Η Πλατεία στα Γιάννενα πριν το «μαχαίρωμα»…

on .

Οι παλιές και πλατιές πλατείες στα Γιάννινα χάνονται ή πεθαίνουν η μια ύστερα απ' την άλλη, λες κι έπεσε πανούκλα ή άλλη μεταδοτική αρρώστια. Η πλατεία «Πάργης», για παράδειγμα, κομματιάστηκε μ' όλη την τέχνη της Ευκλείδειας γεωμετρίας και δυσανάλογα μοιράστηκαν τα μερίδια στους γύρω μαγαζάτορες, στο «Νεομάρτυρα Γεώργιο», στην άσφαλτο και λίγα ψίχουλα στα παιδιά και στα γερόντια της γειτονιάς,  για να παίζουν ή να περνούν την ώρα τους. Κλωτσούν τις πλαστικές μπάλες τα παιδιά κι αποκρούουν με κεφαλιές οι γριές χωρίς να διαμαρτύρονται από σεβασμό προς τον επιβλητικό συμπατριώτη μας «πατριάρχη Αθηναγόρα!». 

Παρόμοιες μοιρασιές ή ακρωτηριασμούς έπαθαν κι άλλες γραφικές πλατείες. Τον πιο σοφό όμως τεμαχισμό έπαθε η κεντρική πλατεία της πόλης, η πάνω και η κάτω. Η επιστήμη βοήθησε να μη γίνει καμιά αδικία για μελλοντικές αναθεωρήσεις και αιγυπτιακούς αναδασμούς.

Οι γεωμέτρες με εργαλεία ακρίβειας τη χάραξαν και τη χώρισαν σε δύο ισοπλατείς λουρίδες. Τη μια τη βάφτισαν «άνοδο» και την άλλη «κάθοδο». Και, για να μη γίνονται παρεξηγήσεις, άπλωσαν ανάμεσά τους ένα πέτρινο αυλάκι σα ζώνη ασφάλειας και το γέμισαν με τούφες πρασινάδα όσο για να κρύβονται οι λαγοί!

Τώρα στις λουρίδες τρέχουν άνετα και μουγκρίζουν τ’ αυτοκίνητα πειθαρχώντας μόνο στα φανάρια και στα εκνευριστικά σφυρίγματα των τροχονόμων, αφού χάθηκαν και εκείνες οι παλιές, ωραίες και αριστοκρατικές τροχαίες χειρονομίες.

Οι πεζοί διώχτηκαν απ’ αυτό το χώρο κόβοντας και τους δεσμούς τους μ’ αυτόν. Για να περάσουν απέναντι, πρέπει να τα ’χουν τετρακόσια, γιατί αλλιώς θα πάνε στο νοσοκομείο «Χατζηκώστα», αν όχι στον Άγιο Νικόλαο Κοπάνων ή στην Περίβλεπτο. Μόνο όσοι κατεβαίνουν απ' τα ορεινά με άγονη συγκοινωνία δεν ξέρουν τον κίνδυνο της πλατείας, της πάλαι ποτέ ρομαντικής.

* * *

Ας θυμηθούμε λίγο τις παλιές δόξες αυτής της πλατείας, μήπως μπορέσουμε και επουλώσουμε την πληγή αυτού του μόνιμου, αλλά πάντα νωπού, μαχαιρώματος.

Παλιότερα, γύρω - γύρω, παλιά καφενεία κύκλωναν την πλατεία. Τα περισσότερα απ’ αυτά χάθηκαν ή άλλαξαν μορφή και όνομα. Σ' εκείνα ξεκουράζονταν οι παλιοί Γιαννιώτες, έπαιζαν χαρτιά ή τάβλι, αστειεύονταν ή σοβαρολογούσαν. Άλλοι πάλι διάβαζαν με τη σειρά τις ντόπιες ή τις αθηναϊκές εφημερίδες, συνήθως την «Ακρόπολις», που κείτονταν ξαπλωμένες και τεντωμένες πάνω στα κάτασπρα τραπέζια και μέσα σε ξύλινα πλαίσια και πολλοί άλλοι, με καλή όραση, λοξοκοιτούσαν αρπάζοντας μόνο τους χοντρότιτλους.

