Το χρονικό της Απελευθέρωσης…

on .

Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης (26-10-1912) ενισχύθηκε ο στρατός της Ηπείρου με σκοπό να δοθεί τέρμα στις στρατιωτικές επιχειρήσεις με την κατάληψη των Ιωαννίνων, μετά, μάλιστα, την είσοδο του ελληνικού στρατού στην Κοριτσά και την απελευθέρωσή της.

Διοικητής του στρατού της Ηπείρου ήταν ο αντιστράτηγος Κ. Σαπουτζάκης.

Στις αρχές και στα μέσα του Φθινοπώρου 1912 οι Έλληνες είχαν περιοριστεί σε αμυντικό ρόλο, όχι γιατί ο αντίπαλος είχε την αριθμητική υπεροχή, αλλά από αδυναμία να εκπορθήσουν τα οχυρά του Μπιζανίου. Το Μπιζάνι από τη φύση του αποτελούσε ισχυρή αμυντική τοποθεσία με μόνιμα πυροβολεία που είχαν κατασκευαστεί με την επίβλεψη Γερμανών. Ο ορεινός όγκος της περιοχής γύρω από το Μπιζάνι και η δύναμη των Τουρκικών πυροβόλων δυσχέραιναν την κατά μέτωπο επίθεση.

Αγώνας για την κατάληψη των Ιωαννίνων

Στις 6 Οκτωβρίου ένα απόσπασμα του στρατού της Ηπείρου πέρασε το γεφύρι της Άρτας και το βράδυ κατέλαβε τα υψώματα του Γκριμπόβου. Ήταν η πρώτη επίθεση για την κατάληψη της πόλης. Στο διάστημα από 29 Νοεμβρίου μέχρι 11 Δεκεμβρίου 1912 επακολούθησε μεταξύ των αντιπάλων πόλεμος θέσεων. Σ’ αυτή τη φάση ο Ελληνικός στρατός αντιμετώπισε σφοδρή τουρκική επίθεση. Μετά την 10η Οκτωβρίου σταμάτησαν οι Τουρκικές επιθέσεις και ο Ελληνικός στρατός συμπτύχθηκε μεταξύ Αετορράχης – Μανωλιάσσας. Οι μάχες για τη συγκράτηση ισχυρών θέσεων και οι κακουχίες από τον βαρύ ηπειρωτικό χειμώνα είχαν κουράσει και τους δύο αντιπάλους.

Η δεύτερη επίθεση

Η Ελληνική κυβέρνηση ανησυχούσε για την αποτελμάτωση των επιχειρήσεων στο ηπειρωτικό μέτωπο. Από τον Δεκέμβριο στάλθηκε νέα ενίσχυση από δύο Μεραρχίες. Με απόφαση της Κυβέρνησης στις 3 Ιανουαρίου 1913 ο διάδοχος Κωνσταντίνος αντικατέστησε στη διοίκηση του στρατού της Ηπείρου τον στρατηγό Σαπουντζάκη, ο οποίος παρέμεινε στη διάθεση του νέου διοικητή. Μετά την ανάληψη της αρχιστρατηγίας από τον διάδοχο Κωνσταντίνο τις πρώτες μέρες του 1913 ολοκληρώθηκε η εγκατάσταση των ελληνικών μονάδων και όλα ήταν έτοιμα για την εκπόρθηση του Μπιζανίου. Ο Κωνσταντίνος από τη Φιλιππιάδα διέταξε να σταματήσει η γενική επίθεση που είχε αναλάβει πριν από την άφιξή του ο στρατηγός Σαπουντζάκης. Ο χειμώνας του 1912-1913 ήταν από τους βαρύτερους που είχε γνωρίσει η Ήπειρος.

Ακόμη και σήμερα ακούγεται το τραγούδι:

«Στα Πεστά και στο Μπιζάνι,

μάνα μου, τι κρύο κάνει»

Ο στρατός αποδεκατιζόταν από ψύξεις, κρυοπαγήματα και την υπερκόπωση από τις συνεχείς μετακινήσεις. Επειδή οι μόνιμοι άντρες θεωρήθηκαν ανεπαρκείς, ζητήθηκε από την Κυβέρνηση η αποστολή της 1ης Μεραρχίας στην Ήπειρο. Αυτή την περίοδο επισκέφτηκε το μέτωπο ο Βενιζέλος και με εντολή του ενισχύθηκε ο στρατός.

Η τελευταία Επίθεση – Άλωση της πόλης

Πριν προετοιμάσει ο διάδοχος Κωνσταντίνος την τελευταία επίθεση απέστειλε στον Εσάτ Πασά επιστολή (17 Ιανουαρίου), με την οποία του ζητούσε να παραδώσει την πόλη, για να μην χυθεί και άλλο αίμα, αφού ο πόλεμος για την Τουρκία είναι χαμένος. Η απάντηση του Τούρκου διοικητή ήταν αρνητική.

