Οι «Φιλοκτήτες» της ακριτικής Ηπείρου…

on .

 Φιλοκτήτης της μυθολογίας, που τον έκανε τραγωδία ο Σοφοκλής, μου γύρισε τη σκέψη στους σύγχρονους συναδέλφους του της παραμεθόριας Ηπείρου. Λίγα λόγια για το μυθικό Φιλοκτήτη είναι απαραίτητα για την κατανόηση τούτου του κειμένου. Αυτός ήταν βασιλιάς, κάτοχος των όπλων του Ηρακλή, και με λίγα καράβια ξεκίνησε για τον Τρωικό πόλεμο. Φτάνοντας το εκστρατευτικό σώμα κάπου εκεί στη Λήμνο σταμάτησε για λίγη ξεκούραση. Η μοίρα όμως του ’γράφε εδώ να απομείνει μόνος κι έρημος. Τον δάγκωσε μια οχιά, έπαθε δηλητηρίαση και σωριάστηκε σφαδάζοντας από αφόρητους πόνους. Η ψυχή του έφτανε μέχρι τα μάτια του, αλλά δεν τον εγκατέλειπε.

Εγκαταλείφτηκε όμως, αβοήθητος, απ’ όλους, συντρόφους και μη, σκεπασμένος με την ταφόπλακα της λήθης τους. Εδώ στην ερημιά επέζησε σερνάμενος δέκα ολόκληρα χρόνια, έχοντας συντροφιά τα όπλα του Ηρακλή· μ’ αυτά σημάδευε τα πετούμενα και τρέφονταν.

Κάποια μέρα είδε να ’ρχεται κατά πάνω του ένας γεροδεμένος νέος ήταν ο γιος του Αχιλλέα, ο Νεοπτόλεμος. Αυτός καθοδηγημένος απ’ τον παμπόνηρο Οδυσσέα, του ζήτησε τα όπλα του Ηρακλή, γιατί νωπός χρησμός έλεγε πως μόνο μ’ αυτά θα ’πεφτε η Τροία.

Στην άρνηση του Φιλοκτήτη να παραδώσει τα όπλα, εμφανίζεται ο μέχρι τώρα αθέατος Οδυσσέας, αυτό το μεγάλο σύμβουλο της ελληνικής πονηριάς, που με τις μαλαγανιές του έκανε το Φιλοκτήτη να λησμονήσει το αμάρτημα της εγκατάλειψής του, να σβήσει το μίσος του για όλους τους Αχαιούς και να πάει μαζί τους στην Τροία, όπου ακολούθησε η άλωσή της. Αυτά τα συνοπτικά για ’κείνον το σκοτεινό Φιλοκτήτη.

***

Ας έλθουμε όμως τώρα στους σύγχρονους, στους ζωντανούς «Φιλοκτήτες» του τόπου μας, που δεν είναι λίγοι. Στα μικροχώρια της καμπούρας της Ηπείρου αναπνέουν ακόμα αρκετοί «Φιλοκτήτες». Ξεγραμμένοι εν πολλοίς απ’ όλους, ίσως κι απ’ τα ταξιδεμένα τους παιδιά, ξεχασμένοι κι απ’ το χάρο ζουν το β' ημίχρονο της ζωής τους ή τις παρατάσεις του.

Τρέφονται με υπολείμματα αναμνήσεων κι έχουν πνίξει όλες τους τις ελπίδες. Σέρνονται στις ρούγες και καμιά φορά μαζεύονται στις πλακόστρωτες πλατειούλες, που γίνεται το ετήσιο πανηγύρι κι απ’ εκεί αόριστα αγναντεύουν τα απέναντι βουνά. Δεν πονάνε από δάγκωμα φιδιού, αλλά απ’ τα κοινωνικά δαγκώματα κι απ’ τα τραύματα του χρόνου, που τους καταπιέζει με το βάρος του.

Τούτοι οι «Φιλοκτήτες» ριζωμένοι στα ηπειρωτικά κράκουρα αγωνίστηκαν σκληρά και πολυμέτωπα. Ξεχέρσωσαν αγριότοπους, έκαναν τις πέτρες χώμα, ημέρεψαν αγριόδεντρα, φύτεψαν ημερόδεντρα, μετέτρεψαν τις καλύβες σε σπίτια μονόπατα και δίπατα, έσπειραν και ανάστησαν πολλά παιδιά, γέμισαν κόσμο τα κακοτράχαλα βουνά και τις βαθίσκιες ρεματιές, ζωντάνεψαν την Ελλάδα.

