Τα μοναχικά Χριστούγεννα του Βαγγέλη Γιακουμάκη…
Δεκέμβρης 2015. Γαλακτοκομική Σχολή Ιωαννίνων…
- Λοιπόν παιδιά συνοψίζουμε: Η τυροκόμηση χρειάζεται υπομονή και μεράκι! Μετά τις γιορτές να ξέρετε πλέον πως στα εργαστήρια θα δυσκολέψουν τα πράγματα. Οι γραβιέρες κι η κοπανιστή θέλουν δουλίτσα.
- Άντε τώρα διάλειμμα. Βγείτε να χαρείτε τη λιακάδα.
Πράγματι, η ομίχλη επιτέλους είχε διαλυθεί κι ο περιβάλλοντας χώρος του Γεωργικού Σταθμού Κατσικάς έμοιαζε με πάρκο αναψυχής!
Το κεντρικό κτίριο, που σκόπιμα έχει αφεθεί να καταρρεύσει… λουσμένο στο φως απ’ αυτόν τον αναπάντεχο ήλιο του Δεκέμβρη μοιάζει να ξαναβρίσκει τη χάρη και την κομψότητά του, από κείνα τα χρόνια τα παλιά, που ο Γεωργικός Σταθμός ήταν σημείο αναφοράς για όλη την περιοχή… Και οι στάβλοι του φιλοξενούσαν άλογα από εκλεκτές ράτσες, όπως και αιγοπρόβατα που θα τα ζήλευαν ακόμη και οι κηνοτρόφοι της Νέας Ζηλανδίας.
Στο προαύλιο οι συζητήσεις ήταν ζωηρές και χαρούμενες. Η θεματολογία βεβαίως αφορούσε τις διακοπές των Χριστουγέννων.
Οι σπουδαστές θα επέστρεφαν στις πόλεις και στα χωριά απ’ όπου κατάγονταν και θα έσμιγαν με τους γονιούς, τ’ αδέρφια και τους φίλους τους.
Μονάχα ο Βαγγέλης δεν συμμετείχε στα πηγαδάκια. Σιωπηλός, με το κεφάλι σκυφτό, τράβηξε προς τους βάλτους. Λαχταρούσε η ψυχή του να φύγει απ’ αυτό το μέρος. Να γυρίσει στους Αρμένους, στο Ρέθυμνο, να αγκαλιάσει τη μάνα του και να κοιμηθεί στο δωμάτιό τους. Να κοιμηθεί χωρίς τον φόβο πως θα τον πετάξουν επάνω μέσα στη νύχτα για ν’ αρχίσουν τα καψόνια και τους χλευασμούς.
Γιορτές! Τι γιορτές να κάνει; Αφού οι μέρες θα κυλούσαν γρήγορα στο χωριό και θα έπρεπε να επιστρέψει πάλι εδώ! Στο κολαστήριο. Να μιλήσει! Σε ποιον; Ντρέπονταν. Όχι για τον εαυτό του. Ντρέπονταν γι’ αυτά που έκαναν οι άλλοι εις βάρος του!
Πώς να ξεστομίσει τέτοια πράγματα; Τους βασανισμούς… τους εξευτελισμούς… τη γελοιοποίησή του… Να μιλήσει στον πατέρα του; Ο κυρ-Αντρέας, Κρητικός, λεβέντης, παλιάς κοπής, να μάθει τι τραβάει το κοπέλι του; Να μάθει πως τις νύχτες τον κλείνουν στο φοριαμό, του πετάνε κέρματα και τον βάζουν να τραγουδήσει… Δάκρυα άρχισαν να κυλούν από τα μάτια του…
- Τραγούδα ρε μ… τούλεγαν το προηγούμενο βράδυ.
- Τι να πω, ρώταγε ο Βαγγέλης σε απόγνωση.
- Να πεις τα κάλαντα, δυνατά ρε να σ’ ακούμε.
- Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά…
- Πιο δυνατά, φώναζαν και βάραγαν κλωτσιές τη μεταλλική ντουλάπα.
