Όταν έριχνε χιόνι στα χωριά μας…

on .

 Ο φετινός χειμώνας μου θυμίζει τους χειμώνες όπως παλιά που αγναντεύοντας ασπροβολούσανε τα βουνά τριγύρω, το Περιστέρι απ’ τη μία, η Ρόνα, το Φατζέτο και παραδίπλα ο Ζυγός από την άλλη, και πιο κει το Μαυροβούνι, όπως και τώρα. Τα έλατα, τα πεύκα και οι οξιές έχουν την τιμητική τους, με τα χιόνια φορτωμένα μοιάζουν σαν τα ψεύτικα-πλαστικά τα Χριστουγεννιάτικα που τα φορτώνουν με ψεύτικα στολίδια. Το πρώτο φωτεινό αχνάρι του ήλιου, μια ανεπαίσθητη πινελιά γαλάζιας μέρας, ξεγλιστρώντας από τον ορίζοντα στην ανατολή και σβήνοντας αργά τ’ αστέρια, λαμπυρίζουν οι κορφές τους και δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από τα ψεύτικα.

Τις νύχτες με πανσέληνο, το φως πλημμυρίζει τη λευκή άγρια φύση. Οι καθάριες αστροφώτιστες νύχτες αντανακλούνε παντού γύρω. Σκεπασμένη όλη η πλάση από το χιόνι, τα ρυάκια κελαρύζουν στο πέρασμά τους σκεπασμένα από τον πάγο. Τα χρώματα υποχωρούν και υποτάσσονται στα άσπρα της αγνότητας, πράσινος ο κορμός τους και τα κάτω κλαδιά τους μουντά. Πέφτοντας οι πρώτες νιφάδες, σκιρτούν των αθώων μικρών παιδιών οι καρδούλες, όπως βλέπουν να στολίζεται καθετί που ατενίζει τον ουρανό.

Τι να πρωτοθαυμάσεις; αραβουργήματα κι ένα σωρό λεπτομέρειες της λευκοσύνης αυτής, που μας σκεπάζει, όλα αλλαγμένα με την ωραιότητα της απλότητας. 

Ξυπνώντας καθημερινά, όσο κρατάει το χιόνι, όχι μόνο τα παιδιά αλλά και οι μεγάλοι, ένα μαγικό πρωινό υποβλητικότητας προβάλλει εμπρός μας, άσπρα στρωμένα όλα, μια κάτασπρη αγκαλιά. Κολλημένα τα παιδιά πίσω απ’ τα παράθυρα, θαυμάζουν την παρθένα πτώση του χιονιού κι απολαμβάνουν το λευκό πανηγύρι της σιωπηλής αυτής αγνότητας. (Πώς να μην ντύσω  λυρικά αυτήν την ομορφιά;).

Χαιρόμαστε κι εμείς, ας μη το κρύβουμε, σαν μικρά παιδιά βλέποντας να πέφτει αυτό το χιονοβόλημα. Όπου να γυρίσεις το βλέμμα σου, παντού αντικρίζεις θάμνους σε θυσάνους και σταλακτίτες εφήμερους, που τη γύμνια τη χειμωνιάτικη διακοσμούν. Ονειρεμένο θέαμα ειδυλλιακής ομορφιάς με ανυπέρβλητες γραφικότητες, παντού αντικρίζεις κοσμήματα, στέμματα, διαδήματα και πολυελαίους.

Αντίκρυ από το χωριό μας τα ραχοβούνια που μας περιβάλλουν, είναι σκεπασμένα με το λευκό αυτό σεντόνι του χιονιού. Αυτή την ώρα ένα ολόλευκο βλέπω σύννεφο να κατεβαίνει, λες και ζητάει να φιλήσει το χιόνι. 

Σαν κρύο χάδι γλιστράει τ’ αγέρι  από τις κορφές αυτές, το περίβλεπτο λημέρι των χωριών μας.  Στις βεράντες των σπιτιών μας, εκεί είναι χτισμένες οι φωλιές των ταξιδιάρικων πουλιών, των χελιδονιών. Στη ζεστή τους φωλιά, το κατοικιό τους κάνουν τα σπουργιτάκια, που τα δέρνει η παγωνιά και ο βοριάς, και δεν έχουν που να σταθούν. Όλα τα παιδάκια βγαίνουν και τους ρίχνουν ψίχουλα, γιατί πού να βρούνε τροφή να φάνε; 

«Κάνει κρύο κάνει τσίφι

για το δόλιο το κοτσύφι…»

Τις ημέρες που τα σχολεία ήταν κλειστά, τα  παιδιά τότε που δεν είχαν ΣΚΙ, κάνανε τις δόγες ΣΚΙ από τα βαρέλια και γλιστρούσανε στα καλντερίμια, όπως  τρέχανε με τα τσέρκια και ειδικά στο Μέτσοβο, που πάντα κρατάει χιόνια.

