«Καὶ τῶν πατρίδων αύθις λαβώμεθα...»

on .

Με γλαφυρό λόγο και με την επιβαλλόμενη από την εποχή καθαρεύουσα, ο συμπατριώτης μας νυν Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κώστας Τασούλας έγραφε στον «Π.Λ.» πριν από 47 ολόκληρα χρόνια για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων ως τριτοετής τότε φοιτητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Το άρθρο του κ. Τασούλα δημοσιεύθηκε σαν σήμερα το 1979, ανήμερα της επετείου απελευθέρωσης της πόλης από τον Τουρκικό ζυγό. Σ’ αυτό ο νεαρός φοιτητής αναλύει τη σημασία της ενσωμάτωσης της Ηπείρου στον εθνικό κορμό, δεν παραλείπει όμως να αναφερθεί και στον πόνο που προκαλεί η απόσχιση της Βορείου Ηπείρου. Με αφορμή την παρουσία του Κώστα Τασούλα στα σημερινά «Ελευθέρια» επαναδημοσιεύουμε αυτούσιο το παλιό αυτό άρθρο του.

* * * 

Αναρρίγησε το σύμπαν του κόσμου του Ελληνικού στο άγγελμα της απελευθερώσεως των Ιωαννίνων και η πάνσεπτη παραμυθία της νικηφόρου επιστροφής του δουλεύοντος Γένους, η ένθεη πίστη του σκλαβωμένου λαού, η χαλύβδινη προσδοκία της αποκαταστάσεως, το κλάμα της Δέσποινας, οι μύθοι και οι θρύλοι, όλος αυτός ο παμμεγέθης στρόβιλος πνιγμένων οραμάτων και ευχών εξέσπασε επάνω στα αιματοβαμμένα και σιδηρόφρακτα βουνά της Ηπείρου και ο ορυμαγδός της νίκης, η ιαχή της απελευθερώσεως ήχησαν στην ελληνική γη και μεταπλάστηκαν σε ύμνο ηρωικό και ελευθέριο. 

«Τα πήραμε τα Γιάννινα, 

μάτια πολλά το λένε, 

οπού γελούν και κλαίνε.

Το λεν οι χτύποι 

κι' οι βροντές,

το λένε κι' οι καμπάνες, 

το λένε κι' οι χαρούμενες

 κι' οι μαυροφόρες μάννες».

Και ήταν πανελλήνια και παμμέγιστη η έξαρση, γιατί τα Γιάννινα που ελεύθερα τα περιδιάβαζε τώρα, ύστερα από το 1430, ο ελληνικός στρατός, η εύανδρος Ήπειρος, είχαν συγκεντρώσει την ευγνωμοσύνη του Έθνους από αλλοτινούς ηρωισμούς και έξοχες πράξεις των τέκνων τους. 

Το κλέφτικο τραγούδι, οι αγώνες στην Πίνδο, ο Σκυλόσοφος, το Σούλι, ο χορός του Ζαλόγγου, ο Σαμουήλ, η ομαδική αυτοεξορία των Παργινών, οι θυσίες του κλήρου και των λαϊκών, όλα αυτά ενέπνεαν το δουλωμένο Γένος.

Παρήλθαν οι δύο πρώτες μετεπαναστατικές γενιές, γεμάτες ζήλο, όχι όμως και αποτελεσματικότητα, αφού το πλήρωμα του χρόνου για την πραγμάτωση, της εθνικής αποκαταστάσεως, της «μεγάλης ταύτης Ιδέας», δεν είχε φθάσει. Και μέσα από την τέφρα του 1897, η τρίτη γενεά, η γενεά του Ελευθερίου Βενιζέλου, βάζει τα θεμέλια και προχωρεί.