Ώρες πολλές κρατούσαν κολλημένη τη μύτη τους στο τζάμι οι αμαξάδες και οι πρώτοι ταξιτζήδες παρακολουθώντας απέναντι στο ρολόι την κινητή τους περιουσία, για να «πιάσουν» κάποιον πελάτη. Κι αν ήταν χειμώνας καθάριζαν με το μανίκι κυκλικά το τζάμι απ' τα χνώτα. Οι γύρω τοίχοι ήταν σκεπασμένοι με μεγάλους καθρέφτες μέσα σε ξύλινους περίγυρους. Αυτούς συμβουλεύονταν στα κλέφτικα οι νέοι πριν ορμήσουν στο περιπατητικό πεδίο της κοινωνικοαισθητικής μάχης! Πάνω απ' τους καθρέφτες αρχαίες φωτογραφίες ιδρυτών, ευεργετών, πολεμιστών επόπτευαν την πελατεία. Είχαν καλό χτένισμα, ωραία καγκελωτά μουστάκια, καλό ντύσιμο, και από κάτω, σα θεμέλιο, το ονοματεπώνυμο με τη χρονολογία γέννησης και θανάτου. Κοίταζαν συμπαθητικά κάθε θαμώνα του καφενείου. Ωραίες φωτογραφίες! Και ήταν ωραίες, γιατί τις έφτιαξε χέρι και όχι μηχανή.

Όλη η ντόπια ιστορία, όλη η αρχοντιά στρογγυλοκάθονταν σ’ εκείνα τα αρχαιολογικά, τα αχρονολόγητα και ανθεκτικά καθίσματα. Η πείρα των γερόντων χαμογελούσε στον ενθουσιασμό των νέων.

* * *

Έξω η πλατεία κάθε βράδυ, χειμώνα - καλοκαίρι, άνοιξη - φθινόπωρο, είχε πανηγύρι. Μελισσολόι ο κόσμος. Νέοι, γέροι, γυναίκες, άντρες, οικογένειες έφταναν εκεί σαν ποτάμια από ανηφόρες και κατηφόρες, από δρόμους και δρομάκια, από Κάστρο και Ζευγάρια, από Καραβατιά και Καλούτσιανη, ακόμα κι απ' τα κοντινά περίχωρα, που δεν φοβούνταν την πεζοπορία και το σκότος.

Ανακατωμένες οι συντροφιές όργωναν κυριολεκτικά και ειρηνικά την πλατεία με το πάνω - κάτω και το κάτω - πάνω. Σωστή ιεροτελεστία ήταν εκείνη η βόλτα. Με την ενστικτώδη πειθαρχία της προκαλούσε το θαυμασμό στον ξένο περαστικό και στον ξένο δημόσιο υπάλληλο, που βρέθηκε στα Γιάννινα με δυσμενή μετάθεση. Μόνο η υποστολή της σημαίας του Στρατηγείου της Ογδόης (VIII) Μεραρχίας με τη δύση του ηλίου τη σταματούσε για λίγο, για να κάνει πιο θεαματικό ολόκληρο το πρόσωπό της.

Ναι, πιο θεαματικό. Κάθε τι το κινητό κοκκάλωνε, όπου κι αν βρισκόταν, στη μέση της πλατείας, στην άκρη, στα αγάλματα, παντού. Η εθνική σοβαρότητα της στιγμής έφερνε στο πέτο της και στην όψη και λίγο μειδίαμα, ανεκδήλωτο απ' τους θεατές. Κι αυτό χρωστιόταν στους πιτσιρικάδες, που μιμούνταν με το χαιρετισμό τους τους στρατιωτικούς και αστυνομικούς. Το ίδιο έκαναν και μερικοί λειψίνοες ηλικιωμένοι, τα νούμερα της πλατείας, μ’ άλλα λόγια. Ειδικά αυτοί οι τελευταίοι πρόσθεταν μια «καλή» νότα σε τούτο το ωραίο θέαμα της πλατείας όχι μόνο με το στρατιωτικό τους χαιρετισμό, αλλά και με το ύφος στρατηγού, που έπαιρναν, και με την ευδιάκριτη θέση, που προκαταλάμβαναν για την απονομή. 

Ή πώς μπορεί να ξεχαστεί το ταμπούρλο της στρατιωτικής μουσικής κρεμασμένο σε προτεταμένη κοιλιά… Μετά την εθνική έξαρση, τον Εθνικό Ύμνο, την υποστολή της σημαίας και τα εμβατήρια η βόλτα συνέχιζε το ρυθμό της. Ήταν βόλτα ολόκληρη και με καθιερωμένο βηματισμό, όχι «σταμάτα», «ξεκίνα» και «τρακαρίσματα» ή πισωγυρίσματα.

Ούτε οι νεροποντές, ούτε εκείνα τα παλιά τσουχτερά κρύα της πόλης την αραίωναν ή τη σταματούσαν. Βόλτα με ομπρέλες ήταν κάτι το απερίγραπτο, που δε συναντιέται αλλού.

