Ο μαχαλάς της Σιαράβας πριν από 75 χρόνια…
Ο μαχαλάς της Σιαράβας βρίσκεται κάτω από το φρούριο των Λιθαριτσίων και δημιουργήθηκε μετά την έξωση των Χριστιανών από το Κάστρο με το κίνημα του Διονυσίου Φιλοσόφου το 1611.
Το μέρος αυτό δόθηκε – παραχωρήθηκε από τον άρχοντα του Κάστρου Σιαράβα στους πιο φτωχούς του Κάστρου, οι οποίοι ασχολήθηκαν με την επεξεργασία των δερμάτων, λόγω του ότι συνόρευαν με τη λίμνη. Περιλαμβάνει δε την οδό Ζαλοκώστα και την οδό Γαριβάλδη, τα λεγόμενα Ταμπάκικα.
Με το σημείωμά μου αυτό θα προσπαθήσω να σας μεταφέρω στα όσα θυμάμαι και έζησα στα Γιάννενα με τους 40.000 κατοίκους, με τα σιόμπαστα σπίτια, τα μονώροφα και διώροφα, με τις αυλές και τους μπαξιέδες, τα λογιών – λογιών λουλούδια και τους κήπους για τα λίγα λαχανικά και κουμπλιές και βερυκοκιές στην αυλή τους για να φτιάχνουν το σπιτικό γλυκό τους, που κερνούσαν στα γιορτάσια.
Ήταν η εποχή που τα περισσότερα σπίτια φωτίζονταν με τις λάμπες πετρελαίου, λίγα δε σπίτια είχαν ηλεκτρικό ρεύμα των 110 volt από την ηλεκτρική εταιρεία που βρισκόταν στην τότε οδό Αγίας Μαρίνης, όπου σήμερα τα γραφεία της ΔΕΗ στην διανοιγείσα οδό Κατσάρη.
Ακριβώς μπροστά από την ηλεκτρική εταιρεία υπήρχε ορυζόμυλος, ο οποίος κάποιο καλοκαίρι, θυμάμαι, κάηκε ολοσχερώς. Το μέρος δε όπου σήμερα το Πνευματικό Κέντρο το κατείχε ο στρατός με δύο σκοπιές, μία στην είσοδο του πνευματικού κέντρου και μία ανεβαίνοντας προς το ρολόι, εκεί όπου σήμερα το δημοτικό πάρκινγκ.
Αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσεως τότε μετρημένα στα δάχτυλα, των αρχόντων της πόλης μόνον. Για σκουπίδια ούτε λόγος να γίνεται, μόνο στους κεντρικούς δρόμους Αβέρωφ και Ανεξαρτησίας υπήρχαν τα κάρα της Δημαρχίας τα λεγόμενα, οι δε υπόλοιποι τα έβαζαν στις αυλές τους με τους κήπους, δεν υπήρχε τότε αυτή η πληθώρα των σκουπιδιών…
Ξαναγυρίζω στο μαχαλά μου, όπου γεννήθηκα και ανδρώθηκα. Το πατρικό μου σπίτι στα μπουστάνια της Σιαράβας με δύο εξόδους, μια προς την οδό Αγίας Μαρίνης και η άλλη από κάτω όπου το καλοκαίρι συνήθως (τότε υπήρχε αφθονία λαχανικών) έρχονταν οι πλανόδιοι μανάβηδες με τις σούστες τους τα απογεύματα και φόρτωναν τα λαχανικά της εποχής, όπως ντομάτες, μελιτζάνες, μπάμιες, πιπεριές, κ.α. Μόνο τα μπουστάνια τροφοδοτούσαν τα Γιάννενα, δεν έρχονταν λαχανικά από άλλα μέρη, ούτε λαϊκές υπήρχαν.
Κάθε απόγευμα λοιπόν το σοκάκι της Σιαράβας έπαιρνε ζωή. Οι νοικοκυρές, αφού τελείωναν τις δουλειές τους, έπαιρναν το σκαμνάκι τους ή ένα μικρό σελτέ για να τον στρώσουν στις πέτρες που ήταν έξω από την πόρτα και εκεί άρχιζαν την ανασκόπηση των συμβάντων της γειτονιάς, τι άκουσε η μία, τι άκουσε η άλλη, κλπ.. Ο φωτισμός γινόταν με λάμπες πετρελαίου και κοιμόνταν με τις κότες, που λέμε… Η θέρμανση γινόταν με τα μαγκάλια και τα κάρβουνα και μόνο σε ένα δωμάτιο, το καθιστικό, το μαντζάτο.