Στα  άλλα χωριά, όπως στο χωριό μου, όχι όπως τώρα που έχουν ερημώσει κι αυτοί που ζούνε είναι ηλικιωμένοι, είχαν πολλούς κατοίκους με μεγάλες οικογένειες, που μένανε όλοι μαζί, παππούδες, γονείς και παιδιά. Όλοι είχαν ζωντανά στα σπίτια τους  και τους μήνες που έπεφτε πολύ χιόνι τα τάιζαν στα κατώγια και στις αχυρώνες. 

Δύσκολα χρόνια τότε, ξυπνούσαν χαράματα με τα κοκόρια, κατεβαίναν, τα τάιζαν και μόλις τελείωναν, μαζεύονταν γύρω από τη γωνιά  να φάνε.   Έχουμε βιώσει χειμώνες βαρείς, που άρχιζαν από τον Οκτώβρη και  τελείωναν Απρίλη,  που πολλές φορές δεν μπορούσαμε να βγούμε έξω. 

Τα χιόνια ήταν πολλά, φτάνοντας και μέτρα εκείνα τα χρόνια και έβγαιναν οι νεότεροι με τα φτυάρια να ξεχιονίσουν τους δρόμους και τα μονοπάτια που οδηγούσαν στη βρύση να πάνε οι γυναίκες με τις βαρέλες να πάρουν νερό. Τις Κυριακές ο πρόεδρος έβαζε προσωπική εργασία, που λέγανε, να ξεχιονίσουν, για να πάνε στην εκκλησία.   

Όταν γύριζαν από το τάισμα, η γιαγιά (πιο νέα τότε) σέρβιρε πάντα την πολυμελή οικογένεια ζεστό τραχανά με τριμμένο τυρί και τσιγαρισμένο κρεμμύδι. Ο παππούς, ο νοικοκύρης του σπιτιού, έκοβε με τον σουγιά από μία φέτα ζυμωτό ψωμί, για να του «πιαστεί» ο τραχανάς.

Μόλις τελειώνανε το φτωχικό πρωινό τους, τα κορίτσια βοηθούσανε τη μάνα να μαζέψει το τραπέζι και να πλύνει τα τσίγκινα πιάτα. Τα παιδιά μαζεύονταν γύρω απ’ το τζάκι ν’ ακούσουν από τη προ-γιαγιά παλιές ιστορίες και παραμύθια. Θυμάμαι όταν ήταν κλειστό το σχολείο, εμείς τα παιδιά στήναμε παγίδες για πουλιά ή με τις σφεντόνες, όχι ότι δεν κυνηγούσαμε και τις άλλες μέρες.

Οι άντρες φορούσαν το τραχύ μάλλινο πανωφόρι, ή την κάπα και με τη γκλίτσα στο χέρι πήγαιναν μια  βόλτα ίσαμε το καφενείο του χωριού. Αλλά και τα βράδια εκεί μαζεύονταν να πουν τα  σχολιανά τους, τα νέα που λάβαιναν από κανένα γράμμα ξενιτεμένου και να πιούν το τσιπουράκι τους. 

Ήταν η μόνη απόλαυση μετά από μια κοπιαστική και δύσκολη μέρα. Τα καφενεία είναι συνήθως στο κέντρο του χωριού και βλέπουν  από τα παράθυρα την  μικρή πλατεία με τον πλάτανο, την πέτρινη βρύση, το αλώνι, και τον έρημο κεντρικό δρόμο του χωριού. 

Πέντε - έξι ξύλινα τραπεζάκια ήταν στριμωγμένα γύρω από την ξυλόσομπα που βρισκόταν στο μέσο της αίθουσας. Κάποιοι παίζαν σε ένα από τα τραπέζια χαρτιά για να περάσει η ώρα τους υπό το φως της λάμπας πετρελαίου με το λαμπόγυαλο, και αργότερα με το LUX (θα θυμούνται οι παλιοί). Κάποιοι άλλοι παρακολουθούσαν, ενώ οι υπόλοιποι, σε παρέες, συζητούσαν κουτσοπίνοντας και καπνίζοντας. Αυτή ήταν η ζωή στα χωριά όταν χιόνιζε τότε όπως τη θυμάμαι.

Σήμερα η αντιμετώπιση των άσχημων καιρικών φαινομένων του χειμώνα, είναι διαφορετική, γιατί υπάρχουν τα μέσα με τα μηχανήματα. Δεν κλείνουν οι δρόμοι γιατί από τις πρωινές ώρες τα εκχιονιστικά είναι στους δρόμους και κάνουν τον αποχιονισμό.             

Το χειμώνα όλοι περιμένουμε να χιονίσει γιατί πέρα από την ομορφιά που χαρίζει είναι και ωφέλιμο, επειδή δεν θα έχουμε λειψυδρία τους καλοκαιρινούς μήνες.

OSDEL DIGITAL STATIC BANNERS 900x300