«Συμφοριασμένοι Τρώες»…
Και να θέλεις «να αγιάσεις» σε τούτο τον τόπο, δεν σε αφήνουν. Έτσι, με αφορμή τα όσα έγραψα στο προηγούμενο σημείωμα, συγκρίνοντας τους «Μοιραίους» του Βάρναλη με όσα ζούμε –πολίτες και πολιτικοί– στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, φίλος αναγνώστης με ρωτάει αν συμφωνώ με τον τίτλο «Ιθάκη» που δίνει στο βιβλίο του ο Τσίπρας• «κι αν όχι, αν σε ρωτούσε για τον τίτλο που έπρεπε να βάλει, τι θα του συνιστούσες;».
Στο πρώτο ερώτημα απαντώ, στηριζόμενος σε συγκεκριμένα στοιχεία από τη μέχρι τώρα πολιτική δράση του, ευθέως όχι. Και τούτο γιατί η πρώτη ιστορία του –το πρώτο ταξίδι του– που έληξε το 2019, με την καταδίκη του από τον ελληνικό λαό για όσα σε βάρος του έπραξε αυτός και τα άλλα τέσσερα καλά παιδιά της Μέρκελ από το 2004 μέχρι και σήμερα, με τη διάλυση του κόμματός του εις τα «εξ ων συνετέθη» και την παραίτησή του από το κόμμα, υπήρξε μια τραγωδία για τον ίδιο και το κόμμα του• νομοτελειακά λοιπόν η δεύτερη πορεία του, με την ίδρυση «Ινστιτούτου Τσίπρα» (αυτό είναι το ανέκδοτο της χρονιάς), θα καταλήξει σε φάρσα.
Στο δεύτερο –υποθετικό αυτό– ερώτημα θα του συνιστούσα, μια και θέλει να δείξει ότι ασχολείται με τον Καβάφη, να βάλει τίτλο στο βιβλίο του «Τρώες», δηλαδή τον τίτλο του όχι και τόσο γνωστού ποιήματος του Καβάφη, το οποίο παραθέτω, ώστε να το διαβάσουν οι αναγνώστες.
Όμως, κρίνοντας από την ανταπόκριση των αναγνωστών στο προηγούμενο σημείωμα και την άποψη των πολλών ότι υπεύθυνοι για το σημερινό κατάντημα της χώρας είμαστε όλοι μας, θεωρώ ότι τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά και ότι πρέπει να τα πούμε με το όνομά τους. Ξέρω από πριν ότι κάτι τέτοιο θα στενοχωρήσει μερικούς, αλλά αυτό για μένα δεν έχει σημασία* σημασία έχει να βοηθήσουμε όλοι ώστε να εξυπηρετηθεί το κοινό συμφέρον για να βγούμε από το σημερινό τραγικό αδιέξοδο και να πάψουμε να είμαστε «οι συμφοριασμένοι Τρώες», για τους οποίους μιλάει στο ποίημά του ο Καβάφης,. Να πάψουμε να είμαστε οπαδοί κομμάτων, παρόμοιοι με αυτούς των ομάδων, αλλά φίλαθλοι, δηλαδή Έλληνες που ενδιαφερόμαστε για το μέλλον της πατρίδας μας και των παιδιών μας. Και τα λέω αυτά με βάση μια πολύτιμη εμπειρία από τα φοιτητικά χρόνια, που από τότε έχει γίνει κανόνας στη ζωή μου.
Συγκεκριμένα: Στα «Μαθήματα φιλοσοφίας της Ιστορίας και του Πολιτισμού», είχα αναλάβει και παρουσίασα μια φροντιστηριακή εργασία με θέμα: «Ο Σόλων είπε: Δεν είναι δυνατόν σε μια κοινωνία να αρέσει κανείς σε όλους* είναι όμως απαραίτητο;» Το συμπέρασμά μου ήταν επιλογικά αρνητικό* είχα μάλιστα επικαλεστεί και τη γνωστή ευαγγελική ρήση «ου δύναται δούλος δυσί κυρίοις δουλεύειν»• δεν μπορείς να είσαι με τον καλό και με τον κακό, με το δίκαιο και τον άδικο• και από τη συζήτηση που ακολούθησε διαπιστώθηκε ότι το συμπέρασμα στο οποίο είχα καταλήξει έγινε αποδεκτό.
