Η ελληνική γλώσσα, μία κιβωτός του πολιτισμού…
Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας η 9η Φεβρουαρίου και με αφορμή τη σπουδαία αυτή ημέρα, τη σημασία της οποίας πολύ λίγο τα μαζικά επικοινωνιακά μέσα ανέδειξαν, ας επιχειρήσουμε μέσα από την κατάδυσή μας στις εσχατιές του παρελθόντος της να αξιοποιήσουμε τη μοναδική αυτή γλώσσα, η οποία εδώ και αιώνες δεν ακολουθεί απλά τις εξελίξεις, αλλά συμβάλλει ενεργά στη διαμόρφωσή τους.
Η εν λόγω Ημέρα εορταζόμενη κάθε χρόνο στις 9 Φεβρουαρίου, συμπίπτει με την επέτειο του θανάτου του μεγάλου εθνικού μας ποιητή Διονύσιου Σολωμού. Η επιλογή της ημέρας αυτής είναι συμβολική, καθώς συνδέει τη γλώσσα με τη δημιουργία, τη σκέψη και την ιστορική της συνέχεια, από την Ποίηση έως τη συλλογική μνήμη. Η καθιέρωσή της ξεκίνησε δέκα περίπου χρόνια πριν από τον καθηγητή της Νεοελληνικής Γλώσσας στο Παν/μιο Ανατολικών Σπουδών της Νάπολης και της Καλαβρίας Γιάννη Κορίνθιο, ως πρωτοβουλία που γεννήθηκε εξωθεσμικά, από την ανάγκη να αναδειχθεί και να τιμηθεί η ελληνική γλώσσα ως πολιτισμικό και πνευματικό κεφάλαιο με διεθνή απήχηση. Σταδιακά, η πρωτοβουλία αυτή απέκτησε επίσημο πλέον χαρακτήρα και θεσμική αναγνώριση με την έγκριση της UNESCO.
Από τη μακρινή εποχή του Ομήρου, 8ος π.Χ. αι., στα παλαιότερα κείμενα της αρχαίας Ελληνικής, τα Ομηρικά Έπη, η ελληνική γλώσσα συγκροτείται ως ένα ζωντανό σύστημα σκέψης, ικανό να επαινεί την ανδρεία και τα κατορθώματα, αλλά και να αποτυπώνει τις αδυναμίες, τις αγωνίες, τις εσωτερικές συγκρούσεις , τα πάθη και τις επιθυμίες του ανθρώπου. Στη φιλοσοφία, την επιστήμη, το πνεύμα και την τέχνη λειτούργησε ως εργαλείο ανάλυσης, διάκρισης και εννοιολόγησης του κόσμου, προσφέροντας όρους και δομές που επέτρεψαν τη διατύπωση της σκέψης με πρωτοφανή σαφήνεια και ακρίβεια. Με τη μετάβασή της στη ρωμαϊκή και στη συνέχεια στη βυζαντινή εποχή, η ελληνική γλώσσα, χάρις στον εύπλαστο και ευπροσάρμοστο χαρακτήρα της μετασχηματίζεται, διδάσκεται, σχολιάζεται και λειτουργεί ως φορέας γνώσης, επιστημονικής παράδοσης και θεολογικού στοχασμού. Ακόμη και μετά την Άλωση της Πόλης και την υποδούλωση, επιβιώνει και καλλιεργείται στα εργαστήρια των Ουμανιστών (Ανθρωπιστών) στα κορυφαία πανεπιστήμια της Δύσης, στα κείμενα και στις εκδόσεις που θέτουν τα θεμέλια στη νεότερη ευρωπαϊκή σκέψη. Αυτή η μακρά διαδρομή επιβεβαιώνει τη ζωντάνια και τη φρεσκάδα μιας γλώσσας με πρωτοφανή εσωτερική συνοχή, ευελιξία και δημιουργική δύναμη, χαρακτηριστικά που της επιτρέπουν σήμερα να εισέρχεται εκ νέου σε μια εποχή ριζικών τεχνολογικών μετασχηματισμών.
