Η αναθεώρηση του Συντάγματος…
Με πρόσφατη δήλωση του Πρωθυπουργού της χώρας μας προσδιορίστηκε ότι το ζήτημα της αναθεώρησης του Συντάγματος θα δρομολογηθεί προσεχώς. Επομένως, το θέμα επανέρχεται στην επικαιρότητα. Η παρούσα βουλή μπορεί να κινήσει τις διαδικασίες αναθεώρησης δεδομένου ότι έχει περάσει η πενταετία από την προηγούμενη το 2019. Θεωρώ ότι είναι αναγκαία η δημόσια συζήτηση για το ζήτημα αυτό με άνεση χρόνου προκειμένου να γίνει με συμμετοχήόχι μόνο των “ειδικών”, αλλά και της όλης πνευματικής ηγεσίας της χώρας όπως και των πολιτών της. Έτσι, το εκλογικό σώμα των Ελλήνων πολιτών θα ενημερωθεί πλήρως, ώστε η ενημέρωση αυτή να είναι ένα από τα βασικά κριτήρια με βάση τα οποία θα πρέπει να διαμορφώσει και την επιλογή του στην παροχή της ψήφου του στις επόμενες εκλογές.
Επειδή πιστεύω ότι υπάρχει διαλεκτική σχέση μεταξύ των θεσμών μιας κοινωνίας και της ηθικής και πνευματικής στάθμης των πολιτών της και γενικά της προόδου ή της οπισθοδρόμησης της, θέτω στην κρίση των συμπολιτών μου κάποιες σκέψεις μου. Θεωρητικά, το εκλογικό σώμα είναι το άμεσο κυρίαρχο όργανο της Πολιτείας μας, γιατί ο Λαός είναι η πηγή της κρατικής εξουσίας. (άρθρο 2ο του Συντάγματος)
Το σώμα των Ελλήνων πολιτών, ως όργανο της πολιτείας επέδειξε υπεύθυνη συμπεριφορά, γιατί διασφάλισε με την ψήφο του, όταν ζητήθηκε η γνώμη του, την πολιτική σταθερότητα στη χώρα, σε όλο το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του 1974 μέχρι σήμερα.
Το πολιτικό σύστημα της χώρας όμως, διαχρονικά έχει δείξει έλλειψη εμπιστοσύνης στην κρίση του εκλογικού σώματος. Φαίνεται, το θεωρεί “ανώριμο” να κρίνει άμεσα για αποφάσεις που θα καθορίσουν την πορεία της χώρας για πολλές δεκαετίες και γι’ αυτό έχει περιορίσει την αρμοδιότητά του με τις ισχύουσες Συνταγματικές διατάξεις στο να εκλέγει τους βουλευτές και τους φορείς των αρχών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Επίσης στο Σύνταγμα ορίστηκε το εκλογικό σύστημα να καθορίζεται με νόμο (άρθρο 54 του Συντάγματος). Οι “εκλογικοί” νόμοι που ίσχυσαν από το 1975 μέχρι σήμερα δεν διασφάλισαν την ισότητα κύρους όλων των ψήφων όλων των πολιτών και επομένως δεν εναρμονίζοντο με την θεμελιώδη υποχρέωση της Πολιτείας να σέβεται και να προστατεύει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια (άρθρο 2 του Συντάγματος).
Αυτές οι διατάξεις των “εκλογικών” νόμων αποδεικνύουν η έλλειψη εμπιστοσύνης και περιφρόνηση στην κρίση των πολιτών από το πολιτικό σύστημα. Με ευθύνη του πολιτικού μας συστήματος, το εκλογικό σώμα δεν κλήθηκε να αποφασίσει με την ψήφο του για την κύρωση του Συντάγματος το 1975, ούτε για τις αναθεωρήσεις του 1986, 2001, 2008 και 2019. Με αυτό το δεδομένο, από την σκοπιά της λαϊκής κυριαρχίας, έχουν ουσιαστικό πρόβλημα νομιμοποίησης οι συντακτικές αυτές πράξεις.
Αντίθετα, οι ηγούμενοι του πολιτικού συστήματος, αρχηγοί και βασικά στελέχη των κομμάτων, απέδειξαν όλο αυτό το διάστημα ότι ο τρόπος που αντιλαμβάνονται το δημοκρατικό πολίτευμα είναι η χωρίς κανέναν περιορισμό διαχείριση της εξουσίας για μια ολόκληρη τετραετία, χωρίς κανέναν νομικό περιορισμό σε σχέση με το πρόγραμμα βάση του οποίου το εκλογικό σώμα επέλεξε την παροχή της ψήφου του. Συνέπειες αυτής της θέσης, ήταν οι εξής δύο.
