Γλωσσικά ίχνη από το σλαβικό παρελθόν της Ηπείρου…
Το τοπωνύμιο «Καλούτσια» ή «Καλούτσιανη», γνωστό στους Γιαννιώτες ως ονομασία παλιάς συνοικίας, έχει αποτελέσει αντικείμενο γλωσσολογικής μελέτης και συζήτησης. Ο φιλόλογος και μελετητής Γεώργιος Οικονόμου, στο έργο του Οικωνύμια του Νομού Ιωαννίνων, επιχειρεί να αποσαφηνίσει την ετυμολογία του, απορρίπτοντας τις έως τώρα κρατούσες θεωρίες και προτείνοντας μια νέα, βασισμένη σε σλαβική ρίζα. Κατά την πρώτη άποψη, το όνομα προέρχεται από τις τουρκικές λέξεις kanlı (αιματηρός) και çeşme (βρύση), αποδίδοντας στο τοπωνύμιο τη σημασία «η βρύση του αίματος». Η ερμηνεία αυτή συνδέεται με αφηγήσεις βίαιων γεγονότων κατά την οθωμανική περίοδο. Η δεύτερη εκδοχή αποδίδει την ονομασία στην προσωνυμία «Καλός» του πασά Μεχμέτ Β΄ (1762–1775) σε συνδυασμό με τη λέξη çeşme, δηλαδή «η βρύση του Καλού (πασά)».
Ο Οικονόμου απορρίπτει και τις δύο παραπάνω εκδοχές στη βάση γλωσσολογικών και φωνολογικών ανακολουθιών. Συγκεκριμένα: Από τη λέξη kanlı δεν μπορεί, σύμφωνα με τους φωνολογικούς κανόνες της ελληνικής (ούτε της κοινής ούτε των τοπικών ιδιωμάτων), να προκύψει ο τύπος Καλού-. Αντίστοιχα, από τη λέξη çeşme δεν προκύπτει η χαρακτηριστική ελληνική κατάληξη -ια ή -ιανη, που εμφανίζεται στους τύπους Καλούτσια και Καλούτσιανη. Επιπλέον, τα ίδια τοπωνύμια απαντώνται σε πολλές κοινότητες του Νομού Ιωαννίνων –όπως η Αμπελιά, η Γρανίτσα, το Κοκκινόχωμα, το Μαζαράκι, η Μουκοβίνα, οι Νεγράδες και τα Παλιά Αλώνια– χωρίς να σχετίζονται ιστορικά ούτε με τον πασά Μεχμέτ ούτε με κάποιο «ματωμένο» γεγονός.
Ως εναλλακτική ερμηνεία, ο Οικονόμου προτείνει την προέλευση του τοπωνυμίου από τη σλαβική λέξη kaluža, που σημαίνει «λάσπη, βορβορώδης τόπος, έλος», παράγωγο της ρίζας kalъ («μαύρος, βρώμικος, θολός»). Σύμφωνα με αυτήν την προσέγγιση, η ονομασία σχετίζεται με τη μορφολογία και τη γεωγραφία της περιοχής, η οποία στο παρελθόν χαρακτηριζόταν από υγρότοπους και ελώδεις εκτάσεις. Η κατάληξη -ιανη, που απαντά στον τύπο Καλούτσιανη, ενισχύει αυτή την εκδοχή, καθώς αποτελεί κοινό σλαβικό μορφολογικό στοιχείο που δηλώνει την προέλευση ή τον τόπο κατοικίας (συγκρίνεται με τα σλαβικά τοπωνύμια Kalinovka, Kaljevica, Kalnik κ.ά.).
Μάλιστα, το γειτονικό τοπωνύμιο «Λασπότοπος» (ή «Λασπόπορδος & Λασπόπορος» κατά την προφορική παράδοση) ενισχύει την άποψη ότι η περιοχή ήταν άλλοτε ελώδης και λασπώδης — χαρακτηριστικά που συνδέονται με τη σημασία του σλαβικού kaluža. Η εμφάνιση του τοπωνυμίου δεν μπορεί να χρονολογηθεί με ακρίβεια, ωστόσο, βάσει της ιστορικής παρουσίας των Σλάβων στην περιοχή της Ηπείρου, η ετυμολογική του ρίζα μπορεί να ενταχθεί χρονικά μεταξύ του 7ου και του 15ου αιώνα — από την περίοδο εγκατάστασης των σλαβικών φύλων έως την πλήρη αφομοίωσή τους.
Συμπερασματικά, η ετυμολογία των τοπωνυμίων Καλούτσια και Καλούτσιανη, παρά τις παραδοσιακές απόπειρες ερμηνείας μέσω της τουρκικής γλώσσας και ιστορίας, φαίνεται να εδράζεται σε παλαιότερα, σλαβικής προέλευσης γλωσσικά στρώματα, τα οποία επιβίωσαν και ενσωματώθηκαν στο τοπικό λεξιλόγιο της περιοχής των Ιωαννίνων.
Παναγιώτης Γεωργούλας