Όχι. Χίλιες φορές προτιμάει να τα κρατήσει μέσα του. Αν τα πει στον πατέρα του θάρθει από την Κρήτη να τους βρει και θα γίνει μεγάλο κακό! Ο Βαγγέλης αναστέναξε. Δεν θέλει κανένας να πάθει τίποτα.
Ούτε αυτοί που τον βασανίζουν. Αυτός εξάλλου ήταν κι ο λόγος που τον στοχοποίησαν, που τον ξεχώρισαν από τ’ άλλα παιδιά και τον έκαναν σάκο του μποξ.
Ο Βαγγέλης ήταν ψυχούλα. Ευαίσθητος, πράος, μ’ ένα γλυκό χαμόγελο για όλους. Με σεβασμό στους καθηγητές της Σχολής, με ευγένεια στο προσωπικό, με άδολη φιλία στους συμμαθητές του. Δεν έβριζε, δεν θύμωνε, δεν πρόσβαλε ποτέ κανέναν.
Άθελά του προκάλεσε σ’ αυτά τα τέρατα το φθόνο! Τον παράλογο θυμό να εκδικηθούν ένα παλληκαράκι επειδή δεν τους έμοιαζε! Επειδή δεν θα γίνονταν ποτέ σαν αυτούς… Χυδαίος, Κομπλεξικός, Σκατόψυχος…
Η στωικότητα με την οποία τους αντιμετώπιζε ο Βαγγέλης, τους εξαγρίωνε ακόμα περισσότερο. Μ’ έναν ανείπωτο σαδισμό ξεσπούσαν πάνω του τη βιαιότητα και πιθανόν την κακοποίηση, που είχαν εισπράξει οι ίδιοι από το οικογενειακό τους περιβάλλον.
Διασκέδαζαν βασανίζοντας έναν αθώο, γιατί το βάρος της ίδιας τους της ύπαρξης, τους ήταν ανυπόφορο.
Γιατί οι λέξεις: Ιδανικά, Αλληλεγγύη, Φιλότιμο, Αξιοπρέπεια… ήταν άγνωστες γι’ αυτούς. Και ούτε επρόκειτο να τις μάθουν πήζοντας τυρί στη Γαλακτοκομική Σχολή.
Άξεστοι ήρθαν στα Γιάννενα, μαζί με την αγριάδα των απομακρυσμένων χωριών τους, για να πάρουν ένα «χαρτί»... να δείξουν ότισπούδασαν, να αποφύγουν προσωρινά το στρατό και νάχουν να λένε στις παρέες τους, για τα «ανδραγαθήματά τους» στα βρώμικα στέκια της πόλης.
* * *
- Βαγγέλη, Βαγγέλη, φώναξε δυνατά έναν από τα κορίτσια της τάξης του… Μη ξεμακραίνεις! Ο Βαγγέλης γύρισε απορημένος προς το μέρος της.
- Έλα, θα στολίσουμε τους κοιτώνες. Θα βάλουμε φωτάκια! Πήραμε κι ένα μικρό δεντράκι από το σούπερ μάρκετ…
Ο Βαγγέλης πλησίασε διστακτικός, κακόκεφος.
- Έλα του είπε το κορίτσι συνωμοτικά… ξεκουμπίστηκε το αληταριό! Τους είδα πριν στη στάση, περίμεναν το αστικό, για να πάνε στα Γιάννενα. Τους ξέρεις, κάθε φορά αργούν πολύ να γυρίσουν…
Το πρόσωπο του Βαγγέλη φωτίστηκε με μιας! Λες και τις μαύρες σκέψεις του πρωινού τις πήρε ένα ψυχρό βοριαδάκι, που κατέβαινε από το Μιτσικέλι!
Έρχονται Χριστούγεννα!, ψιθύρισε η ψυχή του. Κι ο Βαγγέλης ένιωσε ξαφνικά ανάλαφρος! Χαρούμενος!
- Έρχομαι, έρχομαι αμέσως. Πες μου πού θέλεις να κρεμάσουμε τα φωτάκια; Να πάω πρώτα στην αποθήκη να φέρω μια σκάλα… Θα κόψω και γκι! Έχω δει κάτι δενδρύλλια στο φράχτη που μοιάζουν με γκι. Δεν είναι, αλλά μοιάζουν.
