Το ιστορικό της μάχης των Ιωαννίνων στον τουρκικό Τύπο της εποχής…
Στην εφημερίδα Tasvir-i Efkâr (μια οθωμανική τουρκόφωνη εφημερίδα, που κυκλοφόρησε από το 1862 έως το 1925) δημοσιεύτηκε σε δύο συνέχειες στα φύλλα 7 και 8.3.1914 και με τίτλο «Στάδια του πολέμου. Απελπισμένες αλλά ένδοξες ημέρες. Η Άμυνα των Ιωαννίνων», το ιστορικό της μάχης των Ιωαννίνων. Εδώ, καθαρά για λόγους ιστορικού ενδιαφέροντος, δημοσιεύουμε για πρώτη φορά σε μετάφραση, κάποια αποσπάσματα καθώς και έναν χάρτη πάνω στον οποίο μεταφράσαμε τα τοπωνύμια από τα οθωμανικά. Το κείμενο δεν αποσκοπεί σε αξιολογική αποτίμηση των γεγονότων, αλλά στην ανάδειξη της οθωμανικής αφήγησης για την άμυνα των Ιωαννίνων, όπως αυτή καταγράφηκε λίγο περισσότερο από έναν χρόνο μετά τη λήξη των πολεμικών επιχειρήσεων.
«Θα θέλαμε να υπενθυμίσουμε στους αναγνώστες μας το λυπηρό και οδυνηρό αποτέλεσμα της άμυνας των Ιωαννίνων, η οποία κατείχε σημαντική θέση ανάμεσα στα διάφορα στάδια του Βαλκανικού Πολέμου. […] [Ή]ταν αναγκαίο ο στρατός μας, στην αρχή του πολέμου, να παραμείνει σε αμυντική στάση στις οπίσθιες γραμμές, να καθηλώσει τις εχθρικές δυνάμεις και να δοθεί ιδιαίτερη σημασία στα οχυρά, ώστε να διευκολυνθεί η κίνηση του κινητού στρατού μας. Όμως τα οχυρά δεν είχαν ακόμη επαρκώς ενισχυθεί. Όταν ολοκληρώθηκε η επιστράτευση, το φρούριο των Ιωαννίνων παρουσίαζε μεγάλες ελλείψεις. Η κατασκευή των οχυρώσεων στο Πιτζάν [Μπιζάνι], τη σημαντικότερη οχυρωματική θέση των Ιωαννίνων, δεν είχε φτάσει στο επιθυμητό επίπεδο. Τα πυρομαχικά της περιοχής δεν ήταν στην απαιτούμενη ποσότητα. Ακόμη και η τηλεφωνική γραμμή δεν είχε εγκατασταθεί. Αυτές οι ελλείψεις αποκαταστάθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα χάρη στις προσπάθειες του Εσάτ Πασά και του Χαμπίμπ Μπέη. Την ημέρα που άρχισε ο πόλεμος, τα περίχωρα των Ιωαννίνων, που έμοιαζαν με προχωρημένα χαρακώματα του φρουρίου, μετατράπηκαν σε περισσότερο ή λιγότερο οχυρωμένη θέση χάρη στην εργασία μέρα-νύχτα. Έτσι, το φρούριο απέκτησε τη δύναμη να συγκρατήσει τον εχθρικό στρατό επί μήνες.
[…] [Λ]όγω της αποστράτευσης στρατιωτών αφενός και της απροθυμίας των Redif [εφέδρων] να παρουσιαστούν στα όπλα αφετέρου, δύο ημέρες μετά την κήρυξη του πολέμου η Μεραρχία Νιζαμιέ αριθμούσε μόλις τους 3.800 άνδρες, ενώ η Ταξιαρχία Redif [εφέδρων] μόλις 6.100. […] Στο φρούριο υπήρχαν περίπου 100 πυροβόλα διαφόρων διαμετρημάτων. Τα πυρομαχικά τους ήταν επίσης περιορισμένα, από 200 έως 500 βλήματα ανά πυροβόλο. Λόγω της έλλειψης πυρομαχικών, της μη πλήρους ετοιμότητας του φρουρίου και του γεγονότος ότι η κύρια αποστολή ήταν η καθυστέρηση και η εξάντληση του εχθρού, ο διοικητής του σώματος στρατού αποφάσισε να αντιμετωπίσει τον εχθρό στους λόφους Αριμπόχ και Φαΐκ Πασά. Εκεί έστειλε τις διαθέσιμες δυνάμεις. ...Οι συνθήκες της μάχης ήταν ευνοϊκές για εμάς. Με μια μικρή ακόμη προσπάθεια εκείνη την ημέρα, η νίκη για την περιοχή των Ιωαννίνων ήταν βέβαιη.
