Η ενιαία Ήπειρος υπήρξε το λίκνο του Ελληνισμού!

on .

Η ιδιαίτερη πατρίδα μας, η Ήπειρος –η ενιαία Ήπειρος– αποτελεί, κατά κοινή ομολογία, το λίκνο του Ελληνισμού. Οι κάτοικοί της, χωρισμένοι σε φυλετικές ενότητες, υπήρξαν τα πρώτα ελληνικά φύλα που εγκαταστάθηκαν σ’ αυτόν τον κατ’ εξοχήν ορεινό και απομονωμένο γεωγραφικό χώρο· διατήρησαν τους αρχαϊκούς οικονομικούς και πολιτικούς τρόπους οργάνωσης και «άθικτα σχεδόν τα κοιτάσματα του Ελληνισμού».

Εδώ στην Ήπειρο υπήρχε η αρχαία Ελλοπία, περιοχή γύρω από τη Δωδώνη και την κοιλάδα των Ιωαννίνων, όπου κατοικούσαν οι Σελλοί ή Ελλοί, από τους οποίους, κατά τους γλωσσολόγους, προέρχεται η λέξη Ελλάς. Εδώ υπήρχε το ιερό της Δωδώνης, με το αρχαιότερο μαντείο στον ελλαδικό χώρο, αφιερωμένο στο «Δωδωναίο Δία τον πελασγικό»· κοινό των Ελλήνων λατρευτικό κέντρο, που έκανε τον φιλόσοφο Αριστοτέλη να θεωρήσει την Ήπειρο ως «κοιτίδα του Ελληνισμού», με την επισήμανση ότι: «Αρχαία Ελλάς εστίν η περί την Δωδώνην και τον Αχελώον».

Από τα ισχυρότερα Ηπειρωτικά φύλα, που κυριάρχησαν στον Ηπειρωτικό χώρο, ήταν, κατά το Στράβωνα, «πρότερον μεν Χάονες, ύστερον δε Μολοττοί». Όπως αναφέρει ο ιστορικός και συγγραφέας Διόδωρος ο Σικελιώτης: «Πάτριον εστί τοις Ηπειρώταις μη μόνον επί της ιδίας πατρίδος αγωνίζεσθαι, αλλά και υπέρ των φίλων και συμμάχων». Αυτό το τήρησαν διαχρονικά οι Ηπειρώτες, όχι μόνο στο πεδίο του πολέμου, αλλά και στο πεδίο της ειρήνης.

Στην εποχή της ακμής της Μακεδονίας, οι δυο ηγεμονίες, των Μολοσσών και των Μακεδόνων, συνδέθηκαν με επιγαμίες και, όπως είναι γνωστό, η Ολυμπιάδα, η σύζυγος του Φιλίππου, υπήρξε αδελφή του βασιλιά των Μολοσσών Αλεξάνδρου. Από την ίδια βασιλική οικογένεια των Μολοσσών προέρχεται και ο Πύρρος, ένας από τους σημαντικότερους εχθρούς της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, με τα μεγαλεπήβολα σχέδιά του, τα οποία όμως είχαν τη γνωστή κατάληξη.

Αυτός, λοιπόν, ο γεωγραφικός χώρος, με τη γενική ονομασία Ήπειρος, από την αρχαιότητα, κατοικήθηκε από γνήσια ελληνικά φύλα –τους Θεσπρωτούς, τους Χάονες, τους Μολοσσούς· περιλάμβανε τη Νότιο Ήπειρο και τη Βόρειο Ήπειρο, αποτέλεσε δε ενιαία και συμπαγή ενότητα, με ακμαίο ελληνικό πολιτισμό, καθ’ όλην την ιστορική της διαδρομή. Η αδιάκοπη συνέχεια της ελληνικότητάς της γίνεται από όλους παραδεκτή και είναι ιστορικά τεκμηριωμένη. Ο Έλληνας περιηγητής και γεωγράφος, του 2ου μ.Χ. αιώνα, Παυσανίας, αναφέρει πως «κατοικούνταν από Έλληνες όλες οι Ηπειρωτικές περιοχές μέχρι την Απολλωνία, το Δυρράχιο και την Εγνατία οδό». Ο δε ιστορικός Προκόπιος διακηρύσσει πως «Έλληνες εισίν, Ηπειρώται καλούμενοι, άχρις Επιδάμνου πόλεως, ήπερ επιθαλαττία οικείται»· δηλαδή τοποθετεί τα ακρότατα βόρεια σύνορα της Ελλάδας μέχρι την Επίδαμνο (το σημερινό Δυρράχιο), που κατοικούσαν οι Ιλλυριοί. Παρόμοιες απόψεις για τον Ελληνισμό της ενιαίας Ηπείρου διατυπώνει και ο Γάλλος περιηγητής και ιστορικός Πουκεβίλ.

