Ένα χαστούκι, μια απαγωγή και ένα τραγούδι που έγινε μνήμη…

on .

Ο θρύλος της Βασιλαρχόντισσας δεν γεννήθηκε από τη φαντασία, αλλά από ένα πραγματικό και συγκλονιστικό γεγονός που σημάδεψε την Ήπειρο στα τέλη του 19ου αιώνα: την απαγωγή, το καλοκαίρι του 1884, της Βλάχας αρχοντοπούλας Δούκως (Ευδοκίας) Αβέρωφ - Τζοανοπούλου. Στο δημοτικό τραγούδι που ακολούθησε, το όνομά της μεταπλάστηκε σε Βασιλική, είτε για να αποδοθεί πιο παραστατικά η αρχοντική της καταγωγή είτε για να υπηρετηθούν οι ανάγκες του στίχου και του μέτρου. Έτσι γεννήθηκε η «Βασιλαρχόντισσα», μια μορφή που ισορροπεί ανάμεσα στην ιστορία και τον μύθο.

Σύμφωνα με την προφορική παράδοση, η αλυσίδα των γεγονότων ξεκίνησε από ένα επεισόδιο που άγγιζε τα όρια της κοινωνικής πρόκλησης. Ένας νεαρός Μεσολογγίτης, ο Φλέγκας, που εργαζόταν τότε στο Μέτσοβο, τόλμησε να περάσει επιδεικτικά από το «κουλτούκι», τον χώρο μπροστά στην εκκλησία όπου είχαν δικαίωμα παρουσίας μόνο οι προύχοντες του χωριού. Η πράξη του θεωρήθηκε προσβολή. Ο πλούσιος τσέλιγκας Νικολάκης Αβέρωφ —αδελφός του εθνικού ευεργέτη Γεωργίου Αβέρωφ— τον χαστούκισε δημοσίως.

Η ταπείνωση αυτή δεν ξεχάστηκε. Ο Φλέγκας ορκίστηκε εκδίκηση και, αναζητώντας τρόπο να πλήξει τον Αβέρωφ, ήρθε σε συνεννόηση με τον διαβόητο λήσταρχο της περιοχής, τον Θύμιο Γάκη. Στόχος τους ήταν ένας: η απαγωγή της κόρης του τσέλιγκα, της Δούκως. Ο Γάκης, επικεφαλής δωδεκαμελούς συμμορίας, διέσχισε τα ελληνο - οθωμανικά σύνορα και έφτασε στο Μέτσοβο, το οποίο τότε τελούσε ακόμη υπό οθωμανική κυριαρχία. Στις τελευταίες ημέρες του Ιουλίου του 1884 απήγαγαν τη Δούκω μαζί με τη συγγενή της Λενούσιω και τις μετέφεραν στα λημέρια τους, βαθιά στο πυκνό δάσος της Βάλια Κάλντα.

Ακολούθησαν δύσκολες διαπραγματεύσεις. Τελικά, οι δύο γυναίκες αφέθηκαν ελεύθερες, αφού καταβλήθηκαν λύτρα υπέρογκου ύψους. Η παράδοση λέει πως ο Νικολάκης Αβέρωφ πλήρωσε το βάρος της Δούκως σε χρυσά νομίσματα και της Λενούσιως σε ασημένια —μια εικόνα που ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τον θρύλο.

Για τον Θύμιο Γάκη, η απαγωγή αυτή έμελλε να θεωρηθεί το τελευταίο του «μεγάλο κόλπο». Ο λαϊκός μύθος τον θέλει να διαφεύγει μεταμφιεσμένος σε χανούμισα, να περνά ξανά στα οθωμανικά εδάφη και να εγκαθίσταται πλούσιος στη Μικρά Ασία. Η ιστορική πραγματικότητα, ωστόσο, είναι λιγότερο ρομαντική. Ο Γάκης συνέχισε να ζει ως παράνομος για περίπου μία δεκαετία. Το 1894 συνελήφθη και δικάστηκε στα Ιωάννινα. Τη ζωή του έσωσε η ίδια η Δούκω, η οποία κατέθεσε υπέρ του, δηλώνοντας πως κατά την αιχμαλωσία τής είχε φερθεί με σεβασμό. Καταδικάστηκε σε ισόβια, αλλά αργότερα έλαβε χάρη και αποφυλακίστηκε.

Μετά την αποφυλάκισή του εγκαταστάθηκε στο χωριό Παπασλή της Μικράς Ασίας, όπου έζησε ως γαιοκτήμονας και παντρεύτηκε την κόρη του Έλληνα δημάρχου της περιοχής. Εκεί τον βρήκαν τα γεγονότα της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Το 1919, με δικά του έξοδα, συγκρότησε παραστρατιωτικό σώμα για να ενισχύσει τον ελληνικό στρατό. Ο θάνατός του παραμένει αμφιλεγόμενος. Άλλες πηγές αναφέρουν ότι τραυματίστηκε θανάσιμα σε μάχη τον Ιούλιο του 1919, ενώ άλλες ότι επέστρεψε μετά το 1922 στην Ελλάδα και πέθανε φτωχός στα Τρίκαλα.

Το τραγούδι της Βασιλαρχόντισσας, βαθιά ριζωμένο στη μουσική παράδοση της Ηπείρου, διέσωσε τη μνήμη της απαγωγής και μετέτρεψε την ιστορία σε συλλογικό βίωμα. Και η ίδια η Δούκω, χρόνια αργότερα, εγκατεστημένη πλέον σε αρχοντικό σπίτι στην πλατεία Βάθης στην Αθήνα, συνήθιζε, λένε, όταν άκουγε το τραγούδι από παρέες στον δρόμο, να βγαίνει στο μπαλκόνι και να τους χαιρετά. Έτσι, η ιστορία έκλεινε τον κύκλο της: από το δράμα στη μνήμη, και από τη μνήμη στον θρύλο.

OSDEL DIGITAL STATIC BANNERS 900x300