[…] Όμως, εξαιτίας μιας κρυφής αιτίας, η φύση της οποίας αποκαλύφθηκε αργότερα, οι έφεδροι στρατιώτες εγκατέλειψαν το πεδίο της μάχης και τράπηκαν σε φυγή. Κατόπιν τούτου, και οι δυνάμεις Redif, που δέχθηκαν περισσότερες εχθρικές επιθέσεις, τους ακολούθησαν. Ο στρατός μας ηττήθηκε εξαιτίας αυτού του περιστατικού που συνέβη στις 24 Οκτωβρίου. Και ο εχθρός πέτυχε μια εύκολη, επιφανειακή νίκη. […] Το σώμα στρατού συγκεντρώθηκε στην περιοχή Μπεσπεϊκάρ [Πεστά] και έδωσε εκεί μια αξιοσημείωτη μάχη. Με αυτόν τον τρόπο κέρδισε χρόνο έως τις αρχές Νοεμβρίου 1912 και τότε υποχώρησε στη προωθημένη γραμμή της οχυρωμένης θέσης. […] Στο δεύτερο μισό του Νοεμβρίου υπογράφηκε ανακωχή με τις βαλκανικές κυβερνήσεις, εκτός από τους Έλληνες. Οι Έλληνες ενίσχυαν συνεχώς τις δυνάμεις τους απέναντι στα Ιωάννινα με εθελοντικά σώματα και συγκρότησαν έξι μεραρχίες. Ο διάδοχος και νυν βασιλιάς Κωνσταντίνος ανέλαβε προσωπικά τη διοίκηση του στρατού του και η βασίλισσα ενθάρρυνε τον στρατό μεταβαίνοντας στο πεδίο της μάχης. Όλες αυτές οι προετοιμασίες αποσκοπούσαν στην κατάληψη των Ιωαννίνων. Για τον λόγο αυτό, το Σώμα Στρατού Ιωαννίνων ενισχύθηκε με μονάδες που στάλθηκαν κατά διαστήματα και ο αριθμός των υπερασπιστών έφτασε τις 18–20.000. Ο Αρχιστράτηγος Ριζά Πασάς μετέβη αυτοπροσώπως στα Ιωάννινα και επιθεώρησε από κοντά την οχυρωμένη θέση και την κατάσταση των υπερασπιστών.
