Σαρακοστή και εγκράτεια…
Δεν νοείται χριστιανική ζωή χωρίς νηστεία. Η λέξη νηστεία είναι σύνθετη και προέρχεται από το αρνητικό μόριο ‘’νη’’ και το ‘’εσθίω’’ που είναι άλλος τύπος του ‘’έσθω’’ και του ‘’έδω’’ που σημαίνει τρώγω.
‘’Νήστις ‘’σημαίνει, αυτός που δεν ‘’εσθίει’’ και που σημαίνει δεν τρώγω. Από την Καθαρά Δευτέρα μετά τα Κούλουμα και το πέταγμα του χαρταετού αρχίζει η νηστεία η Σαρακοστή ή Τεσσαρακοστή λόγω της διάρκειας των 40 ημερών. Νηστεία σημαίνει εγκράτεια.
Η εγκράτεια λοιπόν που πρεσβεύει η νηστεία δεν είναι αποκλειστικά αποχή από τα «αρτύσιμα» φαγητά, αλλά η εγκράτεια γενικά σφυρηλατεί μέσω της νηστείας ισχυρό χαρακτήρα, που να μην λυγίζει σε αντιξοότητες είτε σωματικές είτε ψυχικές και μας καθιστά χρήσιμο και άξιο στην κοινωνία.
Η νηστεία - εγκράτεια δηλώνει την κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στα ένστικτα, στις επιθυμίες, στα πάθη του. Η εγκράτεια – νηστεία (επειδή είναι αλληλένδετες μεταξύ τους) είναι η λογική χαλιναγώγηση των σωματικών επιθυμιών που θεωρείται ως όρος υγιεινής, αλλά και χαλιναγώγηση του θυμού, του άγχους, της ζήλειας… ενώ η πλήρης αποχή από κάθε ηδονή είναι διαφόρων θρησκειών και θρησκευτικών αιρέσεων, εφεύρεση.
Νηστεία δεν θα πει ότι κάνω αποχή από τ’ αρτύσιμα κι έτσι εξαγνίζομαι. Η κατανάλωση αρτύσιμων τροφών κατά τη διάρκεια της νηστείας, δεν είναι αμαρτία όταν με το πρόσχημα της νηστείας και εν γνώσει μας γνωρίζουμε εκ των προτέρων ότι στο επάγγελμά μας θα εκμεταλλευτούμε (θα κλέψουμε) τους συνανθρώπους μας στις μεταξύ μας συναλλαγές. Η νηστεία δεν μας εξαγνίζει.
Όχι επειδή νηστεύω μπορώ να κάνω τα πάντα κι έχω «άφεση αμαρτιών»! Η νηστεία αυτή της Σαρακοστής ήταν τότε στα χωριά μας συνυφασμένη με την πίστη του απλού κόσμου στο Θεό και στα μυστήρια της εκκλησίας. Άλλωστε, η νηστεία της εκκλησίας μας έχει διπλά ευεργετήματα στον νηστεύοντα, αφ’ ενός την εγκράτεια στη ζωή σε όλους τους τομείς, αφ’ ετέρου κατεβάζει τη χοληστερίνη στα φυσιολογικά επίπεδα, πολλά τα παραδείγματα. Κάνεις τις νηστείες της εκκλησίας και δεν παίρνεις χάπια για τη χοληστερίνη.
Θυμάμαι η καημένη η θειάκω Μαρία που τη λέγαμε, κάπου τώρα θα βρίσκεται εκεί ψηλά στον Παράδεισο, που τόσο πολύ πίστευε, παρέα με τους Αγγέλους στα λευκά σύννεφα, κοντά στην Παναγία και όλους τους Αγίους που θαύμαζε και μνημόνευε, με τόσες μετάνοιες, κάθε απόβραδο μπροστά στο εικονοστάσι και προσκυνούσε με τρίδιπλες μετάνοιες στη μικρή λιτή, φτωχική εκκλησία του χωριού μας. Δεν το είχε βάλλει κατά νου ότι θα φύγει… κι όμως έλεγε:
-Δεν πρέπει κανένας να χασομεράει, να κάνει τα πρεπούμενα εκείνα που μας έμαθαν οι πατεράδες μας και οι παππούδες μας και που ξέρανε κι όλοι οι παλιοί, γι’ αυτό να μην κολάζεστε.
