Η πόλη μου ήταν κάποτε… μικρή!

on .

Το πόσο προφητικός μπορεί να είναι ο τίτλος του βιβλίου: «Το τέλος της μικρής μας Πόλης» του Δημήτρη Χατζή, το διαπιστώνω έμπρακτα κάθε φορά που κατεβαίνω στα Γιάννινα. Την πόλη τη βρίσκω σαν μια απέραντη καφετέρια. Πρωινές ώρες μετά τις 10-11 γεμάτες οι καφετέριες, φραπεδιά και κινητό. Βλέπεις να κάθονται στο ίδιο τραπέζι  νέοι άνθρωποι που  δεν μιλάνε μεταξύ τους, ούτε καν κοιτάζονται έχοντας το βλέμμα  τους στο κινητό. Αναρωτιέμαι,  μήπως είναι πτυχιούχοι  σχολών  και με μεταπτυχιακά  και πληρώνουν το ‘’μάρμαρο’’ της πλήρους αδιαφορίας των κυβερνήσεων που βάζουν στα πανεπιστήμια μαθητές με μικρούς βαθμούς να γίνονται αρεστοί, αδιαφορώντας τι θα  γίνουν αυτά τα παιδιά αύριο, αντί να τα ωθήσουν σε τέχνες; 

Σήμερα ξανατράβηξα την κουρτίνα που σκεπάζει το παρελθόν της ζωής μου,  που έζησα εκείνα τα χρόνια και θα ζωντανέψω όσο μπορώ παλιές σκηνές και γεγονότα. Αξέχαστη  η ρήση θα μου μείνει  που λέγανε οι παλιοί: ‘’Με τα λίγα, περνάς καλά, όπως εμείς τότε και  με τα πολλά  ζεις με το άγχος, το στρες και το φόβο μη σε σκοτώσουν.’’ Ψάχνω να βρω παλιούς φίλους, να θυμηθούμε τα Γιάννινα του χθες που τόσο πολύ νοσταλγούμε. Τώρα περπατάω και δεν αλλάζω καλημέρα  στο δρόμο με κανέναν  λες και είμαι σε άλλη πόλη άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Αλήθεια αυτοί που ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στα Γιάννινα, ξέρουν  την ιστορία της και να εκτιμήσουν  αυτήν την πόλη των παραδόσεων και  των θρύλων;

Η πόλη ήταν κάποτε / Με θρύλους  παραδόσεις/ Στα ήθη και στα έθιμα  / Στις  τέχνες και στις γνώσεις  (ΕΛΕΝΗ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ-ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ). Κι εμείς ήρθαμε από τα χωριά και εγκατασταθήκαμε εδώ, την πόλη αυτή την σεβόμασταν την αγαπούσαμε όπως τα χωριά μας. Ξεκινούσαμε παλιά και δουλεύαμε εδώ και το βράδυ γυρίζαμε στο χωριό, χωρίς καμία παρεμβατικότητα στις διαπροσωπικές σχέσεις με τους βέρους Γιαννιώτες. Δεν υπήρχαν φαινόμενα με κλοπές, ξυλοδαρμούς, κακοποιήσεις, σεξουαλικές παρενοχλήσεις όπως τώρα. Προσέχαμε να είμαστε συνεπείς στους εργοδότες μας κι ας ήμασταν αγράμματοι.

Τώρα βιώνουμε άλλες καταστάσεις, τα καλά του πολιτισμού μας: Καταστάσεις πρωτόγνωρες  για τη μικρή μας πόλη. Ξενόφερτες καταστάσεις που δεν συνάδουν με το DNA του Γιαννιώτη. Και όλα αυτά για να ‘’πληρωθεί’’ η προφητεία του Δημήτρη Χατζή ‘’ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΜΑΣ ΠΟΛΗΣ’’.

Με συντροφιά λοιπόν τις αναμνήσεις μου από την πόλη αυτή που μεγάλωσα σε ένα περίγυρο γνωστών, όλων γνωστών και όχι μόνον των γειτόνων αλλά και πέρα από την μικρή μου γειτονιά την Σιαράβα, που μετακόμισα τα πρώτα χρόνια από το χωριό και μετά την Καλούτσιανη.

Δεν ήταν άνθρωπος που να μην τον ήξερα αφού καθημερινά συναντιόμασταν στο δρόμο, στο φούρνο, στο μπακάλικο κλπ. Με τον φίλο μου τον Λάμπρο ξεμακραίναμε από  τα στενά  σύνορα της γειτονιάς μας ξεφεύγοντας σε  άλλους μαχαλάδες όπως: το Γυαλί καφενέ, τα Οβρέικα μνήματα, Καραβατιά, Ζευγάρια, Κουρμανιό, Τούρκικους καφενέδες, Λακκώματα στον Πλάτανο που γινόταν η μεγάλη τζαμάλα…