[…] [Α]νέθεσε τη μεραρχία του Υποστρατήγου Φαΐκ Μπέη στην ανατολική και νοτιοανατολική πλευρά της οχυρωμένης θέσης, τη μεραρχία του Φουάτ Μπέη στο νότιο μέτωπο και τη μεραρχία του Υποστρατήγου Τζαβίτ Μπέη στο δυτικό μέτωπο. Μετά τον θάνατο του Τζαβίτ Μπέη, τη διοίκηση αυτής της μεραρχίας ανέλαβε ο Υποστράτηγος Χουσνού Μπέης. Κατά το διάστημα αυτό, η μεραρχία του Γαλίπ Πασά μεταφέρθηκε στο φρούριο και ακολούθησε σταδιακά τις άλλες στρατιωτικές μονάδες. Ο διοικητής της οχυρωμένης θέσης εγκατέστησε το στρατηγείο του στο χωριό Γκατσάκα [Κατσικά]. Το στρατηγείο διοίκησης του σώματος στρατού εγκαταστάθηκε επίσης στον δρόμο Ιωαννίνων–Λόρου [Λούρου]. Επιπλέον, οι κινητές δυνάμεις υπό τη διοίκηση του ταγματάρχη Μπεκίρ Μπέη ήταν υπεύθυνες για το μέτωπο και τα νώτα της αριστερής πτέρυγας· ο εφεδρικός στρατός που σταθμεύει στη Ζίτσα ήταν υπεύθυνος τόσο για την προστασία του φρουρίου όσο και για το εμπρός και πίσω μέρος του δυτικού μετώπου. […]
Σχεδόν καθημερινά διεξάγονταν μάχες στη γραμμή άμυνας των Ιωαννίνων. Ωστόσο, οι μάχες που έλαβαν χώρα στη γραμμή Κοντοράκι–Ντιρισκόδε (Κοντοράχη-Δρίσκος) στις 9–10 Δεκεμβρίου 1912, στη γραμμή Φαράγγι Κανένα–Βαλτσόρε στις 9–13 Δεκεμβρίου, στη γραμμή Κοζμίρα–Λότατς στις 14 Δεκεμβρίου 1912, στα μέτωπα Μανόλασα–Κανλίτεπε στις 20–23 Δεκεμβρίου, και στα μέτωπα Κοζμίρα, Μανόλασα, Πιτζάν, Κανλίτεπε στις 19–21 Ιανουαρίου 1913, υπήρξαν ιδιαίτερα αιματηρές και ένδοξες. […] Δυστυχώς, ορισμένοι τοπικοί στρατιώτες από τη Μεραρχία Redif [εφέδρων] Ιωαννίνων και την 23η Μεραρχία Νιζαμιέ λιποτάκτησαν, παίρνοντας μαζί τους τα όπλα και τα πυρομαχικά τους. […]
Η Ιστορία θα καταγράψει με εκτίμηση τις προσπάθειες και τις κακουχίες που υπέστησαν οι υπερασπιστές των Ιωαννίνων —των οποίων ο αριθμός δεν ξεπερνούσε τις 15.000— απέναντι στον ελληνικό στρατό των 60.000. Από την άλλη πλευρά, αναμφίβολα θα καταγράψει με καταδίκη όσους εγκατέλειψαν το πεδίο της μάχης και λιποτάκτησαν από τον στρατό. Σε αντίθεση με την αξία των Ανατολιτών στρατιωτών που προτίμησαν τον θάνατο για την πατρίδα, ο διοικητής του Σώματος Στρατού Ιωαννίνων περιγράφει, σε μια αναφορά, το κακό που προκάλεσαν στην πατρίδα ορισμένοι στρατιώτες των Redif ως εξής: «Οι μαχητές της Κοζμίρας και τα όπλα τους συγκρούονται κατά διαστήματα με τους ληστές από το πρωί. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μόλις ελήφθησαν, το τάγμα Redif της Περένδης [Πεδινής], που βρισκόταν μεταξύ των υπερασπιστών της Κοζμίρας, λιποτάκτησε. Ένα τάγμα από τα στρατεύματα του Γαλίπ Πασά αποστέλλεται στην Κοζμίρα. ...Παρά την ευνοϊκή κατάσταση σε αυτή την πλευρά και την απουσία πίεσης, οι στρατιώτες Redif στα χαρακώματα της Γεσιλτεπέ, στην πεδινή περιοχή που εφάπτεται σε αυτή την πλευρά, λιποτακτούν. Ένα τάγμα και δύο λόχοι πολυβόλων από τη δύναμη του Γαλίπ Πασά θα αναπληρώσουν αυτή την έλλειψη. Τα υπόλοιπα τρία τάγματα θα σχηματίσουν την εφεδρεία των περιοχών Πιτζάν [Μπιζάνι] και Κοτσίλος [Κουτσελιό], οι οποίες σήμερα δέχονται ακόμη πίεση από το πυροβολικό και το πεζικό. Το 3ο τάγμα του 67ου συντάγματος στην περιοχή Πιτζάν, οι έφεδροι του 2ου λόχου και οι κυνηγοί στη δεξιά πλευρά του 67ου συντάγματος στην περιοχή Πιτζάν λιποτάκτησαν εν μέρει. Ο Φαΐκ Μπέης, με τα πέντε αδύναμα τάγματα που μπόρεσε να συγκεντρώσει από τη μεραρχία του και το 23ο τάγμα ελευθέρων σκοπευτών, κατέλαβε τον 6ο τομέα από την αριστερή πλευρά του Πιτζάν έως το χωριό Κοτσίλος. Εκεί ενεπλάκη σε σφοδρές μάχες με το πεζικό και το πυροβολικό του εχθρού. Και τα δύο τάγματα αυτής της μεραρχίας προσπαθούν ακόμη να ανασυνταχθούν. ...Το πυροβολικό που ακούγεται από το μέτωπο του πέμπτου και του έκτου τομέα από το πρωί συνεχίζεται. Το τάγμα Redif της Λέκοβα λιποτάκτησε πλήρως. Βρέχει ασταμάτητα από χθες το βράδυ».