Ο πολιτισμός μας όμως, ο νέγρικος, έστησε σ’ όλους τις παγίδες του με δελεαστικά δολώματα. Τα παιδομαζώματά του κρατούν πύρινη τη μνήμη κάθε «Φιλοκτήτη». Οι νέοι με τις ευχές και τις προσευχές των μεγάλων οδεύουν σε μεγαλουπόλεις εντός και εκτός των ελληνικών συνόρων και εκεί με όπλα τις ηπειρωτικές αρετές κερδίζουν παντοειδείς μάχες. Έμειναν πίσω τα γερόντια, που τώρα λειψανοποιημένα κοντοβολταρίζουν στα ερημοχώρια τους με συντροφιά τις κουκουβάγιες και βαριανασαίνοντας στις μικρό ανηφόρες γυρίζουν στο «αρχοντικό τους». Πολύ σπάνια να χτυπήσει κάποιος την ξυλόπορτά τους, που από παλαιά συνήθεια την αφήνουν ακλείδωτη.

Στους Ποντικάτες, στους Δρυμάδες, στους Χιονιάδες, στην Αετόπετρα, στην Αετομηλίτσα, έτσι για παράδειγμα αναφέρω τα γλυκόηχα ονόματα τού-των των πανέμορφων χωριών κλαυθμώνος, πολύ αραιά ακούεται μούγκρισμα αυτοκινήτου. Κι αν ακουστεί, γρήγορα πισωστρέφει χωρίς ν’ αφήσει ούτε τη μυρουδιά της βενζίνης· και οι γηγενείς απομένουν με το στεφάνι της ορφάνιας και τα μετάλλια του βουβού τους ηρωισμού.

Λίγες γριές με προστάτη κάποιο ογδοντάχρονο παλικάρι κρατούν αναμμένη τη ζωική λαμπάδα του χωριού. Σπανίζουν τώρα και οι λαθρομετανάστες, που ’χαν γίνει ο φόβος και ο τρόμος στα γεροντάκια, γιατί προτιμούν για σιγουριά τους φαρδείς δρόμους κι έτσι οι «Φιλοκτήτες» μας δεν καρτερούν πια βαρβάρους.

Τα ξενιτεμένα τους παιδιά, αν πεταχτούν σε καμιά πολυήμερη γιορτή για προσκύνημα στο προγονικό τζάκι, βιάζονται να φύγουν, γιατί πιέζονται απ’ τα ρέοντα προβλήματά τους κι απ’ τα λοξοκοιτάσματα των «ξένων» νυφάδων, αφού πέθανε «το τσαρούχι απ’ τον τόπο σου κι ας είναι και μπαλωμένο»! Έτσι τα γονικά λείψανα δεν προλαβαίνουν να ξεπικραθούν, αδειάζουν όμως μικροπαράπονά τους σε κανένα άγνωστο επισκέπτη με βαθύβγαλτη κι αργόσυρτη φωνή και με δάκρυα στα μάτια σαν αγίασμα.

«... Τα γερόντια στέκονται εμπόδιο στη ζωή μας...» έγραφαν στην έκθεση ιδεών πολλοί υποψήφιοι για τα πανεπιστήμια, όταν προ ετών τους δόθηκε για ανάλυση θέμα για την τρίτη ηλικία. Αποτελούν: «άχθος αρούρης γι’ αυτό πρέπει μια ώρα νωρίτερα να οδηγηθούν στις χωματερές...» και άλλα παρεμφερή, που κάνουν ώριμη ντομάτα το πρόσωπο κάθε αναγνώστη, που διαθέτει λίγη τσίπα!

***

Οι «Φιλοκτήτες» των χωριών μας, και δη των ακριτικών, δεν έχουν όπλα για την άλωση κάποιας Τροίας, ούτε για την αυτοάμυνά τους και δεν ονειρεύονται πλέον κάποια Ιθάκη. Γι’ αυτούς έχει μόνιμη ισχύ η παροιμία: «Χωριό στα σύνορα και χωράφι δίπλα στο ποτάμι είναι για χέσιμο». Τίποτε δεν τους σώζει, ούτε χρησμός, ούτε θεϊκή πλάκα απ’ το Όρος Σινά με οποιοδήποτε συνταγολόγιο.

Δεν θέλουν καμιά αύξηση της μικροσύνταξης, τους φτάνει αυτή που παίρνουν, γιατί είναι συνηθισμένοι στο προδρομικό διαιτολόγιο και η υγεία τους αντέχει στα ανεμοδαρσίματα, μόνο οπισθοχωρεί στη φυσική φθορά του χρόνου. Ένα μόνο θέλουν και το ζητούν επίμονα, κουβέντα. Και τη ζητάνε ικετευτικά με πρόσωπο Παναγίας και ποτέ μαινάδας. Αυτή δηλαδή η κουβέντα γι’ αυτούς αποτελεί παρηγοριάς λιμάνι και το πιο ισχυρό φάρμακο για το δυνάμωμα της ζωής τους.

Γι’ αυτό, αντί να κατηφορίζουμε προς τις θάλασσες όπου οι οχιές είναι αμέτρητες, ας ανηφορίζουμε προς τους ακρίτες, θα τους ευεργετήσουμε και θα δείξουμε πως δε χάθηκε η ανθρωπιά. Μ’ αυτή θα ζεστάνουμε την καρδιά των τροφίμων μας στα υπαίθρια γηροκομεία.

OSDEL DIGITAL STATIC BANNERS 900x300