Τι να θυμηθώ που τίποτα δεν μπορώ να ξεχάσω και αυτό το χρωστάω στην μνήμη μου που αγάπησε και κόλλησε σε εκείνη την εποχή… Χάθηκαν οι παλιές γειτονιές, η παλιά Γιαννιώτικη κοινωνία  τότε που καθισμένες στις γειτονιές στα πεζούλια  οι γυναίκες έπλεκαν με τις κονταρίτσες κάλτσες  και ζωνάρια  για  τους άντρες με τις βαριές δουλειές. Κουβέντιαζαν και κουτσομπόλευαν και πέρναγε η ώρα της μέρας  και με το μαγείρεμα και  τη λάτρα του σπιτιού  πάντα τραγουδώντας,  να ανταλλάσουν και τα πιάτα η μία στην άλλη με τα φαγητά και ειδικά πίτες, σκεπασμένες κάτω από την ποδιά. Και ύστερα κλείνονταν στο Μαντζάτο  περιμένοντας τους νοικοκύρηδες  από τη δουλειά τους κι εκείνοι περνώντας για μια καληνύχτα  απ’ το κοντινότερο ταβερνάκι για ένα ποτήρι και για τραγούδια όπως:  ‘’Μ’ αίμα χτισμένο κάθε πέτρα  και καημός /  Κάθε καρφί του πίκρα και λυγμός.’’

Εμείς τα παιδιά παίζαμε στις αλάνες, δίχως τα σημερινά συμβάντα των ανηλίκων, όλοι φίλοι μεταξύ μας. Οι ποδοσφαιρικές ομάδες που υποστηρίζαμε  τότε ήταν ο Ατρόμητος και ο Αβέρωφ. Κατά τον αγώνα είχαμε μεταξύ μας την καζούρα αλλά μέχρι εκεί  και  όχι τα σημερινά έκτροπα που συμβαίνουν και βλέπει η νεολαία και εκτραχύνεται. 

Τι γλέντια που γινόντουσαν εκείνα τα χρόνια στο Άλσος, στον Κουραμπά, στην ταβέρνα του μπάρμπα Θωμά, στη Τριάνα, στη Σκάλα και σε άλλες τις ταβέρνες. Ο κόσμος έβγαινε να διασκεδάσει  και με τα λίγα. Θυμάμαι στον Κουραμπά μικροί τότε κοιτάζαμε από έξω, εκείνο το ξύλινο καφενείο με τη μεγάλη πίστα στη μέση να χορεύουν βαλς, ταγκό, ρούμπα. Εκεί  τραγούδησαν ο  Μαρούδας,  η Ζαχά,  η Βέμπο, ο Παναγόπουλος κ.α.

Μετά εμφανίστηκε στο πεντάγραμμο ο Τάκης Μουσαφίρης με τη ‘’ΛΥΓΑΡΙΆ’’ που τον ακούγαμε στο τοπικό ραδιόφωνο και κατόπι γλέντησε όλη η Ελλάδα με τα τραγούδια του. Τώρα ο Θωμάς Ζυγκόπουλος με τις καντάδες και τη ‘’Βαρκαρόλα’’ έχει μείνει να μας θυμίζει…

Ποιος δεν θυμάται το ‘’νυφοπάζαρο’’ στην πλατεία ακόμα και με ομπρέλες γιατί: «Η πόλη μου ήταν κάποτε /  Μικρή, απλή, οικεία / Με λίμνη πεντακάθαρη /  Σκόρπιζε ευλογία…. / Μα με ανθρώπινες καρδιές / Γεμάτες συναισθήματα». (ΕΛΕΝΗ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ)                                   

Όπως μεγαλώσαμε εμείς, μεγάλωσε και η πόλη μας. Η αύξηση των τροχοφόρων και ο νέος τρόπος ζωής με την TV στα σπίτια μας περιόρισε στην αρχή και σταμάτησε οριστικά την βόλτα στην πλατεία. Οι διαπροσωπικές σχέσεις περιορίστηκαν. Μοναξιά και  κοινωνική απομόνωση. Όπως ο αστικός τρόπος ζωής και ο εκσυγχρονισμός των βιοτεχνιών και εκβιομηχάνιση άλλαξαν τον τρόπο ζωής της μικρής μας πόλης, όπως την περιγράφει ο Δ. Χατζής και έσβησαν τους ήρωες της,  έτσι και η αστυφιλία των πρώτων μετεμφυλιακών χρόνων, η τσιμεντοποίηση της πόλης και το σύστημα της αντιπαροχής στη οικοδόμηση, αφάνισαν τις εικόνες της γειτονιάς της δικής μου εποχής.

Ίσως γι’ αυτό όταν σκέφτομαι τα χρόνια της εποχής εκείνης για την αποτύπωση της δικής μου γειτονιάς με πιάνει μια γλυκιά μελαγχολία όμοια μ’ εκείνη όταν διαβάζω «το τέλος της μικρής μας πόλης». Όμως και η σημερινή πόλη μας είναι  ωραία και καλό είναι να την αγαπάμε να την προσέχουμε και να προσαρμοζόμαστε στον σύγχρονο τρόπο ζωής της. Μακάρι τα καινούργια σπίτια που χτίζονται τώρα, να παίρνανε την παλιά αρχιτεκτονική που να θυμίζουν τα παλιά Γιάννινα. Ένας φόρος τιμής στην πόλη μας, όπως έκανα κι εγώ. 

Γιάννης Τσόδουλος

OSDEL DIGITAL STATIC BANNERS 900x300