Η φύση που χάνουμε με τους αυτοκινητόδρομους…

on .

Πόσο καλοτυχίζω αυτούς που όταν ξεκινάνε να πάνε ταξίδι αναψυχής ή διακοπές και όχι για επαγγελματικούς λόγους, προτιμούν από ένα σημείο και μετά, να βγουν από τους μεγάλους οδικούς άξονες, ακολουθώντας παράδρομους που θα τους  φέρoυν κοντά για να απολαύσουν τη φύση.

Ο άνθρωπος σήμερα κατασκεύασε autostrates προκειμένου να εκμηδενίσει τις αποστάσεις, πιο ασφαλείς, κι όμως τρέχει πιο γρήγορα για να φτάσει ακόμα πιο νωρίς, να προλάβει. Τι να προλάβει; Πολλές φορές, έχοντας τις οικογένειες μαζί τους  προκειμένου να πάνε διακοπές, τρέχουν. Κυκλοφορώντας σε αυτούς τους δρόμους παρασύρονται σε ένα αγώνα ταχύτητας, κοιτούν πώς θα προσπεράσουν το μπροστινό αυτοκίνητο. 

Δεν πηγαίνουν με μια ταχύτητα που να μπορούν να βλέπουν, έστω την  όποια φύση (εκτός από σήραγγες, άγονα βουνά), έτσι όπως έχουν σχεδιαστεί, η Εγνατία και η Ιόνια οδός που δεν μπορείς να δεις τις  ομορφιές της πατρίδα μας που διαβαίνεις.

Επειδή ζω και εργάζομαι στο Μέτσοβο, πηγαίνοντας σε χωριά που με καλούν, όπως στα Ζαγοροχώρια ή στα χωριά προς Καλαμπάκα, συναντώ πολλά αυτοκίνητα στους δρόμους από όλη την επικράτεια που έρχονται να απολαύσουν τη φύση, πέρα   από τις απείρου κάλλους ομορφιές του Μετσόβου όλες τις εποχές. 

Τους βρίσκω σταματημένους σε παραδοσιακές βρύσες να κάνουν πικ-νικ κάτω από βαθύσκιωτα πλατάνια. Η φύση ολόγυρα στάζει μενεξεδένιο φως καθώς τη λούζουν οι ακτίνες του ήλιου. Κάτω να χάσκουν βαθιά και άγρια φαράγγια που τα διατρέχουν τρεχούμενα νερά όπως κι ο Άραχθος κι απέναντι η άγρια ομορφιά των βουνών. Προχωρώντας σε χωματόδρομους, συναντώνται με το χθες, βρισκόμενοι μπροστά σε παλιά Χάνια μισογκρεμισμένα («κλαίνε τα Χάνια γι’ άλογα», που λέει το τραγούδι), νερόμυλους χωμένους στην πρασινάδα, στις φτέρες και σκεπασμένους με απομεινάρια κληματαριάς ή συκιάς... Επίσης, εκκλησάκια εγκαταλελειμμένα, μισογκρεμισμένα, αφημένα στο έλεος των καιρικών συνθηκών, με κατεστραμμένες αγιογραφίες, όπως και όλη η ύπαιθρος εγκαταλελειμμένη. 

Αυτοί που αγαπούν τη φύση ή έχουν ζήσει και μεγαλώσει στην ύπαιθρο εξηγούν στα παιδιά τους, αυτά τα απομεινάρια που συναντούν, για να μάθουν πού ζούσαν και με τι μόχθο, οι παππούδες τους τότε.                    

Επίσης, στα καφενεία, αν είναι κανένα ανοιχτό, τους καλωσορίζουν και τους λένε την ιστορία των χωριών τους, φιλόξενοι όπως είναι, πρόθυμοι και να κεράσουν.           Πολλοί από αυτούς με σταματούν για να ρωτήσουν πώς θα φτάσουν στον προορισμό που έχουν επιλέξει, γιατί τα GPS τους πάνε αλλού γι’ αλλού όπως συνήθως και ρωτούν τι αξιοθέατα μπορούν να δουν επιπλέον, στην περιοχή όπου βρίσκονται.      

Όλοι είναι εκστασιασμένοι και μαγεμένοι με τις απείρου κάλλους φυσικές ομορφιές της πατρίδας μας, γιατί δεν ταξίδεψαν από Εγνατία και δεν βιάζονται να φτάσουν στον προορισμό τους γρήγορα, αλλιώς θα έχαναν αυτά που βιώνουν τώρα. Κι εγώ, παρ’ ότι χρησιμοποιώ  την Εγνατία, πολλές φορές προτιμώ, κατηφορίζοντας από το Μέτσοβο, να πηγαίνω από τον παλιό το δρόμο, θυμίζοντάς μου όλα αυτά τα χρόνια που τον ανεβοκατέβαινα, να θαυμάσω για πολλοστή φορά τα Γιάννινα από το Δρίσκο γιατί η θέα είναι μαγευτική. 

Πριν φτάσεις, το βλέμμα εγκλωβίζεται στ’ ανταριασμένα κορφοβούνια αναζητώντας έξοδο διαφυγής. Αυτό το παιχνίδισμα με τις βουνοκορφές κρατούσε περισσότερο από μία ώρα, εν σχέση με σήμερα, που κυριολεκτικά σε καθήλωνε και σε καθηλώνει.

