Οι αγροτικοί διανομείς…

on .

Μικρό παιδί στο χωριό, θυμάμαι, ακούγαμε τους διαφορετικούς ήχους που είχαν: της καμπάνας, του σήμαντρου, της φλογέρας, της κόρνας του πράσινου εκείνου λεωφορείου και τη χαρακτηριστική σάλπιγγα – τρομπέτα του ταχυδρόμου, του αγροτικού διανομέα.

Μόλις πρόβαλλε στο ξέφωτο, αντίκρι από το χωριό, έβγαζε τη σάλπιγγα από τη δερμάτινη σάκα με τα γράμματα και καλούσε τους χωριανούς να πάνε στο κοινοτικό καφενείο προκειμένου να δώσει την αλληλογραφία. Ο κυρ-Γιώργης ήταν το κινητό  ταχυδρομείο δέκα και παραπάνω χωριών,

«ο φτερωτός αγγελιοφόρος» μας, που πεζός εξυπηρετούσε τους κατοίκους των απομακρυσμένων χωριών.

Δεν ήταν μόνο να ξέρουν να διαβάζουν τα γράμματα ή τα δέματα και να τα δίνουν στους δικαιούχους, αλλά επωμίζονταν και την ψυχολογική υποστήριξη σε αυτούς που τότε, με τους πολέμους, έχαναν δικούς τους και έπρεπε να τους παρηγορήσουν ότι «έτσι γίνεται στους πολέμους» κ.ά. Όλοι περίμεναν με λαχτάρα τον ταχυδρόμο, όπως και σήμερα σε απομακρυσμένα δύσβατα χωριά με τους λίγους κατοίκους, μέχρι να «φύγουν» κι αυτοί.

Στους αγράμματους καθόταν μετά το μοίρασμα και τους διάβαζε τα γράμματα, πολλές φορές αποκρύπτοντας κάποια ασθένεια ή σοβαρό τραυματισμό. Ο πόνος θα ήταν διπλός. Γνώριζε με τα ονόματά τους όλους από όλα τα χωριά και είχε λόγο για τον καθέναν, γνωρίζοντας τα οικογενειακά τους.

Αυτή η δερμάτινη σάκα μετέφερε καημούς, χαρές, λύπες και πόθους. Οι χωριανοί δεν είχαν τότε με τους πολέμους μυστικά μεταξύ τους· ίδιες είχαν τις σκέψεις, ίδιες και απαράλλαχτες είχαν τις χαρές και τις λαχτάρες. (Μόνο όταν μπήκαν ανάμεσα τα κόμματα, αυτοί οι άνθρωποι που μέχρι χθες ήταν μια γροθιά εναντιώθηκαν ο ένας κατά του άλλου, αδελφός κατά αδελφού. Και όλα αυτά γιατί; Για να θησαυρίζουν οι πολιτικοί).

Όταν διάβαζε τα γράμματα ο ταχυδρόμος, σε κάθε γράμμα στη συνηθισμένη φράση «πες χαιρετίσματα σε όλους… στον, στην, τον, την…», τα δάκρυα πλημμύριζαν τα μάτια όλων εκεί που άκουγαν τα ονόματα. Έκλαιγαν παραπονούμενοι και όσοι δεν άκουγαν, όπως έκλαιγαν από χαρά κι εκείνοι που λάβαιναν το πολύτιμο γράμμα.

Ο ταχυδρόμος εκείνα τα χρόνια ήταν η προσωποποιημένη απαντοχή των απομακρυσμένων χωριών (ακόμα και σήμερα) που τότε ήταν αποκλεισμένα από τα πολλά χιόνια, και ο ταχυδρόμος έπρεπε να υποδέσει κλάπες να μην βουλιάζει, πέρα από επίθεση λύκων και αρκούδων.

Ήταν η ελπίδα, η προσδοκία και η λύτρωση στην αναμονή και η ανακούφιση για αυτό που περίμενες από συγγενικό σου πρόσωπο που βρίσκεται μακριά. Τα γράμματα που στέλνονταν εκείνα τα χρόνια ήταν από το «Μέτωπο», από τους ξενιτεμένους που εργάζονταν στην επικράτεια ή στο εξωτερικό, γράμματα που απευθύνονταν σε ερωτευμένους: όπως «όταν θα λάβεις αυτό το γράμμα», τα «γαλάζια σου γράμματα», «Σου γράφω ένα γράμμα»…

Την ημέρα της διαμαρτυρίας για το κλείσιμο των Ταχυδρομείων βρέθηκα στα Τρίκαλα και μας σταμάτησε η τροχαία. Μου έκανε εντύπωση μια ηλικιωμένη κυρία που πρωτοστατούσε. Δίπλα της ήταν ένας νέος που την κρατούσε. Αυτή είναι η κυρία Φωτεινή και ο γιος της ο Χρήστος, όπως έμαθα όταν τους πλησίασα.

