Μάθημα Δημοκρατίας…

on .

Κατά τον εορτασμό της επετείου του ΟΧΙ, ο ομότιμος καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και ακαδημαϊκός, πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας και επί σειράν ετών πολιτικός, Προκόπης Παυλόπουλος, μίλησε στην Ακαδημία Αθηνών με θέμα: «Η διαχρονική προσήλωση του Έθνους των Ελλήνων στις αρχές της Αντίστασης υπέρ της Ελευθερίας». 

Βρήκα το θέμα της ομιλίας ενδιαφέρον και τη διάβασα με την απαιτούμενη προσοχή. Διαπίστωσα ότι υπάρχουν σ’ αυτήν την ομιλία θέματα τα οποία απασχολούν κάθε σκεπτόμενο Έλληνα. Συγκεκριμένα, διαπίστωσα ότι υπάρχουν στην ομιλία δύο αξιοπρόσεχτα σημεία, στα οποία βρίσκεται το βαθύτερο νόημα του εορτασμού της επετείου του ΟΧΙ, σε σχέση με την υπάρχουσα σημερινή πολιτική κατάσταση στη χώρα μας.

Πρώτο αξιοπρόσεχτο σημείο ο ορισμός του Πολιτεύματος της Δημοκρατίας, όπως ακριβώς τον παρουσιάζει ο Θουκυδίδης στον Επιτάφιο του Περικλή και από τότε γίνεται αποδεκτός από όλο τον πολιτισμένο κόσμο. «Χρώμεθα γαρ Πολιτεία —γράφει— ου ζηλούση τους των πέλας νόμους, και όνομα μεν διά το μη ες ολίγους, αλλ’ ες πλείονας οικείν, δημοκρατία κέκληται». Που σημαίνει: το Πολίτευμά μας καλείται Δημοκρατία, επειδή δεν ανατίθεται στα χέρια των ολίγων αλλά των πολλών.

Για να ισχυροποιήσει μάλιστα την άποψή του, ο ομιλητής αναφέρεται και στην Αθηναίων Πολιτεία του Αριστοτέλη, τότε που ίσχυε η άμεση δημοκρατία και ο λαός ήταν κυρίαρχος· γι’ αυτό κάθε νόμος έφερε τη σφραγίδα της λαϊκής κυριαρχίας, καθώς επικυρωνόταν με τη φράση: «Ἔδοξε τῇ Βουλῇ καὶ τῷ Δήμῳ». Από τα παραπάνω επιβεβαιώνεται πως θεμέλιο του πολιτεύματος της Δημοκρατίας είναι η λαϊκή κυριαρχία, που στα αντιπροσωπευτικά πολιτεύματα της εποχής μας εκφράζεται με την ψήφο του λαού στις εκλογές. Αυτό ακριβώς ορίζει και το άρθρο 1 του Συντάγματός μας, που ψηφίστηκε στη Μεταπολίτευση. Αν εξαιρέσουμε όμως τις πρώτες μετά τη δικτατορία εκλογές, στις οποίες ο Κωνσταντίνος Καραμανλής πήρε 54%, δηλαδή είχε τη σχετική πλειοψηφία —την κατά το Σύνταγμα λαϊκή κυριαρχία— και δικαιούνταν να έχει και την πλειοψηφία στη Βουλή, όλες οι άλλες κυβερνήσεις ήταν κυβερνήσεις μειοψηφίας. 

Άρα σήμερα δεν έχουμε στη χώρα μας Δημοκρατία και, συνεπώς, οι θυσίες των αγωνιστών του 1940, που είπαν ΟΧΙ στο φασιστικό καθεστώς του Μουσολίνι, πήγαν χαμένες. Το βασικό πρόβλημα που πρέπει σήμερα να απασχολεί τους Έλληνες είναι το πρόβλημα της αποκατάστασης της Δημοκρατίας στη χώρα που αυτή γεννήθηκε, και στα πλαίσια του ορισμού της έννοιας της Δημοκρατίας που παρουσιάζεται στην ομιλία και δεν προσφέρει περιθώρια αμφισβήτησής της.

Το δεύτερο αξιοπρόσεχτο σημείο. Ο Προκόπης Παυλόπουλος επικαλείται το άρθρο 120 του Συντάγματος, το οποίο στην παράγραφο 2 ορίζει πως «ο σεβασμός στο Σύνταγμα και στους νόμους που συμφωνούν με αυτό αποτελεί θεμελιώδη υποχρέωση όλων των Ελλήνων», ενώ στην παρ. 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται πως «η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων». Επικαλείται επίσης το γεγονός ότι όλα τα ελληνικά Συντάγματα επισημαίνουν την υποχρέωση των Ελλήνων να υπερασπίζονται τους θεσμούς της Δημοκρατίας, μεταξύ των οποίων προέχουσα θέση κατέχουν η λαϊκή κυριαρχία και η, γνωστή από την εποχή του Αριστοτέλη, διάκριση των τριών εξουσιών —νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής. Αυτό που συμβαίνει σήμερα —και επί σειρά ετών— στη χώρα μας δεν έχει σχέση ούτε με την Ελευθερία ούτε με τη Δημοκρατία.

Το σημαντικό στην ομιλία Παυλόπουλου βρίσκεται στο γεγονός ότι ο ομιλητής επικεντρώνει το ενδιαφέρον του σε δύο πράγματα που έχουν άμεση σχέση με αυτά που συμβαίνουν σήμερα. Το πρώτο είναι η υποχρέωση των Ελλήνων να προασπίζονται το Σύνταγμα. Δεν περιορίζεται όμως στην περίπτωση μόνο που αυτό καταλύεται με τη βία —όπως συνέβη με τη χούντα— αλλά και όταν «η εξουσία, ιδιαίτερα η εκτελεστική, υποθάλπει σκόπιμα την αποδυνάμωσή του στο βωμό ευτελών πολιτικών σκοπιμοτήτων, σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος».

Δηλαδή εντοπίζει την παραβίαση του Συντάγματος στη σημερινή ελληνική πολιτική κατάσταση, τονίζοντας με έμφαση ότι: «αυτό δυστυχώς είναι πια ορατό και άκρως επώδυνο για τον Άνθρωπο και τα Θεμελιώδη Δικαιώματά του, και στην Πατρίδα μας, και το οποίο επιπλέον διαβρώνει, υποδόρια και βασανιστικά, τις αντηρίδες του κοινού μας Ευρωπαϊκού Πολιτισμού και της κοινής μας Ευρωπαϊκής Δημοκρατίας». Ποια είναι όμως αυτή η πραγματικότητα που δεν έχει καμιά σχέση με αυτό που ονομάζουμε δημοκρατία και συνταγματικά οργανωμένη πολιτεία;

Η σημερινή κυβέρνηση προήλθε από τις εκλογές του 2023. Το κόμμα αυτό, συνεργούντος και του ΟΠΕΚΕΠΕ —που ήταν, κατά την επίσημη δήλωση της Ευρωπαίας Εισαγγελέως που το αποκάλυψε, «συστηματική και καλά οργανωμένη απάτη»— πήρε στις εκλογές περίπου 40% των ψήφων. Σύμφωνα με τον ορισμό που δίνει στο πολίτευμα της δημοκρατίας ο ομιλητής, δικαιούνταν από τους 300 βουλευτές τους 120. Άρα ήταν μειοψηφία και έγινε πλειοψηφία με τους γνωστούς καλπονοθευτικούς νόμους στη νομοθετική και εκτελεστική εξουσία. Συνεπώς, ήταν από την αρχή κυβέρνηση μειοψηφίας και αντιδημοκρατική.

Ακολούθησαν οι ευρωεκλογές, κατά τις οποίες έχασε περίπου 10 μονάδες. Και τότε δεν είχαν γίνει ακόμα γνωστά ούτε το οργιώδες σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, ούτε ο τρόπος αντιμετώπισης του σκανδάλου των υποκλοπών, ούτε ο χειρισμός της τραγωδίας των Τεμπών, ούτε η χρησιμοποίηση των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων για την αγροτική οικονομία, που διατέθηκαν για την αγορά πολυτελών αυτοκινήτων γνωστών κομματικών στελεχών· αυτό το γεγονός εξόργισε και ξεσήκωσε τον αγροτικό κόσμο και τον υποχρέωσε να κάνει Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά στους δρόμους.

