Ο Πικροζώης που έγινε Ευεργέτης!
Ο Ζώης Καπλάνης γεννήθηκε το 1736 στο χωριό Γραμμένο των Ιωαννίνων, σε μια εποχή κοινωνικών και οικονομικών δυσκολιών. Πατέρας του ήταν ο Κωνσταντίνος, επίσης από το Γραμμένο, ενώ η μητέρα του καταγόταν από το χωριό Τζιουντίλα. Η παιδική του ηλικία σημαδεύτηκε από αλλεπάλληλες απώλειες: σε μικρή ηλικία έχασε τη μητέρα του και λίγο αργότερα και τον πατέρα του, ο οποίος στο μεταξύ είχε ξαναπαντρευτεί. Η φτώχεια και η ευθύνη της επιβίωσης της οικογένειας τον ανάγκασαν από νωρίς να εργαστεί σκληρά. Νοίκιασε ένα γαϊδουράκι και μετέφερε ξύλα στα Ιωάννινα για να τα πουλά, αποκτώντας τότε το προσωνύμιο «Πικροζώης», που τον συνόδευσε σε όλη του τη ζωή και αποτύπωνε τις δυσκολίες των νεανικών του χρόνων.
Σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών εγκαταστάθηκε στα Ιωάννινα, φιλοξενούμενος από συγγενείς του που δραστηριοποιούνταν στο εμπόριο γουναρικών. Εκεί είχε την ευκαιρία να ενισχύσει τις βασικές του γραμματικές γνώσεις, ενώ σύμφωνα με ορισμένους βιογράφους του φοίτησε σε μία από τις φημισμένες σχολές της πόλης, γεγονός που συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση της πνευματικής του καλλιέργειας.
Στα δεκαοκτώ του χρόνια προσλήφθηκε από τον επιφανή Γιαννιώτη έμπορο Παναγιώτη Χατζηνίκο, προκειμένου να μαθητεύσει στην τέχνη της γουναρικής. Η εργατικότητα, η ευφυΐα και η φιλομάθειά του δεν άργησαν να αναγνωριστούν. Ο Χατζηνίκος τον απάλλαξε από τις χειρωνακτικές εργασίες, τον ανέδειξε σε έμπιστο υπάλληλο, κατόπιν γραμματικό του και τελικά συνέταιρό του.
Στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας, ο Καπλάνης συνέβαλε δυναμικά στην ανάπτυξη της εμπορικής επιχείρησης, με κέντρο δραστηριότητας το Βουκουρέστι. Αργότερα στάλθηκε στη Νίζνα, περιοχή με έντονη παρουσία Ηπειρωτών. Εκεί παρέμεινε περίπου τρία χρόνια, ταξιδεύοντας παράλληλα σε πόλεις της Ρωσίας και της Κεντρικής Ευρώπης, δραστηριοποιούμενος κυρίως στο εμπόριο γουναρικών.
Από το 1771 εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Μόσχα, όπου έζησε λιτά σε ένα κελί του ελληνικού μοναστηριού του Αγίου Νικολάου, παρά την αξιόλογη περιουσία που απέκτησε ως ένας από τους πλέον επιτυχημένους εμπόρους του κλάδου του. Εκεί χώρισε φιλικά τις επιχειρήσεις του με τον Χατζηνίκο και ακολούθησε ανεξάρτητη πορεία. Στη Μόσχα ανέπτυξε στενούς δεσμούς με εξέχουσες μορφές της ηπειρωτικής διασποράς, με σημαντικότερη τη φιλία του με τον Ζώη Ζωσιμά, ο οποίος τον επηρέασε βαθιά. Ο Καπλάνης παρέμεινε άγαμος και αφιέρωσε τη ζωή και την περιουσία του στην προσφορά προς το κοινωνικό σύνολο.
Απεβίωσε στις 20 Δεκεμβρίου 1806, σε ηλικία εβδομήντα ετών, αφήνοντας πίσω του ένα σπουδαίο φιλανθρωπικό και εκπαιδευτικό έργο.
Κορυφαία έκφραση της προσφοράς του υπήρξε η ίδρυση της Καπλάνειου Σχολής στα Ιωάννινα, στην οποία διέθεσε σημαντικό μέρος της περιουσίας του. Διευθυντής της σχολής ανέλαβε ο Αθανάσιος Ψαλίδας, ο οποίος εισήγαγε καινοτόμες παιδαγωγικές αντιλήψεις, με έμφαση στις θετικές και φυσικές επιστήμες και τη διεξαγωγή πειραμάτων φυσικής και χημείας. Για να προστατεύσει τη σχολή από αντιδράσεις συντηρητικών κύκλων, ο Καπλάνης μερίμνησε ώστε να τεθεί υπό την αιγίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Παράλληλα, στήριζε οικονομικά άπορους μαθητές και χρηματοδοτούσε τη διδασκαλία ξένων γλωσσών.
Η φροντίδα του για την παιδεία εκτεινόταν και στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Στο Γραμμένο ίδρυσε και συντήρησε σχολείο, κάλυπτε τους μισθούς των δασκάλων και ενίσχυε οικονομικά μαθητές που δεν είχαν τη δυνατότητα να σπουδάσουν. Επιπλέον, ίδρυσε υφαντική σχολή, η οποία λειτούργησε μέχρι το 1970. Παράλληλα, ενίσχυσε εκπαιδευτικά ιδρύματα όπως την Αθωνιάδα Σχολή, την Ελληνική Σχολή της Πάτμου, καθώς και θρησκευτικά κέντρα όπως ο Πανάγιος Τάφος και η Μονή Σινά.
Ιδιαίτερη ήταν και η κοινωνική του ευαισθησία: κατέθεσε κεφάλαια σε τράπεζα της Μόσχας, ώστε οι τόκοι να διατίθενται στο νοσοκομείο των Ιωαννίνων, προικοδοτούσε άπορα κορίτσια, ενίσχυε φυλακισμένους και φρόντιζε για τους φτωχούς της Νίζνας και της Ηπείρου. Λίγο πριν τον θάνατό του χρηματοδότησε την ανακαίνιση του ναού του Αγίου Νικολάου στο Γραμμένο, ενώ με τη διαθήκη του άφησε σημαντικά ποσά στις εκκλησίες των Ιωαννίνων, με σκοπό τη διαρκή στήριξη των κοινωνικά αδύναμων.
* * *
Ο Ζώης Καπλάνης αναδείχθηκε έτσι σε μία από τις σημαντικότερες μορφές του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, συνδυάζοντας την εμπορική επιτυχία με τη βαθιά ανθρωπιστική προσφορά και τη διαχρονική πίστη στην αξία της παιδείας.
Παναγιώτης Γεωργούλας, Εκπαιδευτικός


