Τα «έξι παλληκάρια» της Δουρούτης…
Στις 20 Φεβρουαρίου 1913, παραμονή της Απελευθέρωσης των Ιωαννίνων, κοντά στα οχυρά της Δουρούτης, έπεσαν έξι γενναίοι, οι τελευταίοι ήρωες της πολιορκίας.
Ένας από τη Μεσσηνία, ο Γιάννης Αθανασόπουλος, τρεις από την Αρκαδία, Αντώνης Κεφαλάς, Ρήγας Κρατημένος, Μιχάλης Σχίζας, και δύο από την Κρήτη, Γιώργος Πασσιαδάκης και Μανώλης Τσικαλουδάκης. Έξι ψυχές, σμιλεμένες στο θάρρος και την αυταπάρνηση, που κράτησαν ζωντανό το φως της ελευθερίας.
Η μνήμη τους λάμπει στον τόπο όπου έπεσαν και κάθε χρόνο ξαναζωντανεύει μέσα από την τιμή που τους αποδίδει το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων σαν αιώνιο κάλεσμα για θάρρος, πίστη και πατρίδα.
Στις 20 Φεβρουαρίου 2017, στην ετήσια εκδήλωση του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, ο τότε Πρύτανης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων κ. Γεώργιος Καψάλης, διάβασε ένα συγκλονιστικό τεκμήριο που αποτύπωνε την δραματικότητα του συμβάντος. Επρόκειτο για το γράμμα ενός αδελφού από τους φονευθέντες
Το υστερνό γράμμα
«Στον αγαπημένο μου αδελφό Γιώργο φονευθέντα κατά την γενική επίθεσιν έξωθι των Ιωαννίνων.
Και όταν εγώ σ΄ επερίμενα στα Γιάννενα, ν΄ αγκαλιαστούμε επί τέλους νικηταί και ξαπλωμένοι πάνω στην αμμουδιά της λίμνης να κουβεντιάσουμε μοναχοί οι δυο μας για τα βάσανα της πολεμικής ζωής τόσων μηνών εσύ δεν ήλθες. Εγύρισα όλους τους δρόμους μονάχος. Δεν άφησα μέρος που έβλεπα στρατιώτες μαζεμένους να διασκεδάζουν και να μην πάγω με την ελπίδα πως θα σε ιδώ, αλλά δεν σ΄ ευρήκα πουθενά. Συνήντησα στρατιώτας και φίλους σου, τους αρώτησα για σένα μα όλοι μου έλεγαν πως κάπου σε είδαν. Δεν ήθελαν να με πικράνουν με την είδηση του θανάτου σου. Πήγα επί τέλους στον καταυλισμό του λόχου σας και ο λοχαγός σου μου είπε την φρικώδη αλήθεια. Μου διηγήθηκε όλας τα λεπτομερείας του τιμημένου θανάτου σου με πραγματικήν λύπη γιατί σ΄ αγαπούσε.
Την τελευταία στιγμή που συ πεσμένος όχι στην αγκαλιά της μάνας μας αλλά πάνω στες κρύες πέτρες του βουνού με την σφαίρα του εχθρού στο στήθος προσπαθούσες κάτι να πης στον λοχαγό σου μα δεν ημπορούσες, εκείνος σε χάιδευε σαν πατέρας και σου έλεγε πως θα σε πάρη και δεν θα σ΄ αφήση να πέσης στα χέρια των Τούρκων. Και συ ευχαριστημένος από την υπόσχεσι αυτή έκλεισες τα μάτια σου για πάντα. Μου είπε χίλιους επαίνους για την έξοχο διαγωγή και την παλληκαριά σου, οι οποίοι έχυσαν μέσα στην ψυχή μου αληθινή παρηγοριά και εγέμισαν τα στήθη μου από υπερηφάνεια. Μου έδειξε τον τάφο σου πάνω στο βουνό κοντά στο ξωμονάστερο της Αγίας Παρασκευής (Ειρήνης) που σε έθαψαν οι συνάδελφοί σου με τιμάς και με δάκρυα γιατί όλοι σε αγαπούσαν.
Πήρα το μονοπάτι μονάχος και τώρα στο ηλιοβασίλεμα καθισμένος κοντά στο φτωχό και απέριττο μνήμα σου του οποίου το χώμα είναι ακόμα νωπό σου γράφω το στερνό μου αυτό γράμμα. Ξύπνα αδελφέ μου! Έχω να σου πω τόσες εύμορφες ιστορίες για το Μπιζάνι και τα Γιάννενα που δεν μπόρεσες να τα ιδής αν και τόσους μήνες τυρανούσουν μ΄ αυτό τον πόθο στα βουνά. Θυμάσαι δεν ημπόρεσα να σε συναντήσω όταν πρωτοήλθες στην Ήπειρο και για μια και μόνο στιγμή γιατί η δίωρος άδειά μου δεν μου επέτρεπε περισσότερον. Ξύπνα! Σου κρατώ λουλούδια απ‘ αυτά που οι σκλαβωμένοι αδελφοί μας έρριπτον κλαίοντες από την χαρά και τον ενθουσιασμό της απολύτρωσεώς των, όταν ημείς ως νικηταί εισήλθαμε στην πόλι. Ξύπνα! Να ακούσης τον ήχο της μουσικής και τον αντίλαλο του τραγουδιού των στρατιωτών που εορτάζουν ακόμη τα επινίκεια.
Ξύπνα! Να μου παραγγείλεις τι θα πω στην μάνα μας όταν επιστρέφω μόνος. Δεν μου απαντάς τίποτε! Το ξεύρω πως δεν υπάρχεις πειά για μας. Το ξεύρω πως δεν θα έλθης πειά στην Κρήτη, αλλά μακρυά από όλους μας μονάχος εδώ στον τάφο σου θα κοιμάσαι κάτω από την άγρια μυγδαλιά που είναι κοντά σου στον αιώνιο ύπνο. Ας είναι το χώμα σου ελαφρό για να μην πιέζη το πληγωμένο στήθος σου! Φεύγω γιατί νύχτωσε. Σκορπίζω πάνω στον τάφο σου τα λουλούδια. δεν θα σε ενοχλήσω πειά. Κοιμήσου ήσυχα.
1 Μαρτίου 1913
Ο αδελφός σου Γιάγκος»