[…] Οι ημέρες περνούσαν και οι Έλληνες περίμεναν με ελπίδα να παραδοθούν οι Οθωμανοί στρατιώτες. Η Ελληνική Διοίκηση αποδέχθηκε τη κρυφή αλήθεια πίσω από την πρώτη επιτυχία που είχε επιτευχθεί με τη βοήθεια μιας εξαιρετικής συγκυρίας, δηλαδή ότι η αριθμητική υπεροχή των στρατιωτών της δεν είχε αποτέλεσμα. Σκόπευε να καταλάβει το φρούριο, το οποίο δεν μπορούσε να κυριεύσει με τη βία, μέσω της διπλωματίας. Σε επιστολή που έστειλαν στη Διοίκηση του Σώματος Στρατού Ιωαννίνων, ανέφεραν: «Εκτιμούμε το θάρρος και τον ηρωισμό που επέδειξε ο στρατός σας». Έπειτα, μνημόνευσαν την απόφαση της οθωμανικής κυβέρνησης σχετικά με τη Μακεδονία και την Αλβανία ως αποτέλεσμα της Διάσκεψης του Λονδίνου και ότι η συνέχιση της άμυνας σύμφωνα με αυτή την απόφαση θα σήμαινε άσκοπη αιματοχυσία, ενώ δήλωσαν ότι επιθυμούσαν επίσης να καταλάβουν τα Ιωάννινα.
Για τον λόγο αυτό πρότειναν την παράδοση της πόλης. Ανακοίνωσαν ότι, αν η πρόταση γινόταν δεκτή, θα επέτρεπαν στον στρατό να μεταβεί όπου ήθελε με όλα τα όπλα και τους στρατιώτες του. Ο διοικητής εγγυήθηκε την ασφάλεια της ζωής και της περιουσίας των μουσουλμάνων που θα παρέμεναν εκεί. Όταν έφθασε αυτή η πρόταση, οι υπερασπιστές βρίσκονταν σε πραγματικά κακή κατάσταση. Καταβαλλόταν απεριόριστη προσπάθεια. Το επιθυμητό αποτέλεσμα δεν μπορούσε να επιτευχθεί απέναντι στις μηχανορραφίες των ανθρώπων της σημερινής προσωρινής κυβέρνησης της Αυλώνας, οι οποίοι άλλοτε ισχυρίζονταν ότι ήταν πατριώτες Οθωμανοί από το βήμα της Οθωμανικής Βουλής. Η δύναμη του στρατού μειωνόταν σταδιακά. Η έλλειψη πυρομαχικών, που προκλήθηκε από τους ντόπιους οι οποίοι διαρκώς διέφευγαν παίρνοντας μαζί τους όπλα και πυρομαχικά, ήταν σημάδι μιας αναπόφευκτης καταστροφής. Επιπλέον, ο μικρός αριθμός των υπερασπιστών σε σχέση με το μήκος της γραμμής άμυνας ανάγκαζε τους αξιωματικούς να παραμένουν στα χαρακώματα επί μήνες χωρίς ανάπαυση. Η σφοδρότητα του ψύχους, του χιονιού και της βροχής αύξανε τις δυσκολίες. Ο αριθμός των βλημάτων για τα βαριά πυροβόλα είχε επίσης μειωθεί σε 15–20 ανά πυροβόλο, ενώ τα πυρομαχικά του πεζικού είχαν μειωθεί σε 70–75 ανά τυφέκιο. Με άλλα λόγια, απέμεναν πυρομαχικά μόνο για 2–3 ώρες έντονης μάχης.
