Το Γενάρη του 1838…

on .

Ο Γιάννης ξύπνησε πρωί - πρωί αξημέρωτα και έφυγε από το σπίτι του κοντά στ’ Αρχιμαντρειό για να πάει στον άγιο Νικόλαο στο κριθαροπάζαρο. 

Η εκκλησιά ήταν ερείπιο ακόμα αλλά το ήξερε. Βομβαρδισμένη ακόμα από τον πόλεμο του Αλή πασά με το Χουρσίτ. Τότε πριν 15 -16 χρόνια την είχαν για ορμητήριο οι άντρες του Χουρσίτ, γι’ αυτό και την είχαν βομβαρδίσει οι άντρες του Αλή από μέσα από το κάστρο. Κι αυτή και τον άλλο Αϊ Νικόλα των Κοπάνων. 

Δεν τον ένοιαζε όμως το Γιάννη, θα περίμενε υπομονετικά μέχρι να έρθει ο φίλος του ο Μήτσιο Τόφης ο καντηλανάφτης. Ερχόταν κάθε μέρα στην εκκλησιά σαν να ήταν όρθια ακόμα. Άναβε ένα κερί σε ένα αυτοσχέδιο μανουάλι, έκανε να συμμαζέψει ή τουλάχιστον να μην απογκρεμιστούν τα χαλάσματα. Ούτε για δουλειά στο φούρνο ήθελε να πάει ο Γιάννης ούτε τίποτα, το μόνο που ήθελε ήταν να μάθει τα νέα. Και μόλις τον είδε να έρχεται τον πλησίασε:

-«Καλημέρα Μήτσιο»

-«Ω Γιάννη καλημέρα, τι έγινε πρωί - πρωί;»

-«Που να ξέρω Μήτσιο τι έγινε; Κλείστηκα στο σπίτι μου. Εσύ πες μου τι νέα;» και σκύβοντας για να μην ακουστεί είπε σιγανά «ακόμα κρεμασμένο τον έχουν;» Ο Μήτσιος συνοφρυώθηκε και έσκυψε για να μην ακούγεται

-«Ναι παναθεμά τους οι Παλιότουρκοι», του είπε και συνέχισε

-«Πάνε δυο μέρες τώρα, Δευτέρα τον κρέμασαν, προχτές δεν ξέρεις;»

-«Κάτι άκουσα», είπε ο Γιάννης «αλλά όχι πολλά. Στον πλάτανο τον κρέμασαν;» 

-«Όχι απέναντι απ’ το κάστρο»

-«Που, απέναντι από την κεντρική πύλη;»

-«Όχι, πιο πάνω, καλά δεν πέρασες καθόλου;». Ο Γιάννης χαμήλωσε το κεφάλι από ντροπή

-«Όχι Μήτσιο, δεν πήγα, φοβήθηκα…». 

Ο Μήτσιος κατάλαβε και δεν τον αποπήρε. Μετά τον πόλεμο και το σκοτωμό του Αλή, τα Γιάννινα ήταν κατεστραμμένα κι όλοι οι διάδοχοι από τον Ισμαήλ και μετά, ακόμα κι ο Ιμίν Πασάς που κυβερνούσε τώρα, όλοι κοίταγαν με μισό μάτι τους χριστιανούς. Άλλωστε, ούτε δέκα χρόνια δεν είχαν περάσει από το τέλος του πολέμου και την ίδρυση της Ελλάδας κι όλο φήμες υπήρχαν για νέα επανάσταση κι οι ακόμα σκλαβωμένοι Έλληνες πλήρωναν πολλές φορές την οργή της πύλης. 

-«Δεν πειράζει Γιάννη, πες μου τι ξέρεις να σου πω τα υπόλοιπα»

-«Ξέρω Μήτσιο ότι πιάσαν την προηγούμενη Τετάρτη, στις 12, ένα Γιώργη που έμενε στα Γάλατα, τον ήξερα εξ όψεως. Πήγα στο Χωριό, γύρισα χτες και έμαθα ότι τον κρέμασαν».