Δεν είναι πόλεμος κατακτητικός εκείνος του 1912-13, ούτε εκείνος που σήμερα μας συντρίβει η ανάμνηση της εκβάσεώς του, ο Μικρασιατικός. Με τους πολέμους αυτούς «διεκδικούμε τον αναγκαίο χώρο για το εθνικό μας άθλημα, εντάσσοντάς το μέσα στον πλατύτερο σκοπό του ευρωπαϊκού πολιτισμού και μιας ειρηνικώς οργανωμένης πανανθρώπινης κοινωνίας. Διεκδικούμε το χώρο, όπου γενέα μετά γενιά θα πρέπει να δοκιμάζεται η φυλή στην άσκηση μιας αποστολής, που δεν είναι αυθαίρετη επιθυμία ενός διψασμένου λαού, αλλά απαράγραπτο πνευματικό αίτημα της Ιστορίας» (Κων. Τσάτσου, Ελληνική Πορεία, σελ. 25).

Ο ασφυκτιών Ελληνισμός του 1830, του 1864 και του 1881 δεν παραιτείται των εθνικών του βλέψεων που μόνον αν θα ικανοποιηθούν, θα του επιτρέψουν να επιδοθεί στην αποστολή του. 

Γι' αυτό και η απελευθέρωση των Ιωαννίνων, της 21-2-1913 υπήρξε ευκαιρία να ξεσπάσει η επί τρεις γενεές ανήμπορη να εκδηλωθεί κραυγή που καλούσε, όχι σαν ρωμαντικός, μεγαλοϊδεατισμός που οδήγησε στην «ψυχικώς μεν θαυμασία, αλλά πολιτικώς άφρονα» σύρραξη του 1897, αλλά σαν υπεύθυνη πολιτική εκτίμηση, στην αποκατάσταση των εθνικών μας βλέψεων. 

Η απελευθέρωση της πόλεως μας είναι σημαντικός σταθμός στην πορεία του Έθνους για πλήρη επανασύσταση του, πορεία που από το 1844 είχε κηρύξει πρώτος δημοσία και υπεύθυνα, ο Ηπειρώτης πολιτικός Ιωάννης Κωλέττης, μιλώντας ενώπιον της Εθνοσυνελεύσεως την 14η Ιανουαρίου, οπότε θεωρώντας την έκταση της τότε Ελλάδος «μέρος του όλου σκοπού», εχάραξε την αρχή της Μεγάλης Ιδέας, που ωστόσο από αιώνες, αποτελούσε όραμα του Γένους. Αλλά δεν είναι μόνο το άγγελμα της απελευθερώσεως της ηρωικής πόλεως των Ιωαννίνων, της ακροπόλεως αυτής του Ελληνισμού, που χαροποιεί τους Έλληνες.

Η Ήπειρος και για άλλο λόγο συγκεντρώνει την ευγνωμοσύνη του Έθνους. Η φιλογένεια των τέκνων της, φαινόμενο εξόχως Ηπειρωτικό, που θα το συνδέαμε με την παλαιόθεν γνωστή αλληλεγγύη των Ηπειρωτών προς τους φίλους τους στον πόλεμο, όπως μας την παραδίδει ο Διόδωρος, «Πάτριον τοις Ηπειρώταις μη μόνον περί της ιδίας πατρίδος αγωνίζεσθαι, αλλά και υπέρ των φίλων και συμμάχων κινδυνεύειν»! Αυτή η πολεμική αλληλεγγύη, η αντίδραση του ελεύθερου ανθρώπου στην απομόνωση που του επιβάλλει η αγριότητα της φύσεως που τον περιβάλλει εκδηλώνεται πολύ αργότερα με μια άλλη, μορφή, τη μορφή της, ευποιίας, χάρη στην οποία και τα Γιάννινα είχαν αποκτήσει μια αίγλη, στη σκέψη και στην καρδιά των ευγνωμόνων Ελλήνων.