Ξαφνικά σαν να τραβιέται μια κουρτίνα και η λεκάνη της Παμβώτιδας να απλώνεται κάτω από το πόδια μας παραχωρώντας χώρο στο μάτι να χαθεί στο άνοιγμά της. Και στο βάθος  ο δικέφαλος, με τα δύο Τζαμιά να εισχωρεί στην αγκαλιά της λίμνης. Αξέχαστα δειλινά πριν ο ήλιος χαθεί πίσω από τα βουνά, ο ουρανός μοιάζει να λιώνει χρυσάφι και να καλύπτει με υπέροχα χρώματα τους καλαμιώνες της Παμβώτιδας.

Όλα εκείνα τα χρόνια έβλεπα τους κυρατζήδες να κατεβαίνουν με τα φορτωμένα μουλάρια πάνω από τα βουνά της Πίνδου, σταματώντας, ν’ αγναντέψουν την πόλη που προβάλλει μπροστά τους, όπως και τους φορτηγατζήδες, μετά το πέρασμα από το ανελέητο στροβίλισμα της Κατάρας, ανακουφισμένοι να βλέπουν την λίμνη και τα Γιάννινα,  σαν λυτρωμό.

Βλέποντας το Μνημείο του  ποιητή Λορέντζου Μαβίλη, θυμήθηκα όταν  αντίκρισε σαν πανόραμα τα Γιάννινα, το δικέφαλο, στη Λίμνη των μεγάλων προσδοκιών που είπε «Τάχα θα ζήσω για να δω τα Γιάννιν’ απ’ το Ντρίσκο/ κάθε λιθάρι που πατώ  να σκύψω να φιλήσω…». 

Έτσι τραγουδάνε τον καημό τους και τη νοσταλγία τους όλοι οι ξενιτεμένοι, γιατί οραματίζονται το μαγευτικό θέαμα που παρουσιάζεται  από τις κορυφογραμμές  του Δρίσκου η θρυλική και πανώρια, η ξακουσμένη αυτή πολιτεία, τα Γιάννινα με τη λίμνη τους.   

Σταματάνε αριστερά του δρόμου και στέκονται σ’ ένα από εκείνα τα σημεία που σαν φυσικά ‘’μπαλκόνια’’ κρέμονται πάνω από τη λίμνη, που μοιάζει σαν ένας στρωτός γυαλιστερός κάτασπρος καθρέφτης, βαλμένος με  χάρη σε πράσινη κορνίζα,  για να κρυφακούσουν τους ήχους της και να κλέψουν ματιές από τις εικόνες που απλώνονται μπροστά τους και τους μαγνητίζει: Τα Γιάννινα που περικλείουν θρυλούμενα και ιστορικά γεγονότα. 

Πλησιάζοντας να πλαγιάσει το δειλινό, ο ήλιος από τη δύση  αντίκρυ  φωτίζει  ψηλά το βουνό, τις κορυφές των ιτιών, τα σπίτια των Λυγκιάδων. Οι λεύκες στις ακρολιμνιές στέκονται σαν αρχοντογυναίκες με ολόχρυσους φιόγκους στα μαλλιά, όπως και με φεγγάρι ολόγιομο και αστέρια γεμάτη.

Στη μέση της λίμνης σαν νούφαρο το θρυλικό Νησί, πνιγμένο στην ιστορία, με απόλυτη ησυχία, αφού δεν κυκλοφορούν οχήματα. Τα μόνα που κυκλοφορούν οι βάρκες των ψαράδων που λικνίζονται στο ψάρεμα, φυσώντας ένας δροσερός Θρασκειάς και τα νερά φλοισβίζουν στα πλάγια τους, που μπορεί ν’ ακούνε και κανένα αναστεναγμό της Κυρά Φροσύνης. 

Πολλοί Γιαννιώτες με νοσταλγία της ψυχής, της καρδιάς του εαυτού τους, προκειμένου να πάνε στην Άρτα ή την Πρέβεζα, ακολουθούν τον παλιό δρόμο. Περνώντας από το Τέροβο, τα Πλατανάκια και τα άλλα χωριά βρίσκουν την αγαπημένη φυσιογνωμία της Πατρίδας, πλην όμως ερημική, όπου θα πιουν τον καφέ τους, θα συνομιλήσουν με τους ντόπιους, θα αγοράσουν τοπικά προϊόντα, ενώ με τις νέες οδούς δεν αντικρίζεις ούτε φύση, αλλά ούτε και άνθρωπο.                                                                                       

Όταν  λοιπόν δεν είστε βιαστικοί να φτάσετε γρήγορα στον προορισμό σας, χαρείτε τις ομορφιές της φύσης. Αλλά όπως πάμε ο νέος τρόπος ζωής έκανε τον σημερινό άνθρωπο ρομπότ, να τρέχει και να μη φτάνει. Ας θυμόμαστε όμως το ποίημα του Κ. Ουράνη: «Τώρα γυρίζω και τη ζωή μου αναμετρώ / πόση μεγάλη ήταν η φόρα και πόσο το πήδημα μικρό».

OSDEL DIGITAL STATIC BANNERS 900x300