Το σχέδιο για την κατάληψη της πόλης προέβλεπε η νέα γενική επίθεση να εκδηλωνόταν στις 20 Φεβρουαρίου με συνδυασμένη επίθεση του Ελληνικού στρατού. Έτσι η τελική επίθεση εκδηλώθηκε το πρωί της 20ής Φεβρουαρίου 1913. Για την επίτευξη του στόχου ο στρατός χωρίστηκε σε τρία τμήματα, τα οποία πήραν θέση στα ανατολικά, στα δυτικά και στο Κέντρο. Η κύρια επίθεση ξεκίνησε από τα δυτικά με αποτέλεσμα οι προπορευόμενες μονάδες μέχρι το βράδυ να φτάσουν στα πρόθυρα των Ιωαννίνων, στον Άγιο Ιωάννη. Το πρώτο τμήμα επιτέθηκε από την περιοχή του Δρίσκου, ενώ το τμήμα που κατείχε το κέντρο είχε αποστολή να απασχολήσει τις τουρκικές δυνάμεις.

Η γενική αυτή επίθεση κατατρόμαξε τους Τούρκους και ο Εσάτ πασάς αποφάσισε να συνθηκολογήσει. Οι μάχες ήταν φονικές και οι επιθέσεις του Ελληνικού στρατού ορμητικές.

Μέχρι το βράδυ τα ελληνικά τμήματα είχαν καταλάβει τα υψώματα του Καστριού, Αγίου Ηλία, του Αγίου Νικολάου και της Τσούκας. Άλλη Ελληνική φάλαγγα προχώρησε στα στενά της Μανωλιάσσας καταδιώκοντας τους Τούρκους που υποχωρούσαν προς την πόλη και βρέθηκαν στις παρυφές των Ιωαννίνων. Τη νύχτα της ίδιας μέρας έφτασε στις προφυλακές του Ελληνικού στρατού ο Επίσκοπος Δωδώνης με επιστολή που υπογραφόταν από τους Πρόξενους στα Ιωάννινα, της Ρωσίας, Αυστροουγγαρίας και Ρουμανίας και παρείχε πρόταση του Εσάτ για άμεση και χωρίς όρους παράδοση της πόλης και του Μπιζανίου.

Το πρωί στις 2 η ώρα της 21ης Φεβρουαρίου οι απεσταλμένοι, συνοδευόμενοι από τον διοικητή του 9ου τάγματος Ιωάννη Βελισσαρίου, έφτασαν στο Χάνι του Εμίν Αγά, που είχε την έδρα του το Ελληνικό στρατηγείο. Ο Κωνσταντίνος συμφώνησε στην «άνευ όρων» παράδοση της πόλης και δόθηκε εντολή κατάπαυσης του πυρός. Με τηλεγράφημα στην Ελληνική κυβέρνηση αναγγέλθηκε η χαρμόσυνη είδηση.

Ο Αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος, μετά τη συνθηκολόγηση της Τουρκικής φρουράς, μπήκε θριαμβευτής στα Ιωάννινα, συνοδευόμενος από τους επιτελείς του, το πρωί της 22ας Φεβρουαρίου 1913.

Η πόλη έπλεε στα γαλανόλευκα χρώματα και οι κάτοικοι πλημμύρισαν τους δρόμους επευφημώντας τον Ελληνικό στρατό και ψάλλοντας τον εθνικό ύμνο. Στιγμές απερίγραπτης χαράς και συγκίνησης για τους κατοίκους της πολύπαθης πόλης και ολόκληρης της Ηπείρου, οι οποίοι για πέντε σχεδόν αιώνες υπέμειναν τον ζυγό των Τούρκων και ανέμεναν το «ποθούμενο» του Πατρο-Κοσμά.

Η εκκαθάριση της Ηπείρου από τους Τούρκους

Μετά την απελευθέρωση των Ιωαννίνων άρχισε η εκκαθάριση της Ηπείρου από τους Τούρκους που υποχωρούσαν. Μέχρι τον Μάρτιο του 1913 είχε εκκαθαριστεί και όλος ο βορειοηπειρωτικός χώρος.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος με τηλεγράφημά του στον Κωνσταντίνο (1-3-1913) όριζε τη γραμμή την οποία μπορούσε να προελάσει ο Ελληνικός στρατός στα βόρεια της Ηπείρου. Η γραμμή αυτή περνούσε από το Τεπελένι και έφτανε στη Μοσχόπολη. Αυτή την περίοδο απαγορεύτηκε η κατάληψη της Αυλώνας, λόγω των Ιταλικών αντιδράσεων.

OSDEL DIGITAL STATIC BANNERS 900x300