Όλοι μας γνωριζόμαστε από ανήλικα παιδιά, υπήρχε η γειτονιά και το γειτόνεμα. Υπήρχε ανθρωπιά, σύμπνοια, βοηθούσε ο ένας τον άλλον. Οι άντρες βυρσοδέψες. Τα σπίτια ήταν διαμπερή. Μπροστά το σπίτι και πίσω το εργαστήριο, το ταμπακαριό.
Όλη μέρα έβλεπες τους ταμπάκους μέσα στη λίμνη με ψηλές γαλότσες σκυμμένοι πάνω στο καβαλέτο και την κόρδα (ειδικό μαχαίρι με δύο χειρολαβές) να ξύνουν τα λέσια μέσα στη λίμνη. Όλος ο τόπος μύριζε άσχημα, έναν δε τον έλεγαν Βρωμούζη (από τη βρώμα) και εγώ νόμιζα ότι αυτό ήταν το επίθετο. Κατά τύχη τώρα μεγάλος το έμαθα ότι λεγόταν Αλεξίου.
Για την επεξεργασία των δερμάτων ήταν απαραίτητα τα περιττώματα των σκύλων και υπήρχε ειδικός άνθρωπος που τα μάζευε, ο σκλιοσκατάρης και πληρωνόταν. Αν υπήρχε σήμερα θα έβγαζε του κόσμου τα χρήματα.
Όσα σπίτια είχαν πηγάδια έχει καλώς, έπιναν οι άνθρωποι από τα πηγάδια τους. Ο Δήμος είχε φροντίσει να φτιάξει και δημοτικές βρύσες, έτσι στο τέλος της οδού υπήρχε βρύση που πηγαίναμε με τα χάλκινα γκιούμια και παίρναμε νερό.
Απαραίτητα για την επεξεργασία των δερμάτων τα βελανίδια. Τσουβάλια ολόκληρα κουβαλούσαν από τα καμποχώρια οι χαμάληδες. Μερικά ταμπάκικα είχαν δικό τους μύλο στο ταμπακαριό, όσα δεν είχαν ήταν ο μύλος κοντά τους του Μήτσιου Παπαδημητρίου, που άλεθε και σιτάρι για αλεύρι και βελανίδια σε ξεχωριστές μηχανές, στη γωνία Ιεράρχου Γερβασίου και Μετσόβου.
Επί Τουρκίας υπήρχε ταμπακόμυλος (πρόλαβα τα ερείπια) στη γωνία Γαριβάλδη και Μετσόβου (ήταν νερόμυλος) τον οποίο αξίζει να σημειωθεί εκμεταλλευόταν ο αλλάδερφος του πατέρα μου, ο Γεώργιος Χατζηγιάννης ή Ζαϊκός το παρατσούκλι. Με ένα λαγούμι από τη λίμνη (ήταν κοντά τότε) έφερνε νερό για να κινείται ο μύλος.
Ο μπάρμπα – Γιώργος όμως, όπως και όλοι οι βυρσοδέψες ήταν ενταγμένος στο Κομιτάτο της Ηπείρου για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων. Έτσι λοιπόν στο μύλο έκρυβε όπλα, τα οποία έρχονταν στα καμποχώρια, απέναντι, από τους Καλαρρύτες που ήταν ελληνικό και τις σκοτεινές νύχτες, με βάρκες, τα έφερναν στο μύλο και στα άλλα ταμπάκικα. Για να μην κινήσει υποψίες ο μπαρμπα – Γιώργος είχε έναν Τούρκο υπάλληλο, τον Σιέριφ, όπως μου έλεγε η θεία μου η δασκάλα Ελένη Σιομπότη. Τυλιγμένα δε τα όπλα μέσα στα δέρματα τα προωθούσαν στα χωριά, για να είναι έτοιμοι την ώρα της λευτεριάς.
Θυμάμαι επίσης τους Γερμανούς, στα σφαγεία, γιατί λόγω γειτνίασης καθημερινά βρισκόμουν εκεί, είχαν κάτι τζιπ αμφίβια που τα έβαζαν μέσα στη λίμνη.
Έναν δε αξιωματικό τους τον γιάτρεψε ο μπαρμπα – Γιώργος ο Ζαϊκός με μια αλοιφή που την έβαλε σε μια τσιρίτσα στη μασχάλη και υπέφερε από πολύ πόνο.
Επίσης θυμάμαι το γερμανικό υδροπλάνο (ίσως είμαι ο μόνος) που ήρθε το Μάρτιο 1944 στη Σκάλα, φέρνοντας τη διαταγή σύλληψης των Εβραίων της πόλης μας (25 Μαρτίου 1944).