Το κορίτσι γέλασε! Ο ενθουσιασμός του συμμαθητή της ήταν μεταδοτικός. Λες και είχε μπροστά της έναν άλλον άνθρωπο!
- Ωραία θα τον κάνουμε γιορτινό τον ξενώνα μας, γιατί έτσι μουντός και πολυκαιρισμένος που είναι μας πιάνει κατάθλιψη… (Πράγματι το παλιό οικοτροφείο της Σχολής είναι ένα κτίριο που θυμίζει την Ελλάδα της δεκαετίας του ’60).
- Θα φέρω και πευκοβελόνες να στολίσουμε την εξώπορτα!
- Καλά δεν παίζεσαι. Είναι πολύ τυχερή η μάνα σου, που έχει τόσο προκομένο παιδί! Πώς τη λένε;
Ο Βαγγέλης χαμογέλασε μέχρι τ’ αυτιά! Μαρία!
- Αχ μωρέ Βαγγέλη, πόσο καλό παιδί είσαι.
- Αλήθεια το λες;
- Αλήθεια. Μην το βάζεις κάτω. Μην τους δίνεις σημασία. Τα μάτια του παλληκαριού βούρκωσαν.
- Αλήτες είναι. Μην τους κάνεις τη χάρη να περάσει το δικό τους. Πήγαινε στην Αστυνομία να τα πεις όλα…
Ο Βαγγέλης σκυθρώπιασε. Πάω να μαζέψω πευκοβελόνες όπως είπαμε… Όχι, δεν τόχε σκοπό να πάει να τους καταδώσει και να τον λένε ρουφιάνο! Μήτε ήθελε να κλαψουρίζει δεξιά κι αριστερά σαν κουτάβι. Το μόνο που ήθελε ήταν να γυρίσει στο Ρέθυμνο, στ’ αδέρφια του και τους φίλους του. Να γυρίσει με το κεφάλι ψηλά, όχι με την ουρά στα σκέλια.
Στην κλειστή κοινωνία των Αρμένων θα μαθεύονταν αμέσως πως είχε προστριβές με άλλα κοπέλια και πως αυτός πήγε και τους έδωσε στην αστυνομία.
Δεν ήταν δικιά του δουλειά να τιμωρήσει τους βασανιστές. Υπήρχαν αρμόδιοι για να το κάνουν. Μόνο που «οι αρμόδιοι» σώπαιναν. Επέλεξαν να κοιτάνε από το παράθυρό τους τις χιονισμένες βουνοκορφές της Πίνδου, σχεδιάζοντας πού θα στρώσουν τους ευαίσθητους πισινούς τους, για να απολαύσουν τα κοψίδια την παραμονή των Χριστουγέννων και να ευφρανθούν με γλυκόπιοτα κρασιά.
* * *
Ποιος Βαγγέλης;
Αγεράκι ήταν και πέρασε. Διέκοψε για λίγο το ημερήσιο πρόγραμμα του καθ’ ενός.
Αναστάτωσε έναν βουλευτή, που άρχισε στο καπάκι να τηλεφωνεί και να πλαγιοκοπεί, για συγκάλυψη αυτής της βρώμικης ιστορίας.
Κάποιοι έχασαν πρόσκαιρα τον ύπνο τους φοβούμενοι πιθανή ποινική τους δίωξη.
Στα καφενεία τροφοδότησε ιστορίες και θεωρίες συνωμοσίας μεταξύ κολτσίνας και ξερής… Κι ύστερα τα κανάλια έφυγαν.
Η Νικολούλη καταπιάστηκε με άλλη αναζήτηση. Και η μικρή μας πόλη επανήλθε στις εργοστασιακές της ρυθμίσεις.
Ποιος Βαγγέλης;
Πέρασαν κιόλα 10 χρόνια!
Κι ο χειμώνας όπως και τότε μας κερνάει αδιαλείπτως βροχή και κρύο… Καμιά φορά όμως, λίγο πριν το σούρουπο, αν κάνεις ένα μικρό περίπατο κοντά στη λίμνη, εκεί που βρέθηκε ο Βαγγέλης… μπορεί ανεπαίσθητα να ακούσεις τον αναστεναγμό του.
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.