α) Στο σύνταγμα κατοχυρώθηκε με θεσμοθέτηση το δόγμα ότι οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν το έθνος και νομοθετούν στο όνομα του και να έχουν απεριόριστη την αρμοδιότητα μόνο εκείνοι να εκφράζουν τη θέληση και το συμφέρον του έθνους (άρθρα 51 και 60 του Συντάγματος). Όμως πιστεύω δημοκρατικά έπρεπε να θεσμοθετηθεί και διάταξη που να ορίζει ρητά ότι οι βουλευτές είναι εντολοδόχοι του λαού με βάση το πρόγραμμα του κόμματός τους, ώστε να δεσμεύονται ηθικά και πολιτικά και έτσι να αντιμετωπιστεί το θλιβερό φαινόμενο των “αποστασιών”, το οποίο οσάκις συνέβαινε ευτελίζε τον δημόσιο βίο της χώρας.
β) Η θεσμοθέτηση της έκφρασης της βούλησης του λαού με τον θεσμό του δημοψηφίσματος ορίζεται να γίνεται με διαδικασία και περιορισμούς που οδηγούν στο ότι το εκλογικό σώμα περιορίζεται ουσιαστικά στο να εκφράζει την θέλησή του μόνο όταν του το επιτρέπει η Κυβέρνηση (άρθρο 44 παράγραφος 2 και 53 του Συντάγματος). Έτσι αποδυναμώνεται το κύρος του θεμελιώδους δόγματος της λαϊκής κυριαρχίας ως πηγής κάθε εξουσίας.
Με αυτή τη θεσμοθέτηση είχαμε ως συνέπεια να αποσπασθεί για ιστορικά ζωτικά ζητήματα η λήψη απόφασης από τον φυσικό της φορέα, τον λαό και να μεταφερθεί στο κοινοβούλιο και την Κυβέρνηση.
Από το 1975 μέχρι σήμερα μόνο μία φορά, τον Ιούλιο του 2015, ο λαός με δημοψήφισμα αποφάνθηκε για ζωτικό και κορυφαίο ζήτημα, το εάν εγκρίνει την θέσπιση τρίτου μνημονίου ή όχι και τότε, την απόφασή του, το πολιτικό σύστημα την αγνόησε, “τυπικά” και “νόμιμα”.
Στο σύνταγμα του 1975 για πρώτη φορά τα πολιτικά κόμματα ρητά αναγνωρίζονται ως πολιτικά υποκείμενα, όργανα της πολιτείας μας. Όμως, ως προς την οργάνωση και λειτουργία των, το Σύνταγμα περιορίζεται μόνο στην ευχή, ότι “οφείλουν” να εξυπηρετούν την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, ενώ τίποτε δεν προβλέφθηκε για την εσωτερική δημοκρατική λειτουργία των.
Όπως διαχρονικά αποδείχθηκε, το πολίτευμα της χώρας λειτούργησε ως μια διαδοχική τετραετής κυβερνητική απολυταρχία του εκάστοτε εκλεγμένου πρωθυπουργού με κοινοβουλευτικό μανδύα. Η θεσμική ισχυροποίηση της Κυβέρνησης και ιδιαίτερα του Πρωθυπουργού, προβλήθηκε με το επιχείρημα ότι είναι αναγκαία η ισχυρή εκτελεστική εξουσία για την ταχεία και αποτελεσματική αντιμετώπιση των περίπλοκων προβλημάτων της εποχής μας. Όμως τα αποτελέσματα των πολιτικών, όσων διετέλεσαν Πρωθυπουργοί, αποδείχθηκαν ανεπαρκή έως καταστροφικά στα αντικείμενα του δημοσίου χρέους, της εναρμόνισης της οικονομίας με εκείνες της Ε.Ε., του δημογραφικού κ.α.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου προκειμένου να χρησιμοποιήσει με πιο απολυταρχικό τρόπο την άσκηση της εξουσίας, προχώρησε το 1986 στην αναθεώρηση του Συντάγματος και η αναθεωρητική τότε Βουλή ενίσχυσε υπέρμετρα τις εξουσίες του Πρωθυπουργού. Το κοινοβούλιο παρέμεινε απλά το φύλλο συκής ενός συστήματος Πρωθυπουργικής απολυταρχίας.