Μια άλλη ουσιαστική λεπτομέρεια είναι να προσεγγίσουμε με θάρρος και αντικειμενικότητα τη δομή της Ελληνικής Πολιτείας όπως αυτή διαμορφώθηκε τα χρόνια της μεταπολίτευσης και ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες. Η δομή αυτή έχει δύο όψεις: την επικοινωνιακή, την οποία μας παρουσιάζει η εκάστοτε πολιτική ηγεσία –ιδίως με τους αφελείς εκπροσώπους της– ενδιαφερόμενη μόνο και μόνο για την κατάκτηση και τη διατήρηση της εξουσίας και για τα εξ αυτής εκπορευόμενα, αφανή και εμφανή, αγαθά. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι μαζί με την κρατικοδίαιτη επιχειρηματική τάξη η πιο ευκατάστατη είναι η πολιτική ηγεσία.
Η δεύτερη όψη της δομής της Πολιτείας, κατά τη μεταπολίτευση, είναι η πραγματική, όπως τη ζούμε οι απλοί πολίτες. Στην ουσία δεν άλλαξαν και πολλά πράγματα. Αυτοί που πριν από τη δικτατορία, με την αποστασία και με τη χούντα, κατάργησαν στα πλαίσια του δόγματος Κίσινγκερ τη δημοκρατία, έκαναν μια ανούσια και παραπλανητική αλλαγή, μετατρέποντας την επάρατη κληρονομική μοναρχία που τόσα δεινά επισώρευσε στον τόπο σε ένα κακέκτυπο πλαστής οικογενειακής κληρονομικής «δημοκρατίας», με μικρές παρεκκλίσεις. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως και ο σημερινός πρωθυπουργός, ευνοημένος γόνος αυτής της κληρονομικής εξουσίας, με μοναδικό προσόν το οικογενειακό όνομα, κάθε λίγο και λιγάκι μιλάει για «την καλύτερη δημοκρατία που γνώρισε ο τόπος».
Ίσως παραξενευτούν κάποιοι με τα γραφόμενα. Η αλήθεια όμως είναι πικρή• όσο πικρή κι αν είναι, πρέπει να λέγεται για να μην επικρατεί στη ζωή το ψέμα και η απάτη. Αυτήν την αλήθεια μας αποκαλύπτει, και στις δύο της μορφές, στο βιβλίο του «Η κρίση του πολιτικού λόγου» ο συνταγματολόγος καθηγητής Δημήτρης Τσάτσος. Η πρώτη μορφή, «με τα ανάλογα βιώματα της απροσδόκητης ευαισθησίας», όπως γράφει, σχετίζεται «με τις δυνάμεις της επταετίας». Αυτές «οι δυνάμεις», κατά τον Τσάτσο, «επέζησαν απόλυτα από την αλλαγή του 1974. Περνάνε στο προσκήνιο. Προάγονται, ασχημονούν, ζητούν τη δικαίωσή τους και την τιμωρία των ενόχων, δηλαδή όσων πολέμησαν και αγωνίστηκαν για κάθαρση»• και το βίωμα ολοκληρώνεται• οι δυνάμεις της επταετίας βρίσκουν κατανόηση και στο δημοκρατικό χώρο. Κάθε χρόνο, 24 Ιουλίου –επέτειο της αποκατάστασης της δημοκρατίας– οργανώνεται γιορτή στο προεδρικό μέγαρο, στην οποία καλούνται οι διάφοροι επίσημοι. Αυτοί οι επίσημοι, μαζί με την οικογενειακή κληρονομική νομή της εξουσίας, αποτέλεσαν την άρχουσα τάξη που μέχρι και σήμερα συνιστούν και εμπεριέχονται σ’ αυτό που οι πολιτικοί μας ηγέτες αποκαλούν «την καλύτερη δημοκρατία της χώρας».
Η δεύτερη μορφή της αλήθειας σχετίζεται με την «ψυχολογία ιδιοκτησίας», κατά τον Τσάτσο, που «διέκρινε τα κυβερνητικά κινήματα στον αγώνα τους για αλλαγή», και εξηγείται: Την προκάλεσε το λεφούσι των εκτός Κινήματος τυχοδιωκτών που εν μια νυκτί έπαψαν να φωνάζουν κάτω και φώναζαν ζήτω το ΠΑΣΟΚ. Αμύνεται λοιπόν το κυβερνητικό κίνημα κατά των καθυστερημένων εραστών, παλαιών συνήθως υβριστών του, που ζητούν έπαλξη, δηλαδή ρόλο, για να πολεμήσουν και αυτοί για την αλλαγή ή και εναντίον της. Όλος αυτός λοιπόν ο συρφετός από τις δυνάμεις της επταετίας και από το λεφούσι των πρώην υβριστών του ΠΑΣΟΚ, όπως ακριβώς τις παρουσιάζει με θαυμαστή ακρίβεια ο Δ. Τσάτσος, πλημμύρισε κυριολεκτικά την ελληνική κοινωνία και δρούσε δίπλα σε απλούς αγνούς πολίτες και σε λαμπρούς αγωνιστές που πάλευαν για την πολυπόθητη ΑΛΛΑΓΗ.
