Ο Μάρτης του ξενιτεμού…

on .

Μάρτης, ο πρώτος μήνας της άνοιξης, της άνοιξης που όλοι καρτερούμε και καρτερούσαν εκείνα τα χρόνια στα χωριά, μετά τους βαρείς εκείνους χειμώνες με τα πολλά χιόνια. «Πότε να’ ρθεί η άνοιξη και το καλοκαίρι, να βγούν οι Βλάχοι στα βουνά…» η προσμονή και επιθυμία  όλων των ανθρώπων της υπαίθρου τότε να ξεμυτίσουν από τα σπίτια τους, που ήταν κλεισμένοι τόσους μήνες. 

lΉμουν  5-6 χρονών και θυμάμαι ακόμα και τώρα, που έλεγαν οι πατεράδες μας: «θα πάμε στα νησιά γιατί έπεσαν τα σπίτια από σεισμό (στην Κεφαλονιά), να τα χτίσουμε». 

Εγώ δεν ήξερα τι είναι σεισμός, αλλά καταλάβαινα  ότι θα πάνε από τη θάλασσα με καράβι και ποιος ξέρει πως τη φανταζόμουνα τότε  που δεν είχα δει ποτέ θάλασσα. Οι περισσότεροι άντρες στο χωριό μου ήταν χτίστες «μαστόροι» που αυτήν την εποχή ξεκινούσαν το «μαρτιάτικο» ταξίδι. 

Ήταν ένα φαινόμενο αποδημητισμού, για λόγους  κυρίως οικονομικούς, ενός μεγάλου μέρους του αντρικού πληθυσμού, βασικό χαρακτηριστικό των χωριών  που οι κάτοικοί τους  ανέδειξαν ως κύρια τέχνη τη «μαστορική», φαινόμενο που είχε  σημαδέψει καίρια τη ζωή  των περιοχών που υπήρχαν κέντρα εξορμήσεων πολλών παραδοσιακών τεχνιτών της Ηπείρου, της Δ. Μακεδονίας των ορεινών κυρίως περιοχών, και όχι μόνο. Χαρακτηριστικό το ποίημα του συντοπίτη μας Γ. Κοτζιούλα: 

«Το Μαστορόπουλο»:

Τον πήραν τον Κολιό

τον πήραν οι μαστόροι

παιδί από το σκολιό

να μάθει πηλοφόρι.

 

Με ορμητήριο τα χωριά μας οι άντρες ανέπτυσσαν μια αξιοσημείωτη κινητικότητα, έναν επαγγελματικό «νομαδισμό» θα έλεγα, όταν γνωρίζουμε τις δυσκολίες και τους κινδύνους εκείνων των ταξιδιών τότε.

Ιδιαίτερα  οι μαστόροι - κτίστες  των ορεινών χωριών μας, άρχιζαν  τα  ταξίδια τους την άνοιξη,  τότε που  άνοιγαν  και οι ορεινοί, ημιονικοί  κυρίως δρόμοι. 

Ορόσημο  έναρξης των ταξιδιών ήταν το τέλος της Αποκριάς, το τέλος  των χειμερινών γιορτών. Έτσι, όλη την πρώτη εβδομάδα της Σαρακοστής, αναχωρούσαν  ομαδικά σε παρέες, μπουλούκια ή κομπανίες.                                              

Καθώς ο Μάρτης ήταν ο μήνας της αναχώρησης, το πρώτο ταξίδι λεγόταν «μαρτιάτικο» και προκειμένου για μετακινήσεις  σε όχι πολύ μακρινές περιοχές, διαρκούσε συνήθως μέχρι το Πάσχα, γι’ αυτό λεγόταν και «σαρακοστιανό» να βγάλουν μερικά χρήματα για τα έξοδα του Πάσχα. 

Ο κυρίως όμως «αποδημητισμός» των μαστόρων των χωριών μας ήταν συνήθως  μετά το Πάσχα  του Αγίου – Γεωργίου, φεύγουν οι μαστόροι  και συγχρόνως επέστρεφαν (όπως και τώρα) τα κοπάδια από τα χειμαδιά. Η επιστροφή των μαστόρων γινόταν τη γιορτή του Αγίου  Δημητρίου τότε που τα κοπάδια  κατεβαίνουν στα χειμαδιά. 

Στο γεωργικό καλαντάρι οι δύο  αυτές γιορτές αποτελούν τις χρονικές τομές που χωρίζουν το χρόνο σε δύο ίσα μέρη, στο χειμερινό και στο θερινό εξάμηνο αντίστοιχα. Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω τραγούδι: «Οι δυο Άγιοι  μάλωναν, ο Αι – Γιώργης κι ο Αι-Δημήτρης / Γιώργη Βούλγαρε και σκορποφαμελίτη, / εγώ μαζώνω φαμιλιές κι εσύ  μου τις σκορπίζεις. / Μαζώνω  μάνες  με παιδιά, γυναίκες  με τους άντρες. / Εγώ  φέρνω την άνοιξη κι εσύ  μου τη στεγνώνεις / εγώ φέρνω τα πρόβατα  κι εσύ τα ξεγδιαμίζεις, / εγώ  φέρνω τσοπάνηδες λαλώντας  τις φλογέρες».      

Ο δημοτικός ποιητής, προκειμένου να ενσαρκώνει τις δύο φάσεις της, την αναχώρηση και την επάνοδο-επανασύνδεση των ξενιτεμένων, παρουσιάζει τους δυο Αγίους να εκπροσωπούν τις δύο εποχές του έτους, που συνδέονται,  ως αναχώρηση και ως επάνοδος, με τα ταξίδια στην πικρή ξενιτιά.

Την ημέρα της αναχώρησης, οι μαστόροι ετοιμάζονταν πρωί- πρωί φόρτωναν τα πράγματά τους, εργαλεία ρούχα, λίγα τρόφιμα για το δρόμο. Συχνά είχαν τα  δικά τους ζώα κυρίως μουλάρια, που τα χρησιμοποιούσαν στις δουλειές να παίρνουν περισσότερα χρήματα, ενώ τα μαστορόπουλα και οι καλφάδες βάδιζαν πεζή.

Το πρωί της αναχώρησης, συγγενείς, φίλοι και γείτονες  τους συνόδευαν μέχρις ένα συγκεκριμένο σημείο,  συνήθως στην άκρη  του χωριού σε καίριο σημείο  απ’ όπου αυτό διακρίνεται για τελευταία φορά. 

Το σημείο αυτό  ως τοπωνύμιο συμπύκνωνε  και συμβόλιζε  τη ψυχολογική και κοινωνική διάσταση που έχει  η ξενιτιά που λέει ο λαός. Είναι χαρακτηριστικά τα τοπωνύμια: Το ξεπροβόδημα, η κλαψοράχη, το ντέρτι, το ανάθεμα…     

Εκεί γινόταν ο πικρός αποχωρισμός, αντρογύνων, αρραβωνιασμένων, κρυπτοερωτευμένων  αδερφάδων και παιδιών αμούστακων  ακόμα από τις μανάδες.  Επίσης «έριχναν και όπλα», για να γυρίσουν γρήγορα οι ξενιτεμένοι (το μαράζι αυτό των άγονων χωριών κυρίως). Φανταστείτε και την επιστροφή το τι γινότανε στο ίδιο σημείο του αποχωρισμού, που έβγαινε όλο το χωριό να τους καλοδεχθεί.

Εικόνες του χθες που χάνονται και που δεν θα ξαναζήσουμε. 

OSDEL DIGITAL STATIC BANNERS 900x300