό σαν τεφρογάλαζος καπνός του μοσχολίβανου, βραδινή προσευχή στον Δημιουργό.    

Μια  μυρωδιά ξεχύνεται  από καμένο λιβάνι, και στο ημίφως  σπιθοβολά  το ακοίμητο  καντήλι, αχνοφωτίζοντας τις μορφές των εικόνων, σε γλυκύτατο χαμόγελο κι ο βραδινός ψαλμός ξεχύνεται βάλσαμο στις καρδιές.

Οι Χαιρετισμοί, ο Μέγας Κανών και ειδικά ο Ακάθιστος Ύμνος, το λαμπρότερο δημιούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας, που για δεκατρείς και περισσότερο αιώνες οι ύμνοι  αυτοί  εξακολουθούν να ψάλλονται  στις εκκλησίες  της ελληνικής Ορθοδοξίας και να γεμίζει τις καρδιές μας με ευφροσύνη και κατάνυξη. Εγκώμια και δοξολογίες και ικεσίες  μαζί στη Μητέρα του Θεού. Ο Λόγος της Αγάπης  που ακούγεται  τους μεταφέρουμε σ’ εκείνους που έφυγαν, για εμάς που μένουμε, για εκείνους που καρτερούν, για εκείνους που ‘’ξεπόνεσαν’’.

Αναμονή, προσδοκία, ελπίδα, λήθη, απελπισία, που μας περιβάλλει όλους, απλοί άνθρωποι καθημερινοί  που ζούνε δίπλα μας, κουβαλώντας  μέσα τους  την ανείπωτη πίκρα της νοσταλγίας για τα φωτεινά τοπία μιας αλλοτινής ζωής, που ευελπιστούμε. Άνθρωποι της καρτερίας,  της  χριστιανικής υπομονής, με το κάλεσμα της καμπάνας ανταποκρίνονται, συρρέοντας στους χαιρετισμούς και στις Αγρυπνίες.

Κάθε χρόνο ακούγοντας τον Μεγάλο Κανόνα την Τετάρτη της Ε’ εβδομάδας,  ο νους μου πάντα τέτοιες μέρες, πάει στον κοσμοκαλόγερο Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, που διαβάζαμε τότε ανελλιπώς τα πεζογραφήματά του, όταν πήγε στην Πορταριά του Βόλου. Στην Πορταριά είχε παντρευτεί ο αδερφός του ο Γιώργης και όταν πέθανε ο Παπαδιαμάντης είχε την φροντίδα για τα «ορφανά» όπως έλεγε, τα παιδιά του αδερφού του. Ο παπ’ - Αντώνης ιερέας στην εκκλησία των Αγίων Αναργύρων της Πορταριάς, εξιστορεί το εξής περιστατικό που δείχνει πόσο βαθύς γνώστης του εκκλησιαστικού τυπικού και τελετουργικού ήταν ο Παπαδιαμάντης: 

«Ήταν στον εσπερινό της Τετάρτης που διαβάζεται ο Μέγας Κανών, την τρίτη εβδομάδα προ του Πάσχα. 

Με το βιβλίο στο χέρι βγήκα μπροστά στην Ωραία Πύλη και άρχισα να διαβάζω τον Μεγάλο Κανόνα. Δεν είχα ψάλτη και θα τον διάβαζα μόνος μου. Πλάι στην Ωραία Πύλη προς το μέρος του δεξιού ψαλτηρίου, στεκόταν ένας άγνωστος με σκυμμένο το κεφάλι φτωχικά ντυμένος. 

Μέσα στην κατανυκτική σιγή του δειλινού, κάτω από το απαλό φως των κεριών που τρεμόσβηναν, άρχισα να διαβάζω την πρώτη στροφή του Μεγάλου Κανόνα. Σαν τελείωσα πήρα μια μικρή ανάσα και ήμουν έτοιμος να αρχίσω την δεύτερη, όταν άκουσα από το μέρος που στεκόταν ο άγνωστος να έρχεται, με μια μελωδική, υποβλητική φωνή, η συνέχεια του Μεγάλου Κανόνα.

Εγώ συνέχισα την Τρίτη στροφή, ο άγνωστος την τέταρτη και ούτω καθ’ εξής ως το τέλος. Κρύος ιδρώτας με περιέλουσε. Ποιος άραγε να ήταν ο άγνωστος; Σκεφτόμουν. Εγώ, μέσ’ από το βιβλίο, κάτω από το ασθενικό φως των κεριών, με δυσκολία έβγαζα τα γράμματα, ενώ ο ξένος, χωρίς βιβλίο, έψελνε καθαρά, χωρίς λάθος, χωρίς να κομπιάζει. Δέος με είχε καταβάλει. 

Μετά το τέλος της Ακολουθίας ρώτησα και έμαθα πως ήταν ο αδερφός του Γιώργη, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. ’’Σοφός και ευσεβής άνθρωπος’’. Ο Παπαδιαμάντης όπως αθόρυβα ήρθε στην Ακολουθία του Μεγάλου Κανόνα, έτσι αθόρυβα έφυγε και δεν πρόλαβα να τον γνωρίσω».

* * * 

Να σημειώσω ότι ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης ήταν ψάλτης ο ίδιος με τον Αλέξανδρο Μωραϊτίνη, τα δύο ξαδέλφια της ελληνικής λογοτεχνίας, έψελναν στον ιερό ναό Ελισαίου  στο Μοναστηράκι  με ιερέα τον Νικόλαο Πλανά,  μετέπειτα άγιο.

Με την ευχή ο Μεγάλος Κανών να μας κάνει να συναισθανθούμε τα αμαρτήματά μας και με μετάνοια να συνεχίσουμε την πνευματική μας ανάβαση και τη συμμετοχή μας στο Πάθος και την Ανάσταση του Χριστού.     

Καλό Πάσχα

OSDEL DIGITAL STATIC BANNERS 900x300