Κι ανάμεσα σ’ αυτά τα ‘’πρεπούμενα’’ που ενέπνεε μια αληθινή και αφελής ευλάβεια και πίστη, τις μετάνοιες, τα θυμιάματα, τα σταυροκοπήματα, τ’ αγιοκέρια που φώτιζαν με την ψιλή τους φλόγα, το εικονοστάσι της γωνιάς με τ’ άσπρα νταντελωτά μπερντεδάκια, ολονυκτίες στα πανηγύρια, στους όρθρους στις μεγάλες γιορτές, την ταχτική παρακολούθηση της λειτουργίας, και την αυστηρή τήρηση όλων των θρησκευτικών καθηκόντων, η μεγάλη δουλειά ήταν η Σαρακοστή και η νηστεία.
Νήστευε τα τετραδοπαράσκευα μα η μεγάλη νηστεία ήταν η μεγάλη Τεσσαρακοστή. Μια εβδομάδα ολόκληρη, ύστερα από την Καθαρά Δευτέρα, νήστευε παραδειγματικά, από Δευτέρα μέχρι Σάββατο αλάδωτα, μόνο την Κυριακή λίγο λάδι στα νηστήσιμα, επίσης πέρα από τα γνωστά σε όλους μας νηστήσιμα, εκείνα τα χρόνια κάνανε και τα εξής: ξυδότριψα (ξύδι, ζάχαρη, σκόρδο, αλάτι, ψωμί) μπουκουβάλα, παπαδίτσες, πιθανόν και άλλα που δεν τα θυμάμαι. Κι έπειτα λιγάκι κρασί ‘’να στυλωθεί η καρδιά μου’’, καθώς έλεγε. Έτσι επισφράγιζε πραγματικά την ‘’κατάλυση οίνου και ελαίου’’.
Της θειάκως Μαρίας της έμελε πέρα από την υπομονή των 47 ημερών της νηστείας, να υποβληθεί σε μια άλλη δοκιμασία, που δεν επιδίωξε εκείνη, αλλά την υπέβαλλαν τα πειραχτήρια που είχαν και έχουν τα χωριά.
Μια Σαρακοστή, λοιπόν ένας γείτονάς της ο αθεόφοβος, προθυμοποιήθηκε Κυριακή να της κάνει το τραπέζι, μιας και η Θειάκω Μαρία θα έτρωγε λάδι. Έφτιαξαν το λαδοπίλαφο και της είπε ότι έχει μέσα και λίγο χταπόδι, ενώ εκείνος της έβαλε και ένα κομμάτι μικρό κρέας. Όλοι περίμεναν την αντίδρασή της, όταν το πιρούνι της θα ανακάλυπτε το σώμα του εγκλήματος. Ενώ οι άλλοι ήταν έτοιμοι να γελάσουν, εκείνη είπε με σπαραγμό, σπρώχνοντας το πιάτο: -Η αμαρτία στο λαιμό σας…
Τότε ο γείτονας έβαλε τα κλάματα όπως και οι άλλοι, κομπιάζοντας και ξεροκαταπίνοντας. Τότε η καλή γερόντισσα που η μεταμέλεια της οικογένειας του γείτονα τη συγκίνησε, παίρνοντας το κρέας του πειρασμού, άρχισε να τρώει κι αυτή, μπροστά στα κατάπληκτα και κλαμένα μάτια των άλλων λέγοντας:
Να... φάτε κι άστε τα κλάματα. Να… φάτε… ο Θεός δεν ξεσυνερίζει… Ότι βάζουμε στο στόμα δεν π’ράζει… ότι βγάζουμε από το στόμα π’ράζει… Σοφά λόγια από μια αγράμματη γυναίκα του χωριού που αποδείχτηκε ανώτερη από άλλους που ‘’ξέρουν’’ περισσότερα.
Η νηστεία λοιπόν επαφίεται στον καθένα μας χωριστά, αν την τηρήσει ή όχι. Το μόνο που πρέπει να εμπεδώσουμε είναι ότι με τη νηστεία δεν εξαγνιζόμαστε και ηθικά, αν δεν συμβαδίζει η αποφυγή αρτύσιμων με την ψυχική ανάταση, την προσευχή, τη συγχώρεση, και την Αγάπη προς τον συνάνθρωπό μας.
Καλή Σαρακοστή
(Μέτσοβο)