Αξίζει να σημειωθεί ότι εκτός της γειτονιάς μας δεν φεύγαμε ποτέ, αυτή ήταν ο κόσμος μας όλος. Τα βράδια αν δεν παίζαμε κρυφτό ή κυνηγητό ή κλέφτες και αστυνόμους, μαζευόμαστε στη γωνία Μετσόβου και Ευαγγ. Χαρίτωνος σήμερα, όπου αργότερα έγιναν τα παγοποιεία Γκιώκα – Καρανίκα. Εκεί ερχόταν και ο Τάκης ο τυφλός εκ γενετής αδελφός του Μενέλαου της Μάντζιουβας, ο οποίος έπαιζε θαυμάσια μεταλλική φλογέρα. Και μετά κουβεντιάζαμε. Μας γνώριζε δε όλους από τη φωνή μας.
Άλλος ένας τύπος της Σιαράβας ήταν ο μπαρμπα – Λούκας, με το τρίτροχο καρότσι. Μου έκαναν δε εντύπωση οι μεγάλες χερούκλες του με τα χοντρά δάχτυλα.
Ο μπαρμπα – Νάκιας, με τη χαμάλα επί ποδός, κάθε μέρα, για το μεροκάματο κι αυτός από το πρωί κουβαλώντας ξυλεία από τα ξυλεμπορικά της Σκάλας. Ονομαστός στη γειτονιά ο μπαρμπα – Γιώργος ο Ζαϊκός, αδελφός του Νάκια και αλλάδερφοι του πατέρα μου, πιο μεγάλοι βέβαια. Με τις αλοιφές γιάτρεψε κόσμο και κοσμάκη, που μέχρι σήμερα τον θυμούνται.
Ήταν δε και άριστος λιμνοκυνηγός. Μαζί με τον πατέρα μου, όταν δεν πήγαιναν ομαδικό κυνήγι στη λίμνη με τους άλλους ταμπάκους, πήγαιναν οι δυο τους, με έναν τενεκέ κομμένο με κάρβουνα μέσα στη βάρκα για να ζεσταίνουν τα χέρια τους, γιατί το τσουχτερό κρύο και η αντάρα τους ξεπάγιαζε. Ο δε μπαρμπα – Γιώργος είχε προμηθευτεί ξύλινα χρωματιστά ομοιώματα παπιών, που τα έβαζε σύρριζα στα καλάμια για να ξεγελιούνται οι πάπιες και να πλησιάζουν. Άφθονα τα κυνήγια στη λίμνη μας τότε.
Για τις αποκριές στη Σιαράβα είχαμε τον μπαρμπα – Χαρίση, που πρωτοστατούσε στο άναμμα της φωτιάς. Το καλοκαίρι δε έπαιρνα τη μεγάλη βάρκα του κι έκοβα βόλτες μέσα στα χαντάκια (μάνες) που είχαμε για να ποτίζουμε τα λαχανικά. Συνολικά όλα τα αδέρφια του πατέρα μου είχαν πέντε ροδάνια για το πότισμα.
Να μην ξεχνάμε και την νοσοκόμα της γειτονιάς, την κυρα – Μαρίκα Γερογιάννη, αυτή την υπέροχη και χαμογελαστή γυναίκα, που με τις ενέσεις μεγάλωσε μόνη της τα παιδιά της (ήταν χήρα). Γιατρός μας ήταν ο Λάζαρος, γαμπρός στη Σιαράβα, στην οικογένεια Τρεμπέλη.
Προχωρώντας προς την οδό Αετορράχης ήταν τα βαρελάδικα και τα καταστήματα ξυλείας. Θυμάμαι το Ζώη Βαγενά, παραπλεύρως του φούρνου είχε το κατάστημά του, όλη μέρα τραγουδούσε.
Τις μέρες που θα λέγαμε τα κάλαντα μαζί με τον γείτονα συνομήλικο, τον αλησμόνητο Ηλία Ρόζο, ίσως είμαστε οι μόνοι στη γειτονιά, βγαίναμε από τα χαράματα, πριν ακόμη φέξει, χωρίς τζάκετ, χωρίς σκουφιά, γάντια, κλπ. Και μόνο στη γειτονιά πηγαίναμε, όχι όπως σήμερα. Τελειώνοντας, γύρω στις οχτώ και μισή είχαμε ξεπαγιάσει. Κάνοντας τη μοιρασιά στις πενταροδεκάρες, εγώ κατευθείαν έτρεχα στο ψιλικατζίδικο του κυρ – Θωμά Μπασογιάννη και αγόραζα μία σβούρα, ή μια φυσαρμόνικα μικρή, ή ένα τοπάκι χρωματιστό, ή ένα πιστόλι με κίκια.
Καλή Χρονιά, με υγεία εύχομαι!..


