Η αθάνατη πορεία του Λορέντζου Μαβίλη…

on .

Ο Λορέντζος Μαβίλης είδε το πρώτο φως στις 6 Σεπτεμβρίου 1860, στην Ιθάκη, νησί ονείρων και επιστροφών. Εκεί είχε σταθμεύσει η πορεία του πατέρα του, Παύλου Μαβίλη, Ισπανού στην καταγωγή και λειτουργού της δικαιοσύνης. Η μητέρα του, Ιωάννα Σούφη, έφερε στο αίμα της τη συγγένεια με τον κυβερνήτη Καποδίστρια, κι έτσι ο μικρός Λορέντζος μεγάλωσε ανάμεσα σε παραδόσεις ευγένειας και αφοσίωσης στο κοινό καλό.

Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε στην Κέρκυρα, όπου ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές, κατόπιν, για λίγο, φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας. Γρήγορα όμως η πνευματική του δίψα τον οδήγησε μακριά, στα πανεπιστήμια του Μονάχου και του Φράιμπουργκ. Εκεί, μέσα σε αίθουσες που μύριζαν παλιά βιβλία και στοχασμό, μελέτησε φιλολογία, αρχαιολογία, σανσκριτικά, και βυθίστηκε στα βαριά φιλοσοφικά ρεύματα. Το 1890 στέφθηκε διδάκτωρ φιλοσοφίας με μια εργασία πάνω σε δυο χειρόγραφα του βυζαντινού ιστορικού Ιωάννη Σκυλίτζη, ένα έργο που πρόδιδε την επιμέλεια και τη λεπτότητα του πνεύματός του.

Αλλά ο Μαβίλης δεν ήταν άνθρωπος που αρκούνταν στις σελίδες. Πλάι στο φως της γνώσης, έκαιγε μέσα του η φλόγα της πατρίδας. Δεν έμεινε θεατής των καιρών αλλά μπήκε ο ίδιος στην ιστορία.  1896 τον συναντάμε στα Λευκά Όρη της Κρήτης, εθελοντή και μαχητή της λευτεριάς. Κι έναν χρόνο αργότερα, με δικές του δαπάνες συγκροτεί σώμα εβδομήντα Κερκυραίων και οδεύει προς την Ήπειρο. Εκεί, στη φονική μάχη των Πέντε Πηγαδιών, τραυματίζεται — όμως η πληγή στο χέρι δεν μπορεί να λυγίσει το φρόνημά του.

Επιστρέφοντας στην Κέρκυρα, στρέφεται πάλι στη μεγάλη του αγάπη: την ποίηση και τη γλώσσα. Γράφει από τα καλύτερα έργα του και ρίχνεται στη μάχη του γλωσσικού ζητήματος, πεισμένος πως η γλώσσα είναι ψυχή του έθνους. Το 1910 εκλέγεται βουλευτής στο πλευρό του Eλ. Βενιζέλου. Με λόγο βαθύ και καθαρό υπερασπίζεται τη δημοτική, αφήνοντας αξέχαστη τη φράση: «Δεν υπάρχει χυδαία γλώσσα, υπάρχουν χυδαίοι άνθρωποι».

Η ύστατη ώρα της προσφοράς του έφτασε στις 28 Νοεμβρίου 1912. Ήταν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι κι ο Μαβίλης, στα 52 του — στην κορυφή της πνευματικής ωριμότητας , δεν δίστασε. Πήρε το κόκκινο χιτώνιο των Γαριβαλδινών και ανέβηκε στον Δρίσκο, όπου η γη μύριζε θάνατο και η ελευθερία ζητούσε αίμα.

Εκείνη τη μέρα, οι σφαίρες έπεφταν «σαν χαλάζι». Μια τουρκική σφαίρα χτύπησε το πρόσωπό του και μια δεύτερη βρήκε το στόμα του ποιητή που είχε υμνήσει τη λήθη και τη μνήμη. Στο πρόχειρο νοσοκομείο, στο ταπεινό ξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής, ο αιμόφυρτος Μαβίλης ζήτησε χαρτί και μολύβι, ήθελε να αφήσει έναν τελευταίο λόγο. Δεν πρόλαβε… Εκεί τον έθαψαν.

Χρόνια αργότερα, το 1933, τα οστά του μεταφέρθηκαν στο ύψωμα και στήθηκε μνημείο. Και έπειτα, το 1967, ένας κεραυνός σκόρπισε το μνημείο και τα λείψανά του. Μια γερόντισσα από το χωριό, μάζεψε ευλαβικά τα οστά του ήρωα-ποιητή.  Τοποθετήθηκαν σε νέο μνημείο στο ίδιο σημείο. Επάνω γράφει: ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ ΜΑΒΙΛΗΣ – ΙΕΡΟΦΑΝΤΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΔΕΑΣ 6-9-1860 – 28-11-1912.

Έτσι έσβησε ο ποιητής που αρνήθηκε να ζήσει στην ασφάλεια όταν η πατρίδα τον καλούσε. Κι έτσι γεννήθηκε ο θρύλος ενός ανθρώπου που ύψωσε την πένα, το ξίφος και μα πάνω απ’ όλα  την ψυχή του.

Παναγιώτης Γεωργούλας

OSDEL DIGITAL STATIC BANNERS 900x300