Κι αν τα πρώτα χρόνια της (1981–1985) η ΑΛΛΑΓΗ στάθηκε στο ύψος της και πρόσφερε σημαντικό έργο, αυτό οφείλεται βασικά στο γεγονός ότι στο τιμόνι της εξουσίας βρέθηκαν, και μάλιστα σε καίριες θέσεις, προσωπικότητες εκλεκτές, με πολιτικό ήθος και άρτια επιστημονική γνώση του τομέα τους. Αναφέρω ενδεικτικά τον Τρίτση, τον Παρασκευά Αυγερινό, τον Δρεττάκη, τον Κουλουριάνο, τον Ζακόληκο και τον Σκουλά. Όμως, μετά τις εκλογές του 1985, το ΠΑΣΟΚ έπαψε να είναι Κίνημα Αλλαγής, έγινε συνηθισμένο κόμμα εξουσίας.
Μετά το 1985, «μετά από κάποιες αναλαμπές, άρχισε να κολλάει», όπως γράφει ο άλλος συνταγματολόγος καθηγητής Γιώργος Σωτηρέλης στο βιβλίο του «Ας (ξανά) μιλήσουμε για Σοσιαλισμό», που έζησε από κοντά και αυτός τα πράγματα, «στη λάσπη ενός άχρωμου κυβερνητισμού και μιας ουδέτερης διαχείρισης• ο σοσιαλισμός ξεχάστηκε και πρυτάνευσε ο εκσυγχρονισμός, ανιχνεύοντας πλέον τον τρίτο δρόμο προς τον καπιταλισμό και όχι προς τον σοσιαλισμό». Και σαν να μη έφτανε αυτό, «η πολιτική σκηνή γέμισε από αμοραλιστές, αρριβίστες και τυχοδιώκτες, οι οποίοι χωρίς να έχουν υπάρξει ποτέ σοσιαλιστές ή να έχουν παλέψει έστω για κάποιο ιδανικό, βρέθηκαν ξαφνικά προβεβλημένα στελέχη, υπουργοί ή και δελφίνοι, μόνο και μόνο γιατί εξαργύρωσαν με αμέριστη υποστήριξη από τα Μ.Μ.Ε. την υποτακτικότητά τους στα διαπλεκόμενα».
Σ’ αυτό όμως τον συρφετό πρέπει να προστεθεί μια διαρκώς φθίνουσα πολιτικά κληρονομική εξουσία• δίπλα τους δε ένας άλλος συρφετός, από το λεφούσι αυτών που «εν μια νυκτί έπαψαν να φωνάζουν κάτω και φώναζαν ζήτω το ΠΑΣΟΚ»• παραδίπλα δε ο άλλος συρφετός «των δυνάμεων της επταετίας που ζητούσαν δικαίωση και την τιμωρία των ενόχων». Προσθέστε επίσης τους άλλους συρφετούς από τους αναρίθμητους εργατοπατέρες, αγροτοπατέρες, κομματικούς ινστρούχτορες και κομματικά στελέχη, με τα οποία η κεντρική εξουσία είχε μετατρέψει την τοπική αυτοδιοίκηση από πυλώνα της δημοκρατίας σε θλιβερό υποκατάστατό της• θα έχετε έτσι μια πλήρη εικόνα της κατάντιας της πολιτείας που είχε διαμορφωθεί στον ελληνικό ορίζοντα, δείγματα της οποίας εξακολουθούν να μολύνουν την κοινωνία ακόμα και σήμερα.
Αυτήν ακριβώς τη θλιβερή εικόνα παρουσιάζει από τις στήλες του βιβλίου του «Η Μεγάλη Παρακμή» ο Δ. Τσάτσος με τις φράσεις: «Δεν μιλάμε για μια υπολειτουργούσα, αλλά για μια παραλειτουργούσα πολιτεία, για μια μη πολιτεία με νεκρούς τους θεσμούς, για ένα θέατρο παραλόγου στο οποίο όλοι μας συμμετέχουμε έστω και ως κομπάρσοι».
Αυτή η πολιτεία υπήρξε το προζύμι για την εικοσαετία 2004–2024, με τη βαθιά οικονομική κρίση, με τα μνημόνια, με το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας και τα υπόλοιπα αναρίθμητα ανομήματα, που μας μετέτρεψαν σε «συμφοριασμένους Τρώες» και παρέδωσαν ουσιαστικά την κυριαρχία της χώρας στους ανεγκέφαλους ευρωπαίους δανειστές μας και στους πέραν του ωκεανού υψηλούς μας προστάτες.