* * *

Συμπύκνωση της Γιαννιώτικης ζωής ήταν η πλατεία. Χαρές και λύπες περνούσαν απ' εκεί. Απ' το μπαλκόνι της «Κωνσταντινούπολης», που τώρα δεν υπάρχει, αλλά το θυμούνται οι παλιότεροι, του «ΑΚΡΟΠΟΛ», της «ΒΡΕΤΑΝΝΙΑ» κι απ' άλλα οι πολιτικοί σκόρπιζαν τάματα, για να πάρουν χειροκροτήματα ή ειρωνικά χαμόγελα. Από τα ίδια μπαλκόνια οι υποψήφιοι δήμαρχοι έλουζαν τους αντίπαλους με νόστιμους χαρακτηρισμούς κάνοντας το άσπρο - μαύρο και το λύκο – αρνί…

Τι παρελάσεις, τι χοροί, τι πανηγυρισμοί, τι εθνικές συγκινήσεις, τι αποκριάτικα καρναβάλια, τι όμορφα συλλαλητήρια, τι διαμαρτυρίες... όλα στην πλατεία γίνονταν και μάλιστα χωρίς αφίσες και αεροπανό, χωρίς συνθηματικές μουντζούρες στους τοίχους. Εκεί τεντώνονταν οι πλούσιοι και οι επίσημοι στις εθνικές γιορτές δείχνοντας άλλος τα λουριά του κι άλλος την κοιλιά του.

* * *

Πολλές ώρες περπατούσαν οι Γιαννιώτες δίχως να ξοδεύονται. Πλούτος και φτώχεια διάβαιναν δίπλα - δίπλα χωρίς να αγριοκοιτάζονται. Όλοι χαίρονταν τη συντροφιά, χαίρονταν το θέαμα, εξαγνίζονταν. Στην πλατεία ξεφόρτωναν τις πίκρες και τα βάσανα της καθημερινότητας. Βιοτεχνία ειδήσεων η πλατεία και μαζί αόρατο πρακτορείο, η επικαιρότητα μεταμορφώνονταν. Κοντινά ή μακρινά, φρέσκα ή κατεψυγμένα γεγονότα σε τούτο το κέντρο εξετάζονταν και αναλύονταν ποικιλότροπα.

Οι ταυτότητες όλων άνοιγαν τα φύλλα τους και οι άγνωστοι γινόταν γνωστοί. Ο μόνος δεν ένιωθε μόνος. Έφτανε στήσιμο ενός τετάρτου στο πεζοδρόμιο, για να δει όλους και να τον δουν όλοι, αφού τόσο κρατούσε το πέρασμα όλων απ' την κάτω πλατεία ως την πάνω.

Στο νυφοπάζαρο της πλατείας είχαμε κάθε βράδυ επίδειξη καλλιστείων με καλή σκηνοθεσία, εκεί πρόβαλε η μάνα την κόρη της, εκεί λειτουργούσαν κρυφά και αθέατα οι επιτροπές κρίσης. Από εκεί ξεκινούσαν ειδύλλια, για να καταλήξουν σε κάποιον πολυέλαιο!

…Τώρα η όμορφη πλατεία με τη νόστιμη ζωή δεν υπάρχει, ούτε θα υπάρξει, ξεψύχησε. Το μαχαίρωμα σ' όλο το μήκος τη διχοτόμησε για πάντα. Το κομμάτιασμα της πλατείας για τα Γιάννινα είναι κομμάτιασμα της ζωής. Η βόλτα χάθηκε, κι αν δε χάθηκε, υποτάχτηκε στη σφυρίχτρα κάποιου τροχονόμου, ελαχιστοποιήθηκε κατά παραγγελία. Και σαν τέτοια δεν αξίζει πλέον, γιατί μοιάζει με κονσέρβα χωρίς ημερομηνία λήξης. Τεχνηέντως ο κόσμος σπρώχτηκε στα φιγουράτα και πολυδάπανα κέντρα, για να διπλοποδίζει εκεί καθιστός και πολλές ώρες μικραίνοντας το ανάστημά του.

Η ωραία ζωή του τόπου, της πόλης, σβήνει σιγά - σιγά, αναπνέει από φιάλη οξυγόνου, αιχμαλωτίζεται στο σύγχρονο αυτοματισμό. Δυστυχώς η πρακτική και ωφελιμιστική λύση του κυκλοφοριακού έσχισε την πιο καλή φωτογραφία της πόλης στα δύο.

Οι αρμόδιοι δεν πρόβλεψαν ή δε θέλησαν να προβλέψουν και ούτε προβλέπουν. Αντί να διώξουν τ' αυτοκίνητα με υπόγειες ή πλάγιες ή εναέριες διαβάσεις, έδιωξαν τους ανθρώπους, έδιωξαν τη ζωή. Ας κρατήσουν τουλάχιστο στη θέση του το ρολόι της πλατείας, για να θυμίζει λίγο Γιάννινα!

Χριστόφορος Λεοντάρης

OSDEL DIGITAL STATIC BANNERS 900x300