Τα Εισόδια της Θεοτόκου…
Η θέσπιση της εορτής των Εισοδίων της Θεοτόκου από την Εκκλησία και η καθιέρωσή της τον 8ο αι. μ.Χ στην Κωνσταντινούπολη παρουσιάζει πολύ δύσκολα για τον ιστορικό προβλήματα. Η σχέση, π.χ του γυναικείου φύλου προς το Ιερό της Ιερουσαλήμ, και μάλιστα προς τα Άγια των Αγίων, όπου εισερχόταν μόνο ο Ιουδαίος αρχιερέας, κι αυτό ‘’άπαξ του ενιαυτού’’, είναι ιστορικά βεβαιωμένη ως εκτός της ιστορικής πραγματικότητας.
Όπως ξέρουμε από την Καινή Διαθήκη, στο Ιερό των Ιεροσολύμων υπήρχε στην αυλή του ναού ένα ειδικό τμήμα ‘’η αυλή των γυναικών’’ και εκεί μόνο επιτρέπονταν στις γυναίκες να παρίστανται στα τελούμενα εντός του περιβόλου του ιουδαϊκού ναού.
Η ιουδαϊκή θρησκεία ήταν τα χρόνια του Ιησού έντονα ιεραρχική και αρρενοκρατική σ’ ότι αφορά τη λατρεία του θεού στο Ιερό των Ιεροσολύμων. Παράλληλα, βέβαια, υπήρξε η Συναγωγή και η κατά Σάββατο εκεί συνάθροιση. Η προσφορά όμως θυσιών και οι μεγάλες εορτές του έτους γιορτάζονταν πάντα με κέντρο το Ιερό, και επομένως με τη μεσολάβηση του ιερατείου.
Από αυτήν τελικά ο χριστιανισμός επηρεάστηκε, όταν στερεώθηκε σαν θρησκεία εντός του ελληνορωμαϊκού κόσμου. Αυτό όμως έγινε μέσα σε ένα ειδωλολατρικό κυρίως περιβάλλον, όπου ο θεϊκός κόσμος όχι μόνο ο ανθρώπινος, εκφράζονταν από το αρσενικό και το θηλυκό φύλο. Φαίνεται πως από ένα σημείο κι έπειτα, η χριστιανική κοινότητα αναζητούσε κάποια διέξοδο στο πρόβλημα που παρουσίαζε για την καθημερινή ευσέβεια η έλλειψη του θεϊκού γυναικείου στοιχείου στη χριστιανική ζωή.
Γι’ αυτό, όχι στην επίσημη διδασκαλία και θεολογία, αλλά στη λαϊκή χριστιανική ευσέβεια εκεί αρχικά συναντάμε τις πρώτες απόπειρες λύσης του προβλήματος. Και τα περί Εισοδίων της Θεοτόκου στα Άγια των Αγίων και παραμονής της εκεί βρίσκουμε στο απόκρυφο λαϊκό κείμενο που ο μεν Ωριγένης ονομάζει ‘’Διήγησις ή ιστορία Μαρίας της αγίας Θεοτόκου και υπερενδόξου Μητρός Ιησού Χριστού’’, ο δε πρώτος Ευρωπαίος εκδότης αυτού του κειμένου, το 1552, το ονόμασε ‘’Πρωτοευαγγέλιον Ιακώβου’’.
Αυτό το Πρωτοευαγγέλιο κάνει εκτεταμένη μνεία περί των γονέων της Θεοτόκου Μαρίας, του Ιωακείμ και της Άννας, περί της θαυμαστής γέννησης της Θεοτόκου από γηραιούς γονείς, οι οποίοι προβλέποντας την ταχεία έξοδό τους από τη ζωή αυτή, προσέφεραν, κατά την παράδοση αυτή, την κόρη τους Μαρία στο Ιερό της Ιερουσαλήμ, όταν ήταν τριών ετών, και έτσι την αφιέρωσαν στον Θεό, αφού η Μαρία παρέμεινε εντός του Ιερού, όπου την υποδέχτηκε ο Ζαχαρίας (προφανώς ο ιερέας πατέρας του Ιωάννη του Προδρόμου) και την εισήγαγε στο Ιερό, όπου έμεινε μέχρι της ηλικίας των 14 ή15 ετών. Και τότε, ως ενηλικιωμένη κόρη, αφού οι γονείς της είχαν προ τριετίας πεθάνει, οι ιερείς, μετά κοινή σύσκεψη, αποφάσισαν να την μνημονεύσουν με τον Ιωσήφ, ο οποίος κατά τη διήγηση αυτή, ήταν χήρος και είχε αρσενικά και θηλυκά τέκνα από τον πρώτο γάμο.
