Γιαννιώτικοι χειμώνες…

on .

Αναδρομές στο κοντινό χθες της αγαπημένης μας πόλης και νοσταλγικές θύμισες από μια εποχιακή ομορφιά, όπως ο χειμώνας στα Γιάννινα.  Μαύρος γκρίζος ουρανός επάνω και κάτω από τις κατοικίες υψώνονταν καπνοί γκρίζοι κι αυτοί κι ανάμεσά τους πετούσαν πουλιά, σπουργίτια, κοτσύφια, κιλελέοι (τους θυμάστε; Χάθηκαν κι αυτοί όπως χάθηκαν και άλλα πολλά από την πόλη μας), ζητώντας να κρυφτούν και να προφυλαχτούν.

Ομίχλες,  αλλά και η  αιθαλομίχλη τα  τελευταία χρόνια, όχι ότι τα Γιάννινα δεν είχαν από εκείνα τα χρόνια ομίχλη, τα θυμάμαι τυλιγμένα στην ομίχλη. Ο Αγγελόπουλος στην ταινία ‘’Τοπίο στην ομίχλη’’ εννοεί των Γιαννίνων, όπως  και ο Μπαλάφας με τις φωτογραφίες. Βροχές και συννεφιάσματα κι ανεμοδαρμοί σκέπαζαν το φως της χειμωνιάτικης μέρας. Δεν έφτανε στη γη του ήλιου  η θαλπωρή  κι η αγάπη. Άχαρο το φως, φως αναιμικό, πελιδνό ξεγλιστρούσε στην ηπειρωτική φύση σε τούτη την εποχή.

Μόνο τα λίγα κίτρινα φύλλα που απόμειναν, σάπια φύλλα, πεσμένα, ύστερα από το ταξίδι που τα πηγαινοέφερνε ο βοριάς, αυτός ο Γιαννιώτικος βοριάς, (που ακόμα σφυρίζει στ’ αυτιά μου) κείτονταν στη ξεβαμμένη χλόη συντροφιά στο λήθαργο του ψύχους. Τη θορυβώδη και παγερή εμφάνιση του χειμωνιάτικου βοριά εδώ στα Γιάννινα, το αναγγέλλει με υγρό φώνασμα και η Λίμνη πότε με συριγμούς, ριπές και παφλασμούς. 

Δύο στοιχεία, αγέρας και νερό, στη συνύπαρξη της φυσικής τους πορείας. Τη δεκαετία 50 με 60, ο φίλος μου ο Λάμπρος και εγώ, όταν ήρθαμε από τα χωριά μας, μέναμε κοντά στην Μητρόπολη  και όταν λυσσομανούσε ο βοριάς κατεβαίναμε στο Μώλο να δούμε από περιέργεια τη λίμνη που τη φανταζόμασταν σαν  θάλασσα φουρτουνιασμένη, όπως διαβάζαμε στα βιβλία  και  που δεν είχαμε δει μέχρι τότε.  Κατεβαίναμε  την Αβέρωφ και το Κουρμανιό, ρίχναμε ένα βλέμμα στο καστρινό ρολόι της παλιότερης ζωής,  να σιγοζεί η ψυχή του ακόμα.

Τα κύματα ορθώνονταν, έρχονταν και έπεφταν  με  δύναμη  πάνω στην προβλήτα και έσκαγαν. Άφρισμα, λες και ήταν θυμού τρανό, κυκλογυρίζοντας αναδεύονταν επιφάνεια  και βάθη.

Ειδικά τέτοια σούρουπα συνεχίζαμε τη βόλτα και πέρα από την Κυρά –Φροσύνη   και επηρεασμένοι από την ιστορία που μαθαίναμε, γι’ αυτόν τον αμφιλεγόμενο τύραννο τον Αλή Πασά, ρίχναμε το βλέμμα μας στη σπηλιά του Διονυσίου του Σκυλοσόφου που βρήκε τραγικό θάνατο, λες και θα τον βλέπαμε, όπως αργότερα στα κέρινα ομοιώματα του Βρέλλη.

Φτάναμε μέχρι τη Σκάλα και τα Ταμπάκικα, σταματώντας στο ουζερί ‘’Νέα Υόρκη,’’ παλιό στέκι των Ταμπάκηδων, κοιτάζαμε από τα παράθυρα και βλέπαμε τους θαμώνες να πίνουν.  Σε αυτό το ουζερί είχε δει και ο εκλιπών Βαγγέλης Σιαφάκας,  τον Δημήτρη Χατζή, και τον Ταμπάκο τον Σιούλα όπως αναφέρει στο βιβλίο του, να  ζητάει το λόγο ο Σιούλας από τον Χατζή, γιατί τον ανέφερε στο βιβλίο του ‘’το τέλος της μικρής μας πόλης’’.   

Συνηθισμένη λοιπόν η αντάρα τούτο τον καιρό στη Μικρή μας Πόλη, ύπαρξη αέρινη που σβαρνίζει τη λευκή της θωριά  σε κάμπους και υψώματα. Κλεισμένη η ορατότητα τριγύρω και τ’ αψήλου που θα έλεγε ο Κρυστάλλης, κορφές αποκλεισμένες στο βλέμμα  μας. 