-«Άκου να δεις τι έγινε», του είπε ο Μήτσιος. «Αυτός, ο Γιώργης, δούλευε για έναν αγά και τον φωνάζαν μεταξύ τους οι Τούρκοι Χασάν. Όταν παντρεύτηκε μια χριστιανή, ο χότζας τον κατηγόρησε ότι ήταν μουσουλμάνος κι αλλαξοπίστησε. Τον είχαν ξανακατηγορήσει αλλά ο καδής τον άφησε ελεύθερο. Τώρα το βάλαν αμέτι μωχαμέτι να τον τουρκέψουν. Τον βασάνισαν σαν το Χριστό. Τον μαστίγωσαν, του βάλαν σίδερα στα νύχια, τον κάψανε με λάδι και στον πάτο τον βάλαν ξάπλα και από πάνω του μια πέτρα πάνω από 100 οκάδες για να τον τσαπλιάσουν. Δέκα άντρες την κουβάλησαν. Αυτός όμως κοιμήθηκε μια χαρά, σαν πουλάκι, λες και τον σκέπασαν με κουβέρτα. ΘΑΥΜΑ. Αυτοί τον βασάνιζαν κι αυτός εκεί ¨Χριστιανός γεννήθηκα Χριστιανός θα πεθάνω¨ τους έλεγε. Τι να πω, άγιος άνθρωπος», λέει ο Μήτσιος και σταυροκοπιέται. 

-«Άντε;» του λέει ο Γιάννης «και πού τον κρέμασαν;»

-«Όπως ανεβαίνεις από το κάστρο, στη στροφή για τη σκάλα. Απέναντι από το χαντάκι στη γωνιά. Τον κρέμασαν από το ξύλο της σκεπής έξω απ’ το μαγαζί. Κι από τη στιγμή που τον κρέμασαν τον Γιώργη κι απόθανε όλο θαύματα γίνονται στην πόλη». 

-«Δηλαδή;» ρώτησε ο Γιάννης

-«Όταν κρέμασαν το Γιώργη ζήτησε ο δεσπότης να πάρει να τον θάψει αλλά δεν τον άφησαν, και βάλαν στρατιώτες να φυλάν τον κρεμασμένο, και τότε το βράδυ έγινε», είπε ο Μήτσιος

-«Τι έγινε» ρώτησε ο Γιάννης

-«Τη νύχτα εμφανίστηκε ένα φως πάνω από τον κρεμασμένο και τον φώτισε. Στην αρχή οι Τούρκοι πλησίαζαν να δουν τι είναι. Κι όταν πλησίαζαν το φως ανέβαινε πιο πάνω και μετά από λίγο ξανακατέβαινε σαν φωτοστέφανο. Χέστηκαν απ’ το φόβο τους. Το πυροβόλησαν»

-«Τι πυροβόλησαν μωρέ Μήτσιο; Το φως»

-«Ξέρω γω μωρέ Γιάννη πυροβολιέται το φως;», αποκρίθηκε ο Μήτσιος και συνέχισε «κι από κείνο το βράδυ μέχρι και σήμερα γίνονται θαύματα σε όλη την πόλη. Τυφλοί ξαναβλέπουν, άρρωστοι γίνονται καλά. Τα έμαθε μια Τούρκα κι ορμάει κι αρπάζει την κάλτσα του κρεμασμένου και την πάει στο σπίτι της που είχαν άρρωστο. Κι έγινε καλά». Ο Γιάννης μένει άναυδος. Κάνει το σταυρό του «Ιησούς Χριστός νικάει» και κάνουν μαζί το σταυρό τους.

-«Και πόσο θα τον αφήσουν κρεμασμένο Μήτσιο»;

-«Δεν ξέρω, ακούω ότι ο Δεσπότης, οι επίτροποι και άλλος κόσμος πάνε συνέχεια στον πασά και τον ζητάνε να κάνουμε μια κηδεία σαν άνθρωπος».

-«Ω Μήτσιο, άμα μάθεις κάτι θα με ειδοποιήσεις;»

-«Θα σου πω εγώ Γιάννη, πήγαινε σπίτι σου κι άμα γίνει κάτι θα σου πω», είπε στο φίλο του και χωρίσανε. Ο Γιάννης γύρισε σπίτι του, τα περισσότερα χριστιανικά μαγαζιά ήταν ακόμα κλειστά. Κι ο κόσμος κλεισμένος μέσα. 

Μετά από λίγες ώρες εκείνο το μεσημέρι της Τετάρτης 19 Ιανουαρίου η πόρτα του σπιτιού του Γιάννη χτύπησε. Ήταν ο Μήτσιος. «Τι έγινε;» τον ρώτησε ο Γιάννης. «Τον πήραμε» απάντησε ο Μήτσιος, «τον έχουν στον άγιο Αθανάσιο στον γυναικωνίτη, θα έρθεις;».

