Απόκριες και Τζαμάλα στη γειτονιά της Σιαράβας…
Η Σιαράβα ήταν η πρώτη γειτονιά μου, το 1957, που εγκατασταθήκαμε στα Γιάννινα, επί της οδού Ι. Γερβασίου απέναντι από την Μητρόπολη. Στη Σιαράβα μαζευόμασταν όλα τα παιδιά της συνοικίας αυτής, αλλά και από το Κουρμανιό, το Κάστρο, που παίζαμε. Θυμάμαι τα μεγαλύτερα παιδιά που τα λέγανε τα ‘’Σιαραβ’νόπλα’’ (Σιαραβανόπουλα) την εποχή εκείνη επαινούσαν την γειτονιά τους:
«Κιάφα Καλούτσια, Μεϊντάν και Σία
μπρος στη Σιαράβα
δε βγαίνει καμία, καμία…
Εχ’ η Σιαράβα ομορφιές,
έχει κοπέλες διαλεχτές
Και στις ακρολιμνιές
τις γραφικές της
Κάθε βραδιά κάτω από της Κασσάνδρας την ιτιά
Ο έρως ξενυχτά
κλεφτά, κλεφτά».
(Τραγούδι σε γνωστό μοτίβο της εποχής που τραγουδούσε η αξέχαστη Βέμπο: ‘’Λόντρα, Παρίσι, Νιού-Γιόρκ, Βουδαπέστη, Βιέννη”).
Όταν πλησίαζαν οι Απόκριες, τρέχαμε να βοηθήσουμε τον αείμνηστο μπάρμπα - Χαρίση που ήταν η ψυχή της Τζαμάλας. Παίρναμε την ακρολιμνιά κοντά στα μποστάνια και μαζεύαμε ξύλα να ενισχύει τη φωτιά, πέρα από τα κούτσουρα που είχε.
Καθαρίζαμε το χώρο που θα έβαζε τα τραπέζια, τη βαρέλα με το κρασί, όλα με τάξη. Ήθελε να είναι η πιο καλή Τζαμάλα από όλες τις άλλες που ήταν ονομαστές, σε κάθε μαχαλά που είχε τη δική του, όπως: του Πλάτανου, των Λακωμάτων, Καλούτσιας, Πλατανάκια, Λούτσας Κουρμανιού Κάστρου, Κουραμπά, Ζευγάρια…
Ήθελε αυτοί που θα περάσουν, αφού γλεντούσαν στη δική τους, μετά έπαιρναν σβάρνα και τις άλλες Τζαμάλες να συγκρίνουν και να καταλήξουν τελικά να καλοπεράσουν στη Σιαράβα, γιατί είχε το καλύτερο κρασί ο μπάρμπα - Χαρίσης κι όσοι το πέναιβαν, άλλο τόσο καμάρωνε εκείνος και μας έλεγε,’’ βάλετε κρασί να πιεί ο κόσμος, μη το λυπάστε, δεν είμαι κανένας ντατσκανάρ’ς εγώ, είμαι νοικοκύρ’ς με τα όλα μου, κουβαρντάς, δεν κάνω γυφτλίκια εγώ’’. Το κρασί ήταν δικό του και καμάρωνε, ότι τέτοιο κρασί δεν είχε κανένας.
Γύρω από τις Τζαμάλες χόρευαν οι παλιοί Γιαννιώτες, γιατί όλοι τότε ντύνονταν αποκριάτικα, θυμάμαι οι γυναίκες ντύνονταν άντρες, να βγάλουν το άχτι τους μάλλον, από καταπίεση; Ποιος ξέρει; Αλλά και μερικοί άντρες ντύνονταν γυναίκες και πάλι δεν ξέρω γιατί.
Πλην όμως όλοι χόρευαν τα αποκριάτικα, σατυρικά τραγούδια και ορισμένοι άντρες ντυμένοι γυναίκες, έκαναν χωρατά με τις μασκαρεμένες γυναίκες που ήταν ντυμένες άντρες, αλλά οι γυναίκες τότε δεν είχαν θάρρος όπως σήμερα, ήταν ‘’συμμαζεμένες’’, δεν ξανοίγονταν, δεν το είχανε το ‘’αντρικό ταπεραμέντο’’ και δος του πειράγματα.
Τα τραγούδια ήταν τα: ‘’Πως στουμπίζουν το πιπέρι‘’, ‘’Στης ακρίβειας τον καιρό’’, ‘’ο Χαραλάμπης’’, ‘’Της Τεμπέλας η μπουγάδα’’ που σατίριζαν καταστάσεις που συνέβαιναν τότε. Επίσης ‘’Ξύλα για τσ’ Αποκριές που χορεύουν οι γριές με τις κόκκινες ποδιές‘’, “Τα βαμμένα τα μαλλιά, τα φακιόλια τα πουά πάνω απ’ την καραμπογιά’’…
Γλεντζές ο μπάρμπα Χαρίσης παραδοσιακός Ταμπάκος, σαν τον Σιούλα του Δ. Χατζή στο βιβλίο του ‘’Το τέλος της Μικρής μας Πόλης’’, κεφάτος, γελαστός, ροδοκόκκινος με κόκκινη μύτη, πότε από τις χιονίστρες όπως έλεγε, πότε από τον ήλιο που δούλευε τα καλοκαίρια έξω, μα πιότερο από το κρασί, γιατί ήταν κρασοπατέρας και τα βράδια τα έπινε με τους άλλους Ταμπάκιδες στου βαγενά.