Στον αγέρα, οι ιτιές στο Πέραμα πρόβαλλαν κινητές Θεές που βγαίνουν αναμαλλιασμένες από λουτρότοπους, όπως και οι λεύκες και τα πλατάνια στο παραλίμνιο. Αχνά ανθίσματα φυτών και αγκαθόκαρποι, στα μποστάνια προς το Βοτανικό, τυλιγμένοι με χνούδι γίνονταν στολίδια της πάχνης στο χειμωνιάτικο τοπίο. 

Τότε, τα χρόνια εκείνα, δεν αργούσε και η χιονόπτωση, το λευκό πανηγύρι της σιωπηλής αγνότητας. Οι Γιαννιώτικοι λόφοι πεπλοφορούσαν απ’ το χιονοβόλημα. Το 1978 πάγωσε η λίμνη και οι πιο τολμηροί κάνανε ποδηλατάδα και κόβανε βόλτες. Τα παραλίμνια κλαριά σαν γυάλινα αριστουργήματα τούφες λευκές  στα πεύκα τους απ’ τα ξέμακρα  ύψη. Και στο Μιτσικέλι και τα Τζουμερκιώτικα  βουνά, οι κορφές τους σκεπασμένες με την κάτασπρη απεραντοσύνη. 

Γυμνά δέντρα  κι έρημοι κάμποι  και ξεχασμένοι ορεινότοποι καλοδέχονται την κατάλευκη συντροφιά. Γραφικές πινελιές οι χιονοπτώσεις, πόσο όμορφα τα σκέπαζε όλα. Σφύριζε το χιονοβόρι κατά ριπές μέσα από τις χαραμάδες των σπιτιών  και σήκωνε τους τσίγκους από τις σκεπές και τις έσερνε στους δρόμους. Οι χαμάλες περνούσαν χιονισμένες και οι μουσούδες από τις φοράδες τους άφριζαν από τα χνώτα τους αγκομαχώντας. 

Η παγωνιά της νύχτας κατασκεύαζε κρυστάλλινες λόγχες κρεμασμένες στις στέγες των τσίγκινων τότε σκεπών κι εμείς πηδούσαμε να τις φτάσουμε και να τις γλείψουμε σαν γλειφιτζούρι.  Κάτι μέρες που κρυστάλλωναν τα νερά και ξεπαγιάζαμε, πάγωναν τα σοκάκια όπως  και οι πέτρινοι δρόμοι μέσα στο Κάστρο και παίζαμε γλίστρες. Μετά  τρέχαμε και αγκαλιάζαμε το μαγκάλι που στις γυμνές γάμπες  άφηναν κάτι σημάδια… Κι ο χιονοπόλεμος ήταν ανάσα για να ξεδώσουμε γυρνώντας με κατακόκκινα μάγουλα. Παρηγοριά η φουφού από το χάλκωμα του μπάρμπα –Τάκη του Σαλεπετζή με το σαλέπι, το γιατρικό μας, για το βήχα και τη βραχνάδα.  Η κουτάλα έδινε και έπαιρνε στο ξέχειλο γέμισμα των ποτηριών.   

Ο μισός δεύτερος χειμωνιάτικος μήνας μας χάριζε ένα σύντομο γεναριάτικο  καλοκαιράκι θαλπωρής. Καρδιά της χειμωνιάς κι η λιακάδα μας φιλοδωρούσε πλούσια την ποθητή της ζεστασιά.  Ένα πουλί αποδημητικό απ’ άλλα μέρη. Προτιμά να γεννήσει στον ηλιόχαρο ελλαδικό τόπο, με το θαυμάσιο κλίμα σύντροφο στη λιγόμηνη παραμονή. 

Όλοι εμείς οι άλλοι καρτερούσαμε τις αλκυονίδες μέρες της ύπαρξης μας για να ζεστάνουμε τους καημούς μας, στην ερημιά της χειμωνιάς, τούτη η ζεστασιά ήταν  όαση. 

Επίσης καταχείμωνο είχαμε και την άνθιση της αμυγδαλιάς κι έτσι  θυμηθήκαμε το πρώτο τραγούδι του Τάκη Μουσαφίρη, για το καλοκαίρι βέβαια, τη ‘’Λυγαριά’’: ‘’Στην αυλή, στην αυλή του γείτονά μου σε θυμάμαι λυγαριά μου…’’ παραλληλίζοντας κι εμείς  την ανθισμένη αμυγδαλιά, σαν νυφούλα τα άνθη της να ημερώνει την κρυαδερή εποχή, στον κήπο της γειτόνισσάς μας κ. Ιουλίας  Γκίνου.

Αλλά κι  ο ποιητής  Γ. Δροσίνης στο ποίημά του για την ’’ανθισμένη  αμυγδαλιά’’: 

‘’Εκούνησε την ανθισμένη αμυγδαλιά

και γέμισ’ από τα άνθη τα μαλλάκια της.

Τρελή να φέρεις τα μαλλιά σου τη χιονιά

Τι τόσο βιάζεσαι;

Μόνη της θάρθει η άγρια βαρυχειμωνιά,

Δεν το στοχάζεσαι;...’’

Έτσι, όταν χιονίσει στο κεφάλι μας η ζωή είναι αργά. Για να ζήσεις το χειμώνα των αντιξοοτήτων πρέπει να χαρείς και να δουλέψεις την άνοιξη της αισιοδοξίας με τη θαλπωρή της δημιουργικότητας. Ζεστή δράση στα παγωμένα αισθήματα.

OSDEL DIGITAL STATIC BANNERS 900x300