Μου είπε ότι ο σύζυγός της, ο Νίκος ο Μαργαρίτης, ήταν ταχυδρόμος εκείνα τα χρόνια, από το 1964–1978, στην Καστανιά Καλαμπάκας. Πέθανε νωρίς, κι ο εγγονός, όταν πήγαμε μια φορά στο παζάρι, μου ζήτησε να του αγοράσω μια σάλπιγγα σαν του παππού που έβλεπε στις φωτογραφίες και να μου θυμίζει και μένα τον Νίκο μου που, πριν μπει στο χωριό, τη φυσούσε και του ετοίμαζα το μεζέ και το τσίπουρο που τον ξαπόστελνε.

Τα χωριά του Ασπροποτάμου· διαδρομή περίπου 60 χιλιομέτρων από μονοπάτια, δημοσιές, γιατάκια. Έλειπε όλη την εβδομάδα, διανυκτερεύοντας σε κοινοτικά γραφεία ή και σε σπίτια χωριανών. Πολλές φορές της εξιστορούσε γεγονότα, καταστάσεις, τις χαρές, τις λύπες που βίωνε τότε στα άγρια βουνά του Ασπροποτάμου.

Δεκέμβρης, καιρός, ένα γόνα χιόνι. Κουρασμένος σταμάτησε να ξαποστάσει· δεν άντεχε άλλο από το βάρος που κουβαλούσε. Απελπίστηκε, του ’ρθε να πετάξει πέρα τον σάκο και το σακί με πράγματα που στέλνανε, να τα παρατήσει και να φύγει. Όμως «άντε, Νικόλα», είπε, «λίγη υπομονή ακόμη, άντε και φτάνεις».

Περίμεναν η γυναίκα και τα παιδιά· ο σάκος με τα γράμματα και το σακί με τις πραμάτειες έπρεπε να φύγουν τη Δευτέρα. «Τι πάω να κάνω;» είπε. Όταν το απογευματάκι έφτασε, οι παιδικές φωνούλες και τα καλωσορίσματα τον έκαναν να τα ξεχάσει όλα.

Μια άλλη φορά, ήταν στο «Μπάρο», ακούει θόρυβο. Κρύβεται πίσω από κάτι θάμνους, βλέπει 5–6 αγριόγιδα να τρέχουν και 3 λύκους να τα κυνηγάνε. Φοβήθηκε και γύρισε στην Καστανιά, στα ΤΕΑ, και του δώσανε ένα πιστόλι.

Το κουβαλούσε, αλλά είχε και σκοτούρες. Στην Καλλιρόη, λίγο έξω από το χωριό, μια αρκούδα του «γκιλούσε» πέτρες. Τρόμαξε, έβγαλε το πιστόλι και έριξε 2–3 φορές στον αέρα, και πήρε δρόμο η αρκούδα μέσα στις οξιές. Όλα καλά, νόμισε· στο άκουσμα του πιστολιού το χωριό ξεσηκώθηκε, νομίζοντας ότι είναι κλέφτες, και κίνησαν με τα όπλα να τους πιάσουν. Τι να έκανε; Δίνει μια και μέσα στο ρέμα το πιστόλι.

Βοηθούσε και σε δουλειές των οικογενειών που τον φιλοξενούσαν. Έσκαβε κήπους, άρμεγε τα ζώα και έγδερνε το Πάσχα των γειτόνων τα αρνιά με αμοιβή τα… αμελέτητα, που τα έψηνε στη σούβλα και έτρωγε με φίλους κουτσοπίνοντας, ο καλύτερος μεζές. Όταν ήταν στην αρχή νέος και ανύπαντρος είχε και πολλά προξενιά, όμως εκείνος δεν είχε μάτια για άλλη· στο νου του είχε μόνο την κυρά Φωτεινή.

Η κυρά Φωτεινή θυμάται… Σκουπίζει τα δάκρυα, ξεροκαταπίνει και ξεκινάει:

Ημέρα του Αγίου Νικολάου. Γιορτάζει ο κύρης μου. Μου είχε πει: «Την ημέρα του Αγίου θα είμαι εδώ». Νύχτωσε, έξω χιονοθύελλα, ίσα ένα μέτρο το χιόνι κι ο Νίκος δεν ήρθε. Ξημέρωσε κι ο Νίκος πουθενά. Δεν κοιμήθηκα καθόλου.

Την άλλη μέρα μαζεύτηκαν περίπου 8 άτομα και ξεκίνησαν να τον βρούνε. Τον βρήκαν έξω από το χωριό να περπατάει αργά, εξουθενωμένο.

«Τον φέραμε, Φώτω… είναι καλά».

Αυτά τραβούσε τότε ο Νίκος μου και οι άλλοι συνάδελφοί του, και μόλις άκουσα ότι θα κλείσουν τα Ταχυδρομεία, έτρεξα πρώτη, παρά τα χρόνια μου, να φωνάξω και να διαμαρτυρηθώ. Στα χωριά ακόμα περιμένουν τον ταχυδρόμο όπως παλιά, ενώ όχι τόσο στις πόλεις. Αυτή ήταν η ζωή των ταχυδρόμων τότε· θεάρεστο το έργο τους και οι υπηρεσίες τους στα χωριά τότε αλλά και τώρα. Κρίμα…

OSDEL DIGITAL STATIC BANNERS 900x300