Στις Δημοκρατίες η δικαστική λειτουργία είναι έργο του δικαστικού σώματος, το οποίο πρέπει να είναι ανεξάρτητο από την Κυβέρνηση, σύμφωνα με το δημοκρατικό δόγμα της διακρίσεως των τριών λειτουργιών της κρατικής εξουσίας, (εκτελεστικής, νομοθετικής, δικαστικής).
Όμως, την ανεξαρτησία του δικαστικού σώματος την έπληξε καίρια η θεσπισθείσα συνταγματική διάταξη (άρθρο. 90 παρ.5), που δίνει την αρμοδιότητα επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης στο Υπουργικό Συμβούλιο. Επίσης υπονομεύεται η ανεξαρτησία του και από το γεγονός ότι δεν θεσμοθετήθηκε στο άρθρο 89 διάταξη να επιβάλλει το ανεπίτρεπτο του διορισμού συνταξιούχων δικαστών σε διοικητικές θέσεις (Προεδρίας διοικητικών συμβούλιων, ανεξαρτήτων αρχών, ΝΠΔΔ και Επιτροπών).
Άλλο άτοπο και άστοχο σε σχέση με τη δικαιοσύνη είναι το γεγονός ότι με τις συνταγματικές διατάξεις (όπως αυτές αναθεωρήθηκαν), αφαιρέθηκαν δικαιοδοτικές αρμοδιότητες από το δικαστικό σώμα σχετικά με τα αδικήματα των Υπουργών και των βουλευτών και εκχωρήθηκαν στο νομοθετικό σώμα, την Βουλή.
Σημειώνουμε εδώ και την πρακτική των Κυβερνήσεων να επιβάλουν την ψήφιση διατάξεων νόμων που θεσμοθέτησαν το ακαταδίωκτο των πράξεων οργάνων την εποχή της επιδημίας του κόβιντ και τραπεζικών στελεχών κ.α. και έτσι να εμποδίζεται ο δικαστικός έλεγχος.
Μετά από επιβολή των νόμων υλοποίησης των τριών μνημονιακών συμβάσεων, οι διατάξεις των οποίων δεν έχουν ρητά καταργηθεί και επομένως ισχύουν, η συνταγματική τάξη στην χώρα έχει αλλάξει ριζικά. Οι επιβληθείσες “διεθνείς δεσμεύσεις” έχουν αναδειχθεί σε απόλυτο ρυθμιστή της εσωτερικής έννομης τάξης. Οι διατάξεις των δανειακών συμβάσεων και των μνημονίων έχουν πλέον οδηγήσει στο πέρασμα του ελέγχου της χώρας σε υπερκρατικά και υπερεθνικά κέντρα εξουσίας.
Δυστυχώς το άρθρο 28 στο Σύνταγμα του 1975 κρύβει μέσα του τη δυνατότητα αποδόμησης της συνταγματικής υπόστασης του κράτους μας. Αποτελεί το κουκούλι, που μέσα του επωάζεται η ολοκληρωτική κατάλυση της λαϊκής και εθνικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας υπέρ τυπικά οργάνων της Ε.Ε., ουσιαστικά όμως οργάνων των διεθνών αγορών και άλλων, που προωθούν την υλοποίηση του δόγματος της παγκοσμιοποίησης.
Με δεδομένη την “κομματική νομιμοφροσύνη” των σημερινών βουλευτών, επιβάλλεται ο λαός μας, ως πηγή όλων των εξουσιών, να αναδείξει μέσω των προσεχών εκλογών της αναθεωρητικής Βουλής, μέλη της τα οποία θα προτείνουν προς αναθεώρηση εκείνες τις συνταγματικές διατάξεις, ώστε να επιτευχθεί η εξ υπαρχής συγκρότηση γνήσια δημοκρατικού κράτους, με θεσμούς άμεσης δημοκρατίας, με ευρεία αρμοδιότητα, σαφέστατου διαχωρισμού των αρμοδιοτήτων εκτελεστικής, νομοθετικής και δικαστικής “εξουσίας” αποσκοπώντας στην οργάνωση ενός κράτους πολιτών και όχι υπηκόων.
* Ο Νικήτας Αποστόλου είναι πρώην Τμηματάρχης
Υπουργείου Γεωργίας


