Η ώρα της δικαιοσύνης!
Η παραίτηση του Εφέτη Γιάννη Ευαγγελάτου και η δήλωση-βόμβα που τη συνόδευσε με τη φράση «αρνούμαι να υπηρετώ μια δικαιοσύνη που νοσεί» πρέπει να προβληματίσει όχι μόνο αυτούς που υπηρετούν τη Δικαιοσύνη, αλλά, μαζί μ’ αυτούς, και όλους εμάς τους πολίτες. Και τούτο γιατί είμαστε ένας Λαός στη χώρα του οποίου, εδώ και αιώνες, η Δικαιοσύνη θεωρήθηκε ως η συνισταμένη όλων των αρετών, όπως διατυπώθηκε σαφέστατα με τη φράση: «εν τη δικαιοσύνη συλλήβδην πάσα αρετή»· θεωρήθηκε δε από τους μεγάλους αρχαίους φιλοσόφους, τους οποίους μέχρι σήμερα θαυμάζει όλος ο πολιτισμένος κόσμος, ως ο βασικός στόχος της Παιδείας, ως ο συνεκτικός κρίκος μιας υγιούς κοινωνικής ζωής και ως το θεμέλιο της Δημοκρατίας.
Έτσι ο Πλάτων, στο σημαντικότερο έργο του —στους «Νόμους»— δίνοντας τον ορισμό της Παιδείας και προσδιορίζοντας τον σκοπό της, θα επισημάνει: «Την μεν προς αρετήν εκ παίδων Παιδείαν, ποιούσαν επιθυμητήν και εραστήν του πολίτην γενέσθαι τέλειον, άρχειν τε και άρχεσθαι επιστάμενον μετά δίκης, ταύτην την τροφήν αφορισάμενος ο λόγος ούτος, βούλοιτ’ αν Παιδείαν προσαγορεύειν».
Συσχετίζει δηλαδή την Παιδεία με τη Δικαιοσύνη, καθώς η Παιδεία έχει σκοπό να κάνει τον πολίτη δίκαιο. Τις ίδιες ακριβώς απόψεις για τη σχέση Παιδείας και Δικαιοσύνης είχαν και οι αρχαίοι Πέρσες, οι οποίοι, όπως μας πληροφορεί ο Ξενοφών στο έργο του «Κύρου Παιδεία», «επιμέλονται ως αν βέλτιστοι είεν οι πολίται· οι μεν δη παίδες εις τα διδασκαλεία φοιτώντες διάγουσι μανθάνοντες δικαιοσύνην, ους δ’ αν γνώσι τούτων αδικούντας τιμωρούνται».
Ο δε Αριστοτέλης διακηρύσσει πως μόνο με έναν τρόπο η Πολιτεία γίνεται δίκαιη και άριστη: με την κατάλληλη Παιδεία. Γι’ αυτό στα «Πολιτικά» του, προσδιορίζοντας την ουσία της Πολιτείας, θα ξεκαθαρίσει: «Έστι δε τρία μόρια των πολιτειών πασών, περί ων δει θεωρείν τον σπουδαίων νομοθέτην εκάστη το συμφέρον· ων εχόντων καλώς, ανάγκη την πολιτείαν έχειν καλώς. Έστι δε των τριών τούτων εν μεν το βουλευόμενον περί των κοινών, δεύτερον δε το περί τας αρχάς, τρίτον δε τι το δικάζον». Πρόκειται, όπως αντιλαμβάνεστε, για τη γνωστή διάκριση των εξουσιών, χωρίς την οποία —όπως συμβαίνει στη χώρα μας σήμερα— ισχύει αυτό που θα συμπληρώσει, ύστερα από αιώνες, ο Μοντεσκιέ στο έργο του «Το Πνεύμα των Νόμων»: «Δεν υπάρχει ελευθερία όταν όλα συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο ή στο ίδιο διοικητικό σώμα, και όλα είναι χαμένα αν ο ίδιος άνθρωπος ή το ίδιο σώμα ασκεί και τις τρεις εξουσίες».
Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα στη χώρα μας και γι’ αυτόν τον λόγο, όπως καταγγέλλει ο παραιτηθείς εφέτης, «η δικαιοσύνη νοσεί» και, κατά τον Αριστοτέλη, «όλα είναι χαμένα». Και αν ρωτάτε γιατί, με τα σημερινά δεδομένα, όλα είναι χαμένα, την απάντηση την έχει δώσει ο Ελύτης, μιλώντας για τους πολιτικούς της εποχής του, και η άποψη αυτή ισχύει και σήμερα.«Όλα τα κακά —γράφει— που θα μπορούσα να καταγγείλω, είναι ζητήματα βαθύτερης ελληνικής παιδείας». Και προσθέτει: «Εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, η ηγετική μας τάξη στο κεφάλαιο της ελληνικής παιδείας έχει μαύρα μεσάνυχτα». Άποψη που επιβεβαιώνεται, κατά τρόπο τραγικό, από τη σημερινή ηγετική μας τάξη. Επιβεβαιώνεται επίσης από τα γραφόμενα στην επιστολή του εφέτη, που διακηρύσσει ότι «αρνούμαι να υπηρετώ μια Δικαιοσύνη που νοσεί».
Η συναίσθηση της ευθύνης και του χρέους απέναντι στη Δημοκρατία και την Ελευθερία, που στην ουσία δεν υπάρχουν όταν «νοσεί η Δικαιοσύνη», οδήγησε τον Εφέτη Γιάννη Ευαγγελάτο στην απόφαση να παραιτηθεί, γιατί θεώρησε πως τυχόν «ανοχή» σε μια τέτοια νοσηρή κατάσταση θα ήταν «συνενοχή». Με την ίδια ακριβώς αντίληψη και άλλοι συνάδελφοί του, σε εποχές πιο δύσκολες και πιο επικίνδυνες για τους ίδιους, δεν θέλησαν με την ανοχή τους να πολιτογραφηθούν στην Ιστορία της Δικαιοσύνης ως συνένοχοι. Γνωστά, ασφαλώς, στους πολλούς τα παραδείγματα:
Κάτω από καθεστώς απόλυτης μοναρχίας ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας η αντιβασιλεία επί Όθωνα, που μας τον είχαν στείλει οι φίλοι μας οι Ευρωπαίοι. Με σκηνοθετημένες κατηγορίες Κολοκοτρώνης και Πλαπούτας —δύο ένδοξοι στρατηγοί της Επανάστασης του ’21— συλλαμβάνονται, φυλακίζονται και οδηγούνται σε δίκη· από την πλειοψηφία των δικαστών —του Βούλγαρη, του Φραγκούλη και του Σούτσου— καταδικάζονται σε θάνατο. Διαφωνούν ο Πολυζωίδης και ο Τερτσέτης και αρνούνται να υπογράψουν την καταδίκη. Έξαλλος ο υπουργός της Δικαιοσύνης Σχινάς διατάζει τους χωροφύλακες να συλλάβουν τους δικαστές, εναντίον των οποίων ασκήθηκαν ασυνήθιστες βαρβαρότητες. Και έμεινε στην Ιστορία το στίγμα για την πλειοψηφία των δικαστών και της απόφασής τους για την καταδίκη των στρατηγών και η δόξα για τη μειοψηφία και την άρνησή της να συνεργήσει σε μια άδικη απόφαση.
Και από τη δίκη των στρατηγών στη δολοφονία του Λαμπράκη, το 1963, που ήταν έργο του παρακράτους και ανάγκασε τον τότε πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή να διακηρύξει: «Ποιος κυβερνάει αυτόν τον τόπο»;
Ανακριτής στην υπόθεση ορίζεται ο Σαρτζετάκης. Με μετάθεση από την Πάτρα μεταβαίνει στη Θεσσαλονίκη ο Μπούτης και αναλαμβάνει εισαγγελέας. Περνώντας από την Αθήνα συναντά τον τότε εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και μετέπειτα πρώτο πρωθυπουργό της χούντας, Κωνσταντίνο Κόλλια· αυτός του μεταφέρει το μήνυμα που είχε στείλει και στον Σαρτζετάκη, υποδεικνύοντας τη διαδικασία που το κατεστημένο ήθελε να ακολουθήσουν κατά τις ανακρίσεις. Ανακριτής και εισαγγελέας ακολουθούν τον δρόμο που απαιτούσε η συναίσθηση του καθήκοντος για την απονομή της Δικαιοσύνης· μπαίνουν έτσι και οι δύο στο στόχαστρο του κατεστημένου, εισπράττοντας όμως τον θαυμασμό των πολιτών, με τον οποίο πέρασαν και έμειναν ως παραδείγματα προς μίμηση στην Ιστορία της Δικαιοσύνης.