Το γεγονός ότι σώθηκαν πάνω από 50 ελληνικά χειρόγραφα του Πρωτοευαγγελίου δείχνει τη μεγάλη διάδοση που είχε το έργο αυτό μεταξύ των πιστών. Τα περί της Μαρίας ‘’ως καθαρώτατον Ναού υψίστου’’ καταχυρώνουν το περί των δύο φύσεων του Χριστού δόγμα της εκκλησίας. Η ανθρώπινη φύση (Μαρία) που δέχθηκε τον θείο Λόγο και του έδωσε σάρκα είχε τύχει ειδικής προετοιμασίας ως ‘’καθαρώτατος Ναός του Σωτήρος’’. Η ανάμιξη αυτή της Μαρίας στο περί ενανθρωπίσεως του Υιού του Θεού δεν προσέλαβαν ποτέ θεολογικό, σωτηριολογικό χαρακτήρα. Το πρόσωπο όμως της Παναγίας, άρχισε να επιδρά έντονα στη ζωή της ευσέβειας των χριστιανών υπό δύο έννοιες: της μεσιτείας της σωτηρίας και της προστασίας των χριστιανών.
Έτσι όμως Ορθόδοξοι και Καθολικοί απέκτησαν ένα σημαντικό συμπαραστάτη θηλυκού γένους στον αγώνα για τη σωτηρία του ανθρώπου. Το δόγμα περί της σωτηρίας δια της ενανθρωπίσεως του Ιησού ήταν πολύ θεολογική και δυσνόητη για τον κοινό πιστό. Αυτό συνετέλεσε στην αύξηση της λαϊκής λατρείας της Θεοτόκου. Ο Ιησούς έπαψε να είναι όσο άλλοτε προσιτός στις όποιες καθημερινές ανάγκες του ανθρώπου ως Σωτήρας και το ρόλο αυτό αναλαμβάνει μεσιτικά και προστατικά η Θεοτόκος, όχι ως Σωτήρας αλλά ως μεσολαβητής.
Να τονιστεί ότι η ανάπτυξη της Μαριολατρείας σε Δύση και Ανατολή δεν υπήρξε προϊόν μόνο της λαϊκής ευσέβειας, που αναζητούσε την παρουσία του θεϊκού θήλεως και μέσα στον χριστιανισμό, αλλά και της αυστηρής θεολογικής διατύπωσης του χριστολογικού και σωτηριολογικού δόγματος, που ο κοινός άνθρωπος δύσκολα μπορούσε να αντιληφθεί.
Ο επί Ιουστινιανού ανακαινισθείς ναός της «Αγίας Μαρίας της Νέας» επί του λόφου Μαρία στα Ιεροσόλυμα, συνδέθηκε με την αφήγηση περί «Εισοδίων της Θεοτόκου», όπως φαίνεται από πλήθος Πατερικών σχολίων και αναφορών της εποχής.
Κι αυτό που τονίσθηκε μετά την καθιέρωση τούτου ως εορτή της Εκκλησίας, ήταν η ολοκληρωτική και πλήρης καθιέρωση της Μαρίας στο Θεό. Αυτό τονίζει και το τροπάριο της εορτής στην Εκκλησία μας κατά την ημέρα της εορτής: «ο καθαρώτατος Ναός του Σωτήρος… το ιερόν θησαύρισμα της δόξης του Θεού, σήμερον εισάγεται εν τω οίκω Κυρίου, την χάριν συνεισάγουσα την εν Πνεύματι Θείω… αυτή υπάρχει σκηνή επουράνιος».


