Ο Ιστορικός Κινηματογράφος ως ανάγκη σε περιόδους κρίσης...

on .

Παρακολουθώντας τις τελευταίες ημέρες τη δημόσια συζήτηση γύρω από τον Γιάννη Σμαραγδή και την ταινία «Καποδίστριας», δεν μπορώ παρά να διακρίνω κάτι που υπερβαίνει κατά πολύ τη συνήθη καλλιτεχνική αντιπαράθεση. Δεν πρόκειται απλώς για διαφωνία αισθητικών ή αφηγηματικών επιλογών, αλλά για μια σχεδόν καθολική απόρριψη ενός συγκεκριμένου τρόπου κινηματογραφικής θέασης της ιστορίας, ενός τρόπου που δεν φοβάται να συνομιλήσει ευθέως με την εθνική μνήμη, να πάρει θέση και να αναζητήσει νόημα μέσα από τα πρόσωπα που τη διαμόρφωσαν.

Η δική μου εμπλοκή στην ταινία, έστω και σε έναν μικρό αλλά συμβολικά φορτισμένο ρόλο –εκείνον του Ρώσου στρατιωτικού ακολούθου του Ιωάννη Καποδίστρια στη σκηνή του Συνεδρίου της Βιέννης– μου έδωσε τη δυνατότητα να δω από κοντά τη διαδικασία αυτής της κινηματογραφικής προσέγγισης. Η συγκεκριμένη σκηνή, εμπνευσμένη άμεσα από τον εμβληματικό πίνακα του Jean-Baptiste Isabey, δεν λειτουργεί ως απλή ιστορική αναπαράσταση ή αισθητική αναφορά. Αποτελεί μια συνειδητή επιλογή που υπενθυμίζει τον ρόλο της ευρωπαϊκής διπλωματίας στις αρχές του 19ου αιώνα και τη θέση που κατείχε ο Καποδίστριας στο κέντρο αυτών των διεργασιών: όχι ως περιφερειακή φιγούρα, αλλά ως ενεργό και υπολογίσιμο πολιτικό νου.

Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, εκείνο που κυρίως με εντυπωσίασε ήταν η σοβαρότητα και ο σεβασμός στην προσέγγιση του ιστορικού υλικού. Δεν υπήρχε διάθεση ευκολίας ή επιφανειακού εντυπωσιασμού. Αντιθέτως, κάθε λεπτομέρεια –από τη στάση του σώματος και τον τρόπο ομιλίας μέχρι τον ρυθμό της σκηνής και τη γενικότερη ατμόσφαιρα– υπηρετούσε την προσπάθεια ανασύστασης μιας εποχής πυκνής σε πολιτικές εντάσεις, συγκρούσεις συμφερόντων και ιδεολογικές ζυμώσεις. Μιας εποχής που δεν καθόρισε μόνο την τύχη της Ελλάδας, αλλά χάραξε εκ νέου τον χάρτη ολόκληρης της Ευρώπης.

Ο κινηματογράφος του Γιάννη Σμαραγδή είναι, και υπήρξε πάντα, ένας κινηματογράφος  θέσης. Δεν διεκδικεί τον μανδύα της ουδετερότητας ούτε φιλοδοξεί να αντικαταστήσει την ιστορική έρευνα ή το σχολικό εγχειρίδιο. Επιχειρεί κάτι διαφορετικό: να φωτίσει ιστορικά πρόσωπα μέσα από μια ερμηνευτική ματιά που αναζητά νόημα, αξίες και συνέχεια. Στην περίπτωση του «Καποδίστρια», η ματιά αυτή εστιάζει σε έναν βαθιά ευρωπαϊκό πολιτικό, ο οποίος επιχείρησε να θεμελιώσει ένα κράτος δικαίου σε έναν τόπο εξαντλημένο από δεκαετίες πολέμων, εσωτερικών συγκρούσεων και ξένων παρεμβάσεων – και τελικά πλήρωσε αυτή την επιλογή με την ίδια του τη ζωή.

