Της Λευτεριάς περήφανο το πνεύμα προσδιαβαίνει

on .

«Της Λευτεριάς περήφανο το πνεύμα προσδιαβαίνει, γιατί είναι μαύρα τα βουνά κι’ ανταριασμένοι οι κάμποι ο ήλιος εβασίλεψε και το φεγγάρι εχάθη», λέει ένα τραγούδι για το χινόπωρο, αυτό που μπήκε το 1912 στα Γιάννινα.

Το σούρουπο απλώνει, τις σκιές του, τα μαύρα πέπλα σκεπάζουν τη νεκρωμένη πολιτεία, την πολιτεία που κοιμάται ακόμη τούρκικη. Πίσω από κλεισμένες γρίλλες αδελφωμένα κεφάλια, αδελφωμένες καρδιές, που χτυπούν μ’ ένα παλμό, τον ίδιο παλμό.

Τα παιδιά με τα δάχτυλα φκιάνουν Σταυρούς στα τζάμια τα θολά και τους βλέπουν να δακρύζουν, ίσως να ‘ναι και δικά τους δάκρυα.

Αλήθεια, πως μοιάζουν με τους Σταυρούς εκείνους τους σκεβρούς που «στολίζουν» τα’ απλά φτωχομνήματα στην ατέρμονη γαλήνη τους, έτσι ταπεινά, απέριττα.

Συντροφιά τους τα κυπαρίσσια, όπου κουρνιάζουν τα κυνηγημένα πουλιά στο βασιλ’ μα ηλιού, του ματωμένου αυτού χινοπώρου.

Είναι οι δικοί τους νεκροί, συννεφένιες ψυχές διασκορπισμένες ερημόχαροι κάτω απ’ το νυχτερινό πέπλο στην σιωπηλή αυτή αγρυπνία, από χέρι απίστων.  Έτσι λοιπόν, πίσω από ασφαλισμένα παράθυρα το αφυπνισμένο πια έθνος ίσως ζει τις στερνές μέρες του δούλου.

Η ερήμωση περπατά στην πόλη. Μέσα στο Κάστρο που καθρεφτίζεται, ίσως για λίγο καιρό δουλωμένο ακόμα, στα γαλαζοπράσινα νερά της Κυρα - Φροσύνης, διακρίνεις μια ασυνήθιστη κινητικότητα των Τούρκων. Σπασμωδικά κινούνται, ίσως νιώθουν τη μοιραία γι’ αυτούς στιγμή. Συναισθάνονται πως είναι οι τελευταίες μέρες, ύστερα από τόσα χρόνια, πέντε αιώνες.

Ο μικρός Γιώργης, ίδιο αγρίμι, σύρθηκε κρυφά μέσα στο κάστρο και είδε τούρκικες φαμίλιες να μαζεύουν αλαφιασμένες τα υπάρχοντά τους κι’ έφερε το μαντάτο. «Οι τούρκοι ετοιμάζονται να φύγουν».

Από σκοτεινούς μιναρέδες ο μουεζίνης στέλνει μελαγχολικά ύμνο αλλιώτικο από άλλες φορές, λες και ξέχασε το κοράνι. Λέει λόγια ακαταλαβίστικα στους Γιαννιώτες, που είχαν μάθει αρκετά τούρκικα τόσα χρόνια. Μετά την αποτυχημένη απόπειρα του Διονυσίου Φιλοσόφου, τους διώξανε από το Κάστρο και μένανε στη Σιαράβα, το Κουρμανιό και την Καλούτσιανη…

Στις τυραγνισμένες μορφές των σκλάβων ζωγραφισμένη η αγωνία της φυλής, η πίκρα της βαριάς κληρονομιάς του δούλου. Στις πέτρινες πλατείες, στα καλντερίμια γοργά βήματα των τυράννων ηχούν, οι Χριστιανοί χάνονται στα σκοτάδια σαν νυχτερίδες, τα σπίτια ερμητικά κλεισμένα.

Τον τελευταίο καιρό σιγοτραγουδιέται ένα τραγούδι που μιλά για πόλεμο: «έβγα μανούλα φώναξε στο πέρα παραμύθι ν’ ακούσουν χώρες και χωριά – χωριά και βιλαέτια φέτος θα γίνει πόλεμος, θα γίνει ανταρτασία». Και στα μάτια τους οι πρώτες λάμψεις της ελπίδας και της πίστης στη μέρα που θα ‘ρθει και που θα ξημερώσει.

Και πράγματι, μπαίνοντας ο βαρύς χειμώνας, άρχισε η πολιορκία της πόλης των Γιαννίνων. Βουνά οργωμένα από τα κανόνια, χώματα ποτισμένα, βαμμένα στο κόκκινο.

Κάμποι ματωμένοι, φλογισμένοι όλα βουτηγμένα στο αίμα, εκατοντάδες πτώματα, σωροί πτώματα.

Στις χαράδρες, στους λόφους, στους κάμπους περπατάει η φρίκη. Όμως σε λίγο «της Λευτεριάς περήφανο το πνεύμα προσδιαβαίνει».

Ξημερώνει η 21 Φεβρουαρίου. Κι’ η πολιτεία τινάζεται πανώρια. Λούζεται μέσα στο φως που ανατέλλει από τις αιματοβαμμένες κορφές. Τα μισοφέγγαρα ξεψυχούν. Η γαλανόλευκη κυματίζει περήφανη, χαρμόσυνες καμπάνες ηχούν, Αναστάσιμες καμπάνες ηχούν:     

«Τα πήραμε τα Γιάννενα 

μάτια πολλά το λένε,

μάτια πολλά το λένε,

όπου γελούν και κλαίνε»…

Χρόνια Πολλά

OSDEL DIGITAL STATIC BANNERS 900x300