«Πρώτο, φέγγος, στο στερέωμα, της Ελληνικής Αναγεννήσεως ανεδείχθη ο αστερισμός των εμπόρων, που ήταν η πιο επιτυχής, η πιο ρωμαλέα, η πιο θαυμαστή σύγκρασις, του μεσευρωπαίου και ανατολίτου εμπόρου με τον ιδιατυπότατον έμπορον της ελληνικής φιλογενείας. Γιατί θα ήταν άδικος εκείνος που δεν θα επισήμανε τις καταβολές του στον αρχαιοελληνικό αποικισμό, την αλεξανδρινή εκπολίτιση τη διδασκαλία των Πατέρων περί πλούτου, τη βυζαντινή ευποιία, τη φαναριώτικη φιλανθρωπία αλλά μάταια θα απεπειράτο με αυτές να εξηγήση γενετικά το εξαίσιο εκείνο πλάσμα της Ελληνικής Αναγεννήσεως χωρίς το δυνατό και νεογόνο ζύμωμα που συνετελέσθη στους κόλπους του σκλαβωμένου Γένους... Βέβαια η φιλογένεια αυτή βγήκε μες απ' τη σκλαβιά... Μα γιατί δε βγήκε από τη σκλαβιά τόσων άλλων λαών, γιατί δεν διατηρήθηκε και μετά την απλευθέρωσή τους; Ένας Ζωσιμάς, επιτέλους, μπορεί, σαν εκρηξιγενές φαινόμενο, να ξεπηδήσει από παντού! Οι Ριζάραι, όμως, οι Καπλάναι, οι Τοσίτσαι, οι Αρσάκαι, οι Βαρβάκαι, οι Σταύροι, οι Στουρνάραι, οι Μαρούτσαι, οι Δομπόλαι, οι Ζάππαι, οι Αβέρωφ, οι.. οι... από που, πως, αν μια ανεξάντλητη εθνική μήτρα δεν τους, κυοφορει διαρκώς;». 

Αυτή η φιλογένεια των Ηπειρωτών, όπως την παρουσιάζει γλαφυρά ο Ηρ. Ν. Αποστολίδης, σε λόγο που εκφώνησε στο μνημόσυνο των Ζωσιμάδων στον Παρνασσό την 12-11-1950, είχε συγκλονίσει τον ελληνισμό που, τώρα, πάλλεται μαζί με την πόλη που υποδέχεται τον νικητή Διάδοχο! 

Και ενώ εμείς σήμερα με εόρτιες εκδηλώσεις και προσήκοντες λόγους τιμούμε «τω πατρίω νόμω χρώμενοι» τους μαχητές του Μπιζανίου, και εθνικός παλμός μας κατέχει, όμως -φεύ- υπείκουμε συγχρόνως στην τραγική ελληνίδα μας μοίρα, στην αδυσώπητη ψυχοσύνθεση της φυλής, που μας θέλει σαν πρόσωπα αρχαίας αττικής τραγωδίας να μεταβάλλουμε συχνά τον αίνο σε θρήνο! Με σπαραγμό αναπολούμε την πατρίδα του Σπυρομήλιου, των Ζαππαίων και του Σίνα που «διερράγη και απεσχίσθη» από το κορμί της ενιαίας Ηπείρου και πως να το πούμε, ακούμε άθελά μας τα κλάματα των εικονισμάτων, τις ιστορίες των ραγιάδων, την ανέσπερη ελπίδα της αποκαταστάσεως και την καταλλαγή της βουρκωμένης ψυχής με την ευλογημένη παραμυθία· «Σώπασε, κυρά Δέσποινα και μην πολυδακρύζεις...»

Αλλά σήμερα είναι πανήγυρις! Και θα πανηγυρίσωμε την επέτειο, επέτειο ιστορικής συνεχείας της φυλής και παραδειγματισμού μας. Και ας συλλογισθούμε ότι, όπως η γενιά του 1912-13, κάθε γενεά εξαγοράζει το δικαίωμα της ελευθερίας και της συνεχείας. 

Αυτή ακριβώς την ελευθερία καλούμεθα σήμερα να διατηρήσουμε, ενώ γύρω μας πανίσχυρα ρεύματα και δόγματα την πολιορκούν. Και αυτό είναι «το μέγιστο και έσχατο μάθημα» της γενεάς μας, γενεάς που έχει το προνόμιο, αλλά και το βάρος της ευθύνης, να καταυγάζεται η πορεία της από προγόνους, όπως εκείνοι της γενεάς του 1912-13, που σε μια δεκαετία πραγμάτωσε όνειρα εθνικά πέντε αιώνων!

OSDEL DIGITAL STATIC BANNERS 900x300