Έτσι, στον 19ο αιώνα, στην εποχή της τεχνολογικής ανάπτυξης και των μεγάλων τεχνολογικών ανατροπών, η ελληνική γλώσσα επιστρέφει δυναμικά στο προσκήνιο ως λειτουργικό σύστημα ονοματοδοσίας της νέας γνώσης. Επιστημονικοί όροι σε όλα τα πεδία του επιστημονικού πεδίου ονοματοδοτούνται από την πλούσια δεξαμενή της ελληνικής γλώσσας. Από τον Alexander Graham Bell, ο οποίος τελειοποίησε το τηλέφωνο, η εφεύρεση δεν ονομάστηκε περιγραφικά ως «φωνή από μακριά», αλλά «telephone», από τις πανάρχαιες λέξεις «τήλε» (μακριά) και «φωνή», επιβεβαιώνοντας ότι η ελληνική μορφολογία προσέφερε ήδη τα ακριβή δομικά εργαλεία για την απόδοση ενός εντελώς νέου τεχνολογικού φαινομένου. Το ίδιο συνέβη με τον τηλέγραφο, το τηλεσκόπιο, το μικροσκόπιο, τη φωτογραφία, το φωνογράφο, τον κινηματογράφο, όρους που συγκροτήθηκαν εξ ολοκλήρου από ελληνικά μορφήματα και καθιερώθηκαν διεθνώς ως πρωτογενείς επιστημονικές ονομασίες.
Αλλά και στη σύγχρονη εποχή του τεχνολογικού κολοφώνα, οι επιστήμονες προσέτρεξαν εκ νέου στην ίδια γλωσσική κιβωτό: «micro-», «nano-», «mega», «giga-», για την ακριβή ποσοτική κλίμακα, αλλά και «android», «anthropoid», «anthropomorphic», «meta» για την περιγραφή σύνθετων εννοιών που συνδέουν την τεχνολογία με τον άνθρωπο. Η ελληνική γλώσσα ενεργοποιήθηκε και πάλι ως εργαλείο ακριβείας και εννοιολογικής σαφήνειας.
Η διαχρονική δύναμη της γλώσσας μας, όμως, δεν περιορίζεται στη μορφολογική της ευελιξία, αλλά εκδηλώνεται κυρίως στην ικανότητά της να αποδίδει με ακρίβεια αφηρημένες έννοιες, όπως λόγος, νόημα, αλήθεια, κρίση, ήθος, μέθοδος, έννοιες που δεν περιγράφουν μόνον, αλλά ερμηνεύουν. Γι’ αυτό και μεταφέρθηκαν σχεδόν αυτούσιες στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, αποτελώντας το εννοιολογικό υπόβαθρο της φιλοσοφίας, της επιστήμης και της παιδείας. Σήμερα που η Τεχνητή Νοημοσύνη αυτοματοποιεί ολοένα και περισσότερες τεχνικές διαδικασίες, δεξιότητες, όπως η κριτική σκέψη, η ηθική κρίση, η ακρίβεια του λόγου, η πολιτισμική κατανόηση και η ερμηνεία του νοήματος αναδεικνύονται σε κεντρικά ζητούμενα, θέτοντας επί τάπητος την αναγκαιότητα επιστροφής των Ανθρωπιστικών Σπουδών. Κορυφαίοι ξένοι διανοούμενοι και συγγραφείς απηχώντας τον θαυμασμό και τη σαγήνη που ασκεί σε διεθνή κλίμακα η ελληνική γλώσσα, υπογραμμίζουν τη σημασία της ως παγκόσμιας πλέον πνευματικής κληρονομιάς.
Αποδεικνύεται έτσι πόσο εγκληματική ήταν από τη Μεταπολίτευση και ύστερα, στο όνομα μιας κίβδηλης προοδευτικότητας, η πολιτική εξοβελισμού της διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών από τα Προγράμματα Σπουδών της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, ακόμη και της σπερματικής διδασκαλίας τους στις τελευταίες τάξεις της αντίστοιχης Πρωτοβάθμιας, αμφισβητώντας επί της ουσίας το αδιάλειπτο της ελληνικής γλώσσας, το «λεωφορείο», από το αττικόκλιτο «λεώς» (5ος π. Χ. αι.) της γιαγιούλας του ακριτικού χωριού, αντί του «λαοφορείο», όπως επιτάσσει η δημοτική.
Κάτω από αυτό το πρίσμα, η ελληνική γλώσσα αποτελεί την κιβωτό του πολιτισμού μας, αλλά και έναν «άυλο Παρθενώνα»: ένα οικοδόμημα πνευματικής ακρίβειας, μέτρου και αρμονίας, που μπορεί να μην δεσπόζει σε έναν τόπο, αλλά κατοικεί διαχρονικά στη σκέψη και στον λόγο όσων τη χρησιμοποιούν. Χωρίς ίχνος ρατσισμού, είμαστε ως λαός κάτοχοι τιμαλφών που όμως αγνοούμε την πολυτιμότητά τους, την τεράστια αξία τους.