Θεωρώ σημαντικό να γίνει σαφές ότι οι σκέψεις αυτές δεν συνιστούν επίθεση προς την κινηματογραφική κριτική ούτε απαξίωση όσων διαφωνούν με το έργο. Η κριτική αποτελεί αναπόσπαστο και πολύτιμο μέρος της καλλιτεχνικής διαδικασίας. Ούτε, βεβαίως, εκκινούν από το γεγονός της δικής μου συμμετοχής στην ταινία, η οποία ήταν περιορισμένη και δεν επαρκεί από μόνη της για να δικαιολογήσει μια συνολική τοποθέτηση. Η θέση αυτή διαμορφώθηκε από την προσωπική μου εμπειρία παρατήρησης της δημιουργικής διαδικασίας και από έναν ευρύτερο προβληματισμό γύρω από το πώς προσεγγίζουμε σήμερα την ιστορία στον δημόσιο λόγο και στην τέχνη. Τυγχάνει πέραν της ιδιότητας του Εκπαιδευτικού να κατέχω και την ιδιότητα του Ιστορικού αλλά και του Σκηνοθέτη/Ηθοποιού Πτυχιούχου Θεατρολογίας και Δραματικής Σχολής με Εξετάσεις στο Υπουργείο Πολιτισμού.

Η συχνά επαναλαμβανόμενη κατηγορία περί «εξιδανίκευσης» μοιάζει να αγνοεί μια βασική αλήθεια της τέχνης: η τέχνη δεν είναι υποχρεωμένη να αποδομεί τα πάντα, ούτε να αντιμετωπίζει κάθε ιστορική μορφή με καχυποψία. Έχει το δικαίωμα –και συχνά την ανάγκη– να αναδεικνύει πρόσωπα, να συνομιλεί με τα οράματά τους και να φωτίζει τις αξίες που αυτά ενσάρκωσαν. Αυτό δεν συνεπάγεται άρνηση της ιστορικής πολυπλοκότητας, αλλά επιλογή οπτικής γωνίας. Και κάθε οπτική γωνία οφείλει να κρίνεται με όρους ουσίας, όχι με ιδεολογικά αντανακλαστικά.

Όσοι ασχολούνται με ιστορικά έργα γνωρίζουν ότι η έντονη κριτική είναι σχεδόν αναπόφευκτη. Η ιστορία, όταν παρουσιάζεται με σαφή θέση, σπάνια αφήνει τους πάντες αδιάφορους. Διαφορετικές αναγνώσεις, παγιωμένες ιδεολογικές στάσεις ή η δυσκολία αποδοχής μιας αφήγησης που επιχειρεί να συνθέσει αντί να αποδομήσει, δημιουργούν συχνά ένα κλίμα έντασης. Αυτό, ωστόσο, δεν ακυρώνει την αξία της προσπάθειας, αντιθέτως, δείχνει ότι το έργο αγγίζει ακόμη ζωντανά ερωτήματα.

Πιστεύω ότι ο «Καποδίστριας» δεν αφορά μόνο το παρελθόν. Θέτει καίρια ζητήματα για την πολιτική ευθύνη, το κόστος της εξουσίας και τη μοναξιά εκείνων που επιλέγουν να υπηρετήσουν κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό τους. Ερωτήματα που, σε μια εποχή γενικευμένης κρίσης εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς και την πολιτική, παραμένουν απολύτως επίκαιρα.

Η κριτική είναι αναγκαία και υγιής όταν στηρίζεται στη γνώση, στη θέαση του έργου και στον ουσιαστικό διάλογο. Όταν όμως μετατρέπεται σε αυτόματη απόρριψη κάθε καλλιτεχνικής απόπειρας που τολμά να μιλήσει σοβαρά για την ιστορία και την εθνική μνήμη, τότε χάνει τον βαθύτερο ρόλο της. Με τον Γιάννη Σμαραγδή μπορεί να συμφωνεί ή να διαφωνεί κανείς. Δεν μπορεί, όμως, να του αρνηθεί τη συνέπεια με την οποία υπηρετεί ένα συγκεκριμένο όραμα. Και τα οράματα, ιδίως όταν εκφράζονται με επιμονή και κόστος, αξίζουν να κρίνονται με επιχειρήματα – όχι με προκαταλήψεις.

OSDEL DIGITAL STATIC BANNERS 900x300