Μετά από λίγα λεπτά οι δυο φίλοι ήταν στο δρόμο για την εκκλησία. Επέλεγαν προσεκτικά τη διαδρομή. Δεν περνούσαν μπροστά από τζαμί ούτε από Τούρκικους μαχαλάδες και πολυσύχναστους δρόμους. Και τον Γιώργη μόλις τον κατέβασαν από την κρεμάλα τον έβαλαν σε βάρκα και τον πήγαν από το χαντάκι στη σκάλα και μέσα από τα στενά της Σιαράβας τον πήγαν στη Μητρόπολη. Όταν έφτασαν στον Άγιο Αθανάσιο ο Γιάννης κι ο Μήτσιος ήδη η εκκλησία ήταν γεμάτη. Όλων των λογιών άνθρωποι, πλούσιοι και φτωχοί, προύχοντες και λαϊκοί, οι πάντες. Ο Μήτσιος έφυγε για λίγο να πάει στο ιερό για να δει αν χρειάζονταν ο νεωκόρος του αγίου Αθανασίου κάποια βοήθεια, αλλά μετά από λίγο γύρισε κι έκατσε κοντά με το Γιάννη. 

Τόσος πολύς κόσμος αλλά μια απέραντη σιωπή απλωνόταν, μόνο το κλάμα της Ελένης της γυναίκας του ακουγόταν. Κρατούσε το μωράκι της το φρεσκοβαφτισμένο αγκαλιά. Τον Γιαννάκη, «ο Γιαννάκης του αγίου» έλεγαν όλοι. Τρεις δεσποτάδες ήταν εκεί. Ο Ιωαννίνων, ο Άρτης και ο Γρεβενών. Τότε ο δεσπότης έκανε ένα νεύμα στον ψάλτη και κάτι του ψιθύρισε στο αυτί. Κι αυτός πλησίασε και με τα χέρια του ψηλάφισε προσεκτικά το πρόσωπο του νεκρού. Το μέτωπο, τα μάτια, τα μάγουλα, το πηγούνι, όλα. Και μετά γύρισε στη θέση του στο ψαλτήρι. Μπροστά από το νεκροκρέβατο στέκονταν γονατιστός ένας άνδρας με τα χέρια του στο πρόσωπο να κλαίει σαν μωρό παιδί. Κι άρχισε η κηδεία. Και μόλις τέλειωσε τον θάψανε έξω ακριβώς από το ιερό, δίπλα από την πλαϊνή πύλη. Είχε πια νυχτώσει και οι δυο φίλοι χώρισαν και πήγαν σπίτια τους σιγά σιγά και με προσοχή.

Την άλλη μέρα ξανασυναντήθηκαν.

-«Πω πω τι έγινε χτες;»

-«Καλά είδες τον Ζήκο τον ψάλτη; Τι έκανε στο νεκρό;» ρώτησε ο Γιάννης

-«Τον είδα. Αυτός ζωγραφίζει. Άκουσα ότι του είπε ο Δεσπότης να κάνει μια εικόνα του Γιώργη, να τον ζωγραφίσει. Γι’ αυτό και τον ψηλάφισε. Για να δει τις λεπτομέρειες του προσώπου λένε. Αυτόν που έκλαιγε γονατιστός μπροστά στο φέρετρο τον είδες;». «Τον είδα, ποιος είναι;» αποκρίθηκε ο Γιάννης. «Τον λένε Ευστάθιο κι είναι απ’ την Αρτσίστα. Άρρωστος ήταν, πόναγαν τα πόδια του. Έμαθε τι έγινε και ξεκίνησε να έρθει για να προσευχηθεί, και μέχρι να ‘ρθει έγιανε. Θαύμα» ,είπε ο Μήτσιος

«Μου παν κι άλλα. Ένα σωρό κόσμος άρρωστος έγινε καλά αυτές τις μέρες. Παίρνουν λαδάκι απ’ το καντήλι και γιατρεύονται. Ένα σωρό θαύματα». Ο Γιάννης έκανε το σταυρό του και ρώτησε «πόσο είχε ο μήνας όταν τον κρέμασαν;». «17» αποκρίθηκε ο Μήτσιος «του αγίου Αντωνίου. Μεγάλη η χάρη του» είπε ο Γιάννης κι έκανε το σταυρό του.

«Όχι Γιάννη. Μάλλον θα λέμε του αγίου Γεωργίου του εν Ιωανίννοις. Μεγάλη η χάρη του», είπε ο Μήτσιος κι έκαναν το σταυρό τους και οι δύο.

OSDEL DIGITAL STATIC BANNERS 900x300