Οι όροι, λοιπόν, Βόρειος και Νότιος Ήπειρος είναι τεχνητοί, άγνωστοι στην αρχαιότητα, στη Βυζαντινή περίοδο και στην εποχή της τουρκοκρατίας. Αυτά τα δύσκολα χρόνια για τον Ελληνισμό της Ηπείρου εμφανίζεται η ιεραποστολική και εθνική δράση του φωτισμένου δασκάλου και ιεράρχη, του Κοσμά του Αιτωλού. Συναισθάνθηκε το χρέος του απέναντι στο υπόδουλο Γένος, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην ίδρυση Σχολείων, με τις περίφημες διδαχές του: «Να μαζευθήτε όλοι να κάμετε ένα Σχολείον καλόν, να βάλετε και επιτρόπους να το κυβερνούν, να μανθάνουν όλα τα παιδιά γράμματα, πλούσια και πτωχά, διότι χωρίς το Σχολείον περιπατούμεν εις το σκότος».

Πιστοί στα κηρύγματά του όλοι οι Ηπειρώτες, μαζί με όλους τους υπόλοιπους Έλληνες, έγραψαν την πολύχρονη και πολύπαθη ελληνική ιστορία, μια ιστορία συμφορών και θριάμβων, πτώσεων και ανατάσεων, με σταθμούς που εξυμνούν και θαυμάζουν μέχρι σήμερα οι πολιτισμένοι λαοί της ανθρωπότητας.

Από τη στιγμή που ο ελληνικός στρατός, το 1913, καταλαμβάνει ολόκληρη την Ήπειρο, αρχίζουν οι λυσσαλέες αντιδράσεις των Μεγάλων Δυνάμεων. Ιταλία και Αυστρία είχαν εκδηλώσει, και μάλιστα πολύ ενωρίς, την επιθυμία τους να εξυπηρετήσουν τα παραδοσιακά τους συμφέροντα, τον έλεγχο και την ηγεμονία στην Αδριατική και τη διείσδυσή τους, οικονομική και στρατηγική, στα Βαλκάνια.

Με τη συνθήκη του Λονδίνου, το Μάιο του 1913, η Αλβανία συγκροτήθηκε ως αλβανικό κράτος και συμπεριέλαβαν και το χώρο της Βορείου Ηπείρου. Κάτω από αυτές τις δυσμενείς συνθήκες ξεσπάθωσε η αγανάκτηση των Ηπειρωτών, οι οποίοι αποφάσισαν να υπερασπίσουν, με όλα τα μέσα, την ελευθερία τους· όχι μόνο με ειρηνικές διαμαρτυρίες και αντιδράσεις, αλλά και με δυναμικές επαναστατικές ενέργειες. Έτσι, η Πανηπειρωτική Συνέλευση που πραγματοποιήθηκε στο Αργυρόκαστρο, το Φεβρουάριο του 1914, κήρυξε την «Αυτόνομη Δημοκρατία της Βορείου Ηπείρου» και ανέθεσε την αρχηγία του Αγώνα στον εξέχοντα Ηπειρώτη Γεώργιο Ζωγράφο, γιο του μεγάλου Εθνικού Ευεργέτη, από το Κεστοράτι της Βορείου Ηπείρου, Χρηστάκη Ζωγράφου.

Ο Γεώργιος Ζωγράφος φτάνει στο Αργυρόκαστρο στις 15 Φεβρουαρίου 1914. Σε εμπνευσμένη προκήρυξή του προς το λαό της Βορείου Ηπείρου στηλιτεύει τη στάση των Μεγάλων Δυνάμεων και καλεί τους ελληνικούς πληθυσμούς αυτών των περιοχών να υπερασπίσουν με κάθε θυσία την ακεραιότητά της. Όμως τα γεγονότα μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο διέψευσαν κάθε ελπίδα, με συνέπεια η Βόρειος Ήπειρος να παραμείνει στην αλβανική επικράτεια. Ούτε πάλι κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, τότε που ο ελληνικός στρατός έγραψε το ανεπανάληπτο εκείνο Έπος της Αλβανίας και κατέλαβε για δεύτερη φορά τη Βόρειο Ήπειρο, άλλαξε η κατάσταση.

Σπύρος Εργολάβος

OSDEL DIGITAL STATIC BANNERS 900x300