Έτσι φτάσαμε στη σημερινή πολιτική κατάσταση, όπου το κόμμα το οποίο κυβερνά, σύμφωνα με όλες τις δημοσκοπήσεις, παρ’ όλο που έχει όλο τον κομματικό μηχανισμό στα χέρια του, διαθέτει ποσοστό αποδοχής 20–22% των ψήφων του ελληνικού λαού· και κυβερνά αυταρχικά και ανεξέλεγκτα, χωρίς να δίνει λόγο σε κανέναν, χωρίς ίχνος στοιχείων δημοκρατικού πολιτεύματος. Αυτό ανάγκασε τον Προκόπη Παυλόπουλο, κατά τον επίσημο εορτασμό της επετείου του ΟΧΙ, να καταγγείλει τη σημερινή κυβέρνηση ότι αποδυναμώνει το Σύνταγμα και τους νόμους που συμφωνούν με αυτό, «στο βωμό ευτελών πολιτικών σκοπιμοτήτων», πράγμα που είναι «άκρως επικίνδυνο για τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου» και, επιπλέον, «διαβρώνει τις αντηρίδες της κοινής ευρωπαϊκής δημοκρατίας».

Και δεν είναι ο μόνος: οι δύο πρώην πρόεδροι και πρωθυπουργοί της Νέας Δημοκρατίας, στο όνομα της οποίας κυβερνά η σημερινή κυβέρνηση, με επανειλημμένες δημόσιες δηλώσεις τους, καταδίκασαν στο σύνολό της την ασκούμενη πολιτική της κυβέρνησης και τη θεώρησαν επικίνδυνη για τον τόπο. Κατά την πρόσφατη δε παρουσίαση του βιβλίου του Τάσου Γιαννίτση, πολιτικές προσωπικότητες από όλους τους πολιτικούς χώρους δήλωσαν πως «δεν υπάρχει σήμερα κυβερνησιμότητα στη χώρα», ότι «η κυβέρνηση υπνοβατεί» και ότι «η εκδοχή μονοκομματικής κυβέρνησης της χώρας έχει λάβει τέλος, μαζί με τη μεταπολίτευση». 

Όλα τα πολιτικά κόμματα που εκπροσωπούν το 75–80% του ελληνικού λαού καταδικάζουν την ασκούμενη κυβερνητική πολιτική, ο ελληνικός λαός σε ποσοστό πάνω από 75% ζητά πολιτική αλλαγή, εκλεκτές δε προσωπικότητες των Ελλήνων, με διεθνή ακτινοβολία, όπως επισημάναμε και σε προηγούμενο σημείωμα, ζητούν «ολοκληρωτική κάθαρση και απαλλαγή από τα πρόσωπα εκείνα που έφεραν τον τόπο στο σημερινό κατάντημα και τον έχουν μετατρέψει σε στάβλους του Αυγεία».

Γι’ αυτό η μόνη λύση σήμερα είναι μια εξωκοινοβουλευτική κυβέρνηση εθνικής ενότητας, με ένα πρόσωπο εγνωσμένου κύρους και κοινής αποδοχής, με ένα επιτελείο από εκλεκτές προσωπικότητες και με τη στήριξη, βέβαια, των πολιτικών κομμάτων, που θα βγάλει τον τόπο από το τραγικό αδιέξοδο και θα προετοιμάσει το έδαφος για γνήσιες εκλογές, από τις οποίες θα προκύψει κυβέρνηση πλειοψηφίας με θεμέλιο τη λαϊκή κυριαρχία.

Αντιλαμβάνομαι πως μια τέτοια πρόταση για κυβέρνηση εθνικής ενότητας θα έχει τις αντιρρήσεις της —και οι αντιρρήσεις αυτές θα προέρχονται πρώτα από τα πολιτικά κόμματα. Την άποψη αυτή τη στηρίζω στο γεγονός ότι, όταν πρόσφατα είχε διατυπωθεί παρόμοια άποψη από ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, το πρώτο κόμμα που αντέδρασε ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ. Στην κατάσταση όμως που βρισκόμαστε σήμερα —και σ’ αυτήν που βρίσκονται τα κόμματα, με πρώτο αυτό που κυβερνά— πρέπει να λάβουμε υπόψη το μήνυμα που μας έρχεται από μια παλιότερη, παρόμοια με τη δική μας εποχή, και μας επισημαίνει: «Αν τα κόμματα μας χωρίζουν, η Ελλάδα μας ενώνει».

Από την άποψη αυτή πιστεύω πως η ομιλία του Προκόπη Παυλόπουλου είναι ένα πραγματικό ΜΑΘΗΜΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ. Δεν είναι μάλιστα τυχαίο ότι ο ομιλητής κλείνει την ομιλία του με τον γνωστό διθυραμβικό για τη ρωμιοσύνη στίχο του Ρίτσου, σε μουσική Θεοδωράκη, με το μήνυμα: «Τη ρωμιοσύνη μην την κλαις, εκεί που πάει να σκύψει…».

OSDEL DIGITAL STATIC BANNERS 900x300