Ο Αρχιστράτηγος Αλή Ριζά Πασάς ενημερώθηκε αμέσως για την πρόταση του πρίγκιπα. Την απέρριψαν με την απάντηση: «Το φρούριο δεν θα δοθεί· μόνο θα καταληφθεί. Αν και είναι γνωστή η κατάσταση των υπερασπιστών και η ποσότητα του πολεμικού υλικού, ο σκοπός δεν είναι η παράδοση, αλλά να κρατηθεί ο εχθρός μπροστά στα Ιωάννινα όσο το δυνατόν περισσότερο. Ωστόσο, η πρόταση του πρίγκιπα είναι απαράδεκτη». Μετά από αυτό το περιστατικό, οι μάχες συνεχίστηκαν. Ο καιρός ξαφνικά έγινε σφοδρά ψυχρός. Ξέσπασαν αφόρητες θύελλες. Αυτή η κατάσταση είχε πολύ κακή επίδραση στους υπερασπιστές. Καθώς οι ασθένειες αυξάνονταν, ο αριθμός των νοσηλευόμενων ξεπέρασε τους 5.000. Τον τελευταίο καιρό, ο αριθμός όσων εισέρχονταν στα νοσοκομεία ήταν τριπλάσιος από εκείνον όσων έβγαιναν την ίδια ημέρα. Κατά μέσο όρο, σημειώνονταν 150 θάνατοι την ημέρα, ενώ για κάθε 300 ασθενείς που εισάγονταν, μόνο 100 έπαιρναν εξιτήριο. Ο εχθρός αύξησε τη δραστηριότητά του μετά τις 23 Φεβρουαρίου 1913. Η ένταση του βομβαρδισμού αυξήθηκε κατά 2–3 φορές. Μετά τον βομβαρδισμό ακολούθησαν επιθέσεις πεζικού.
...Την επόμενη ημέρα, στις 6 Μαρτίου [21 Φεβρουαρίου με το παλιό ημερολόγιο], η πόλη και οι εναπομείναντες στρατιώτες παραδόθηκαν. Ο εχθρός εκτόξευσε σε μία μόνο ημέρα 10.000 οβίδες πυροβολικού σε αυτόν τον πόλεμο, ενώ 50–60.000 τουφέκια πυροβολούσαν αδιάκοπα εναντίον των υπερασπιστών. Αφού ο οθωμανικός στρατός ολοκλήρωσε ένδοξα το τελευταίο του καθήκον εδώ, η οθωμανική σημαία που κυμάτιζε με δόξα και μεγαλοπρέπεια επί πέντε αιώνες στους προμαχώνες των Ιωαννίνων, άφησε την τιμημένη της θέση στη σημαία του σταυροφορικού εχθρού, για λόγους που καθίστανται κατανοητοί από την ανωτέρω εξήγηση. Οι ηρωικοί στρατιώτες βρέθηκαν αντιμέτωποι με την προδοσία ορισμένων τοπικών στρατιωτών που εγκατέλειψαν το πεδίο της μάχης και με την επίθεση των Ελλήνων στρατιωτών. Ήταν ανίσχυροι απέναντι στην αμέλεια δύο εχθρών, του ενός κρυφού και του άλλου φανερού. Η ένδοξη άμυνα που συνεχίστηκε μέσα στη φτώχεια, την πείνα, τη στέρηση και την έλλειψη πυρομαχικών καταγράφηκε στις σελίδες της Ιστορίας».