Αν δεν το τσούξω έλεγε, δεν κινιούνται τα ρημάδια τα χέρια και τα ποδάρια, θυμίζοντάς μου τώρα του Βιζυηνού το διήγημα ‘’Το αμάρτημα της μητρός μου’’ που ο κουρέας που έκανε το γιατρό για την άρρωστη αδελφή του,έλεγε κι εκείνος: ’’Είμαι γέρος μωρή, και αν δεν το τσούξω κομμάτι δεν βλέπουν καλά τα μάτια μου.’’ Κι έτσι τσούζοντας έβλεπε καλύτερα και διέκρινε κι άρπαζε την πιο παχιά κότα φεύγοντας.
Ο μπάρμπα - Χαρίσης μασκαρεύονταν κι εκείνος (αλλά μασκαρεμένος ήταν κάθε μέρα στα Ταμπάκικα που δούλευε) με γάνες στο πρόσωπο για προσωπίδα, κανίστρα στο κεφάλι για καπέλο και ένα ριγέ αργαλίσιο μαλλινοσέντονο στο κορμί παριστάνοντας τον αράπη τον αρκουδιάρη. Χαρακτηριστικές φιγούρες εκείνης της εποχής που έκαναν εντύπωση στα ήθη και στα έθιμα της ήρεμης Γιαννιώτικης κοινωνίας και μαζί με τους άλλους μασκαράδες κάνανε σαματά ευχάριστο, να πάνε έξω τα φαρμάκια.
Τα κέντρα διασκέδασης για τον πολύ τον κόσμο, ήταν λιγοστά για τα μετακατοχικά εκείνα χρόνια. Μόνο τα γειτονικά καφενεία ή και καμιά φτωχοταβερνούλα, στολίζονταν για τις γιορτές των Απόκρεω και εκεί συνωστίζονταν οικογενειακώς και όμως γλεντούσαν, τα ζούσανε αυτά τα γλέντια. Ο χαρτοπόλεμος έδινε και έπαιρνε, οι ντουντούκες, οι σερπαντίνες, αλλά και ο σοκολατοπόλεμος, που έριχνε το ένα τραπέζι στο άλλο και τις τρακατρούκες για εκφοβισμό που έσκαγαν στα πόδια των γυναικών που ξεφωνίζανε. Όταν κατέβαινε το γαϊτανάκι από τα Ζευγάρια έβγαιναν έξω και έπαιρναν μέρος στο χορό.
Οι πιο ευκατάστατοι και η εξουσία της πόλης γλεντούσαν στο καφενείο ‘’Αβέρωφ’’ στην κεντρική πλατεία, στο ‘’Ελλάς’’ και στη ‘’Βρετάνια’’ και θα πω ότι ο κόσμος γλεντούσε τότε, όχι όπως τώρα που ‘’εδώ κανείς δεν τραγουδά , κανένας δεν χορεύει’’.
Αλήθεια, τι συμβαίνει κι ο κόσμος δεν γλεντά τώρα τα τελευταία χρόνια και έχει κλειστεί στο καβούκι που λέμε και είναι κουμπωμένοι; Δεν είναι έξω φτώχεια και έξω καρδιά όπως παλιά που ο κόσμος γλεντούσε, μήπως δεν είχαμε φτώχεια τότε και ακρίβεια; Το τραγούδι ‘’στης ακρίβειας τον καιρό’’, τότε τραγουδήθηκε. Άλλωστε, το χειμώνα καθιερώθηκαν γιορτές για να βγει ο κόσμος από μέσα να ξεδώσει να ξεχαστεί και ειδικά εκείνα τα χρόνια, που δεν είχαν εύκολους διεξόδους .
Γι’ αυτό λοιπόν: ’’Χορέψετε--χορέψετε/ τα νιάτα να χαρείτε/ γιατί σε τούτο τον ντουνιά/ δεν θα τα ξαναβρείτε./ Δώστε του χορού να πάει/ τούτη η γη θα μας εφάει/ τούτη η γη που την πατούμε/ όλοι μέσα θε να μπούμε’’… Που τραγουδά ο Πάριος
Κι εγώ από τη μεριά μου θα σας προτείνω: Να πάρουμε σβάρνα αυτή τη βραδιά/ τις συνοικίες που ανάβουνε φωτιά/ για τις Τζαμάλες που στήνονταν όπως παλιά/ Κάστρο, Σιαράβα, Πλάτανο, Λακκώματα, Καραβατιά/ να χορέψουμε, να ντυθούμε, να κάνουμε χωρατά/ όπως κάνανε οι Γιαννιώτες παλιά/ να χαρεί κι ο Χαρίσης από εκεί ψηλά…
Καλές Απόκριες και Χρόνια Πολλά, Καλή Σαρακοστή και μη ξεχάσετε να σηκώσετε τον… χαρταετό!