Λησμονημένος σήμερα ο εισαγγελέας Μπούτης, ένας απλός και αγνός Ηπειρώτης, καταγόταν από ένα χωριό της Θεσπρωτίας· κατά τη διάρκεια της θητείας του στην Πάτρα ήταν τακτικός επισκέπτης της Παραμυθιάς, τύχαινε μάλιστα να είναι και γνωστός της οικογένειάς μου. Το 1964, ένα έτος μετά τα γεγονότα της δολοφονίας του Λαμπράκη, συνοδεύοντας τους μαθητές του Σχολείου στο οποίο υπηρετούσα στην εκδρομή τους στη Μακεδονία, βρέθηκα στη Θεσσαλονίκη. Τον επισκέφθηκα στο γραφείο του στην Εισαγγελία, μαζί με τον συγχωριανό του οδηγό του λεωφορείου, και μας διηγήθηκε όλα τα γεγονότα. Μετά το 1985, ο ανακριτής της υπόθεσης Λαμπράκη, ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, διανυκτέρευσε στα Γιάννινα, προκειμένου την επομένη να συμμετάσχει στις εορτές του Σουλίου.
Ο Δήμος —ήμουν τότε αντιδήμαρχος Ιωαννίνων— του πρόσφερε τιμητικό δείπνο, σε κλειστό κύκλο συμμετασχόντων, στη «Φρόντζου Πολιτεία». Κατά τη διάρκεια του δείπνου η συζήτηση στράφηκε και στα γεγονότα της δολοφονίας του Λαμπράκη. Μίλησε με σεβασμό και άπειρη εκτίμηση για τον εισαγγελέα Μπούτη —που είχε αποβιώσει το 1965— και για την άριστη συνεργασία που είχε μαζί του. Θυμήθηκε μάλιστα και μας ανέφερε τη φράση του Μπούτη, την ώρα που, εν μέσω πολλαπλών υποδείξεων και απειλών, έβαζε την υπογραφή του στην ομόφωνη απόφαση για την προφυλάκιση υψηλών αξιωματούχων που η ενδελεχής ανάκρισή τους είχε κρίνει ηθικούς αυτουργούς της δολοφονίας του Λαμπράκη. Απευθυνόμενος στον Σαρτζετάκη, ο Μπούτης του δήλωσε: «Ας έλθουν —αυτοί που τους απειλούσαν— και ας μας κάνουν ό,τι θέλουν· εγώ, Χρήστο, μασκαράς δεν γίνομαι».
Και από το παρακράτος του 1963 στο κομματικό κράτος που ζούμε, επί χρόνια και μέχρι σήμερα, στο οποίο, κατά τον παραιτηθέντα εφέτη, «η Δικαιοσύνη νοσεί» και «η ανοχή είναι συνενοχή». Μια άποψη που γίνεται, πιστεύω, παραδεκτή από κάθε σκεπτόμενο πολίτη, που διερωτάται και αυτός, μαζί με τον παραιτηθέντα εφέτη, «ως πότε οι Δικαστές θα σιωπούν για όσα βλέπουν να συμβαίνουν στον χώρο της Δικαιοσύνης»;
Πάντως, τα παραδείγματα του Πολυζωίδη και του Τερτσέτη, του Μπούτη και του Σαρτζετάκη, μαζί με αυτό του παραιτηθέντα πρόσφατα εφέτη, προσφέρονται προς παραδειγματισμό· και αν αυτό συμβεί, να είναι σίγουροι όσοι τα ακολουθήσουν ότι θα περάσουν και αυτοί στην Ιστορία και θα προσφέρουν πολύτιμες υπηρεσίες στο κλυδωνιζόμενο Έθνος μας. Η ώρα της Δικαιοσύνης πρέπει το συντομότερο να φτάσει, γιατί εδώ που βρισκόμαστε «δεν έχουμε άλλο σκαλί να κατέβουμε πιο κάτω